Το ψυγείο του περιπτέρου: Δραχμές, δωράκια και παγωτά που δεν ξεχάσαμε

Η Πατούσα, το Laky Cap, το Σικάγο, οι γρανίτες που έβαφαν τη γλώσσα και η εποχή που μετρούσαμε τα παγωτά μαζί με τα μπάνια.

Το ψυγείο του περιπτέρου: Δραχμές, δωράκια και παγωτά που δεν ξεχάσαμε

Πριν σηκώσεις το βαρύ καπάκι, είχες ήδη διαλέξει. Είχες σταθεί μπροστά στην αφίσα, είχες κοιτάξει τις τιμές και είχες μετρήσει τα χρήματα στην παλάμη σου. Μετά άνοιγες το ψυγείο και άρχιζε το ψάξιμο: κάτω από τα ξυλάκια, δίπλα στις γρανίτες, πίσω από ένα παγωτό που κανείς δεν ήθελε.

Για τα παιδιά των δεκαετιών του ’80 και του ’90, αυτή ήταν μία από τις σταθερές του καλοκαιριού. Μαγιό, ποδήλατο, περίπτερο και ένα παγωτό που έπρεπε να χωρά στο χαρτζιλίκι. Δεν χρειαζόταν να είναι το καλύτερο. Αρκούσε να είναι εκείνο που είχες αποφασίσει ότι ήθελες πριν φτάσεις στο ψυγείο.

Η αφίσα που ξέραμε σχεδόν απέξω

Το ψυγείο είχε το δικό του μενού. Μια μεγάλη αφίσα με φωτογραφίες, ονόματα και τιμές, αρκετή για να κρατήσει ένα παιδί απασχολημένο όσο οι μεγάλοι αγόραζαν εφημερίδα, τσιγάρα ή τηλεφωνούσαν από το περίπτερο.

Η σειρά των προϊόντων είχε σημασία. Αλλο το απλό ξυλάκι, άλλο ο πύραυλος, άλλο το κυπελλάκι που έμοιαζε πιο χορταστικό. Στην ίδια αφίσα μπορούσαν να συνυπάρχουν ονόματα όπως Πατούσα, Καραμπόλα, Σικάγο, Μαρεγκάτα, Rocket και Manhattan. Μερικά εξηγούσαν αμέσως τι θα έβρισκες μέσα. Αλλα ακούγονταν σαν πόλεις, διαστημόπλοια ή ήρωες κινουμένων σχεδίων.

Το τυποποιημένο παγωτό είχε μπει στην ελληνική καθημερινότητα αρκετές δεκαετίες νωρίτερα. Το 1936 η ΕΒΓΑ κυκλοφόρησε παγωτά σε ξυλάκι, κύπελλο και χωνάκι, ενώ το ξυλάκι αποτέλεσε καινοτομία για την αγορά της εποχής, όπως καταγράφεται σε ιστορικό αφιέρωμα του «Βήματος». Στο ψηφιακό αρχείο του ΕΛΙΑ σώζονται ακόμη διαφημίσεις της εταιρείας από το 1949 και το 1950.

Μέχρι τα ’80s, όμως, το παγωτό είχε περάσει σε άλλη πίστα. Δεν αρκούσε πλέον η βανίλια με σοκολάτα. Χρειαζόταν όνομα, έντονο χρώμα, περίεργο σχήμα και, αν ήταν δυνατόν, κάτι κρυμμένο μέσα στη συσκευασία.

Διαφήμιση της ΕΒΓΑ από το 1959–1960, αρκετές δεκαετίες πριν από τις πολύχρωμες αφίσες των ψυγείων που θυμούνται τα παιδιά των ’80s και ’90s

Το χαρτζιλίκι έβαζε το όριο

Η επιλογή δεν γινόταν με βάση τη ζάχαρη ή τις θερμίδες. Γινόταν με βάση τις δραχμές. Αν τα χρήματα δεν έφταναν για τον πύραυλο, κατέβαινες κατηγορία. Αν περίσσευαν λίγες, άνοιγε μπροστά σου το τμήμα με τα «καλά» παγωτά.

Σπάνια έμπαινες στο περίπτερο χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια συνεννόηση στο σπίτι. Ενα κατοστάρικο από τη γιαγιά, τα ρέστα από τα ψώνια ή ένα μικρό ποσό που είχε δοθεί ειδικά για παγωτό. Το χαρτονόμισμα επέστρεφε συχνά βρεγμένο, τσαλακωμένο ή γεμάτο άμμο.

Η τιμή είχε και κοινωνικές συνέπειες. Οποιος μπορούσε να πάρει μεγάλο πύραυλο αποκτούσε προσωρινό κύρος στην παρέα. Οποιος διάλεγε γρανίτα είχε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του, αλλά κινδύνευε να περάσει την υπόλοιπη ημέρα με μπλε ή κόκκινη γλώσσα.

