Πέρα από τον μύθο του Καββαδία: Η μουσική συνάντηση του Χρήστου Κωνσταντόπουλου με τον ποιητή
Ο Νίκος Καββαδίας επιστρέφει στην Πάτρα μέσα από μια παράσταση που δεν μένει μόνο στις γνωστές μελοποιήσεις, αλλά ανοίγει τον δρόμο και προς τα πιο κρυφά, πιο εσωτερικά και λιγότερο φωτισμένα κομμάτια του έργου του. Το Σάββατο 16 Μαΐου, στο Μηχανουργείο, ο Χρήστος Κωνσταντόπουλος συναντά τον ποιητή των μεγάλων φυγών, των υπόγειων εξομολογήσεων και της αλήθειας που αντέχει στον χρόνο.
Ο Νίκος Καββαδίας είναι από εκείνες τις περιπτώσεις δημιουργών που κινδυνεύουν συχνά να χαθούν πίσω από τον ίδιο τους τον μύθο. Ο Χρήστος Κωνσταντόπουλος, όμως, στη μουσική παράσταση που φέρνει στην Πάτρα, επιλέγει να πλησιάσει τον ποιητή αλλιώς: όχι μόνο μέσα από τις εμβληματικές μελοποιήσεις, αλλά και μέσα από την πεζογραφία, τα αθησαύριστα κείμενα, τις σιωπές, τις σκοτεινές γωνιές και την πιο ανθρώπινη πλευρά του.
Στη συζήτησή μας μιλά για τον Καββαδία πέρα από τη «ναυτική» του εικόνα, για το βάρος των μεγάλων ερμηνειών, για το τι τον συγκινεί πραγματικά στο έργο του και για το γιατί αυτή η παράσταση δεν είναι μια απλή μουσική αναδρομή, αλλά μια απόπειρα να ξανασυστηθεί ένας ποιητής που εξακολουθεί να αντιστέκεται στις εύκολες αναγνώσεις.
Στην παράσταση δεν μένεις μόνο στις γνωστές μελοποιήσεις, αλλά ανοίγεις και προς τη «Βάρδια», το «Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» και αθησαύριστα κείμενα. Τι αλλάζει όταν φεύγεις από τον «γνωστό» Καββαδία και πηγαίνεις σε κάτι πιο υπόγειο;
Όταν αφήνεις την «ασφάλεια» των δημοφιλών μελοποιήσεων και βουτάς στη «Βάρδια» ή στις αθησαύριστες καταγραφές του, η σχέση με το κοινό αλλάζει επίπεδο. Εκεί σταματάω να είμαι μόνο ο ερμηνευτής και γίνομαι ο αφηγητής των μαγικών του ιστοριών. Επιλέγω συνειδητά να μην έχω αναλόγιο μπροστά μου• θέλω η αφήγηση να είναι άμεση, βιωματική και οργανική. Αυτό το πέρασμα στον πεζό λόγο και στις προσωπικές του εξομολογήσεις είναι που φωτίζει τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο. Η δωρικότητα και η «ασυμβίβαστη ερμηνεία» που επιδιώκω, βρίσκουν το απόλυτο νόημά τους σε αυτά τα πιο «υπόγεια» κείμενα. Εκεί το ταξίδι γίνεται πιο εσωτερικό και πιο αληθινό. Είναι η στιγμή που ο θεατής νιώθει ότι δεν παρακολουθεί απλώς μια παράσταση, αλλά ότι μπαίνει μέσα στο ημερολόιο ενός ανθρώπου που έκανε τη ζωή του ποίηση.
Ο Καββαδίας έχει τόσο ισχυρό μύθο, που πολλές φορές σκεπάζει το ίδιο το κείμενο. Εσένα σε απασχολεί αυτό όταν τον φέρνεις στη σκηνή;
Είναι αλήθεια πως ο μύθος του Καββαδία είναι επιβλητικός. Ωστόσο, η δική μου πρόθεση είναι να «ξεφλουδίσω» αυτόν τον μύθο για να φτάσω στην ουσία του κειμένου. Με απασχολεί πολύ το να μην εγκλωβιστούμε σε μια γραφική αναπαράσταση του ναυτικού, αλλά να αναδείξουμε τον οικουμενικό ποιητή. Στην παράσταση, η χρήση του πιάνου από τον Βαγγέλη Κουκουνιά βοηθά ακριβώς σε αυτό: δίνει έναν πιο λυρικό χαρακτήρα που απομακρύνεται από το αναμενόμενο. Προσεγγίζω τα κείμενα με μια δωρικότητα και μια ειλικρίνεια, αφήνοντας τις λέξεις να «μιλήσουν» χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς. Στόχος μου είναι ο θεατής να μην δει απλώς έναν μύθο, αλλά να νιώσει τη ζεστασιά και την ανθρωπιά που κρύβει κάθε στίχος του.
Τι σε τράβηξε να βάλεις στην ίδια παράσταση το ποιητικό έργο, την πεζογραφία και τα λιγότερο γνωστά κείμενά του; Ήθελες να ανοίξεις περισσότερο το πορτρέτο του ή και να το «ταράξεις» λίγο;
Η ανάγκη μου ήταν να παρουσιάσω έναν Καββαδία «τρισδιάστατο». Τα γνωστά μελοποιημένα τραγούδια είναι η πόρτα, αλλά τα πεζά και οι προσωπικές του ιστορίες είναι το δωμάτιο όπου κατοικεί η ψυχή του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που «ταράζει» την εικόνα του είναι η συνάντησή του με τον Σεφέρη στη Μασσαλία το