Πατούσα για το σχήμα, Laky Cap για το δωράκι

Η Πατούσα δεν χρειαζόταν ιδιαίτερες συστάσεις. Εμοιαζε με αυτό που έλεγε το όνομά της και αυτό αρκούσε. Ετρωγες πρώτα τα δάχτυλα, μετά το υπόλοιπο, με τον συνδυασμό σοκολάτας και φράουλας να έρχεται δεύτερος μπροστά στην ικανοποίηση ότι κρατούσες ένα παγωμένο πέλμα πάνω σε ξυλάκι.

Το Laky Cap και η Καραμπόλα είχαν διαφορετικό όπλο. Το δωράκι. Το παγωτό ήταν σχεδόν η υποχρεωτική διαδρομή μέχρι να φτάσεις στο αντικείμενο που κρυβόταν στη συσκευασία. Μπορεί να ήταν ένα μικρό παιχνίδι ή μια πλαστική φιγούρα που θα χανόταν μέχρι το βράδυ. Τη στιγμή του ανοίγματος, όμως, είχε τεράστια σημασία.

Διαβάστε επίσης: Πάτρα: Περίπτερα προς εξαφάνιση – Έχουν απομείνει μόλις 84

Ακολουθούσαν οι συγκρίσεις και οι ανταλλαγές. Το ίδιο δωράκι δεύτερη φορά ήταν αποτυχία. Εκείνο που είχε βρει ο φίλος σου ήταν σχεδόν πάντα καλύτερο. Και κάπως έτσι μπορούσες να φας ένα παγωτό που δεν σου άρεσε ιδιαίτερα, μόνο και μόνο επειδή υπήρχε πιθανότητα να βρεις το παιχνίδι που σου έλειπε.

Σικάγο και Μαρεγκάτα ήταν για τους μεγάλους

Ορισμένα κυπελλάκια έμοιαζαν να απευθύνονται σε πιο ώριμο κοινό. Το Σικάγο, η Μαρεγκάτα και το παρφέ δεν είχαν σχήμα πατούσας ούτε δωράκι. Είχαν στρώσεις, σιρόπια, κεράσια, κομμάτια σοκολάτας και ονόματα που τα έκαναν να ακούγονται ακριβότερα.

Συνήθως τα διάλεγαν οι γονείς και οι μεγαλύτεροι συγγενείς. Τα παιδιά προτιμούσαν κάτι που μπορούσε να φαγωθεί περπατώντας, να λιώσει πάνω στην μπλούζα ή να προκαλέσει κάποιο μικρό πρόβλημα. Η γρανίτα κολλούσε στα χέρια, το ξυλάκι έσπαγε αν το δάγκωνες άτσαλα και ο πύραυλος έσταζε από την κάτω πλευρά του χωνιού πριν προλάβεις να καταλάβεις τι συνέβη.

Το τελευταίο κομμάτι σοκολάτας στον πάτο του πυραύλου ήταν η ανταμοιβή για όποιον είχε καταφέρει να φτάσει έως εκεί χωρίς μεγάλες απώλειες.

Το περίπτερο δεν ήταν απλώς σημείο αγοράς. Ηταν μέρος της καθημερινής διαδρομής του καλοκαιριού.

Μπάνια και παγωτά στο ίδιο μέτρημα

Τα καλοκαίρια μετριούνταν με δύο αριθμούς: μπάνια και παγωτά. Κανείς δεν κρατούσε αξιόπιστα στοιχεία και κανείς δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την ακρίβεια. Αρκούσε στο τέλος των διακοπών να έχεις έναν αριθμό αρκετά μεγάλο ώστε να τον ανακοινώσεις στους φίλους σου.

Το πρώτο παγωτό ερχόταν μόλις ζέσταινε ο καιρός. Μετά το μέτρημα ξέφευγε. Ενα στο χωριό, άλλο ένα μετά τη θάλασσα, ένα επειδή πήραν όλοι και ακόμη ένα που δεν υπολογίστηκε επειδή ήταν μικρό.

Ποιος δεν θυμάται την εποχή που μετρούσαμε τα καλοκαίρια με μπάνια και παγωτά. Και τί παγωτά..

Σήμερα το ψυγείο βρίσκεται ακόμη έξω από το περίπτερο, αλλά δεν κρατά μόνο του το παιχνίδι. Δίπλα του υπάρχουν gelaterie, βιτρίνες με δεκάδες γεύσεις, οικογενειακές συσκευασίες και εφαρμογές που φέρνουν το παγωτό στην πόρτα.

Εκείνα τα παλιά παγωτά δεν τα θυμόμαστε απαραίτητα επειδή ήταν νοστιμότερα. Για αρκετά από αυτά, άλλωστε, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος. Θυμόμαστε την αφίσα, τις δραχμές, το ψάξιμο μέσα στο ψυγείο και ποιος στεκόταν δίπλα μας. Η ακριβής γεύση είναι ίσως το πιο θολό κομμάτι της ανάμνησης.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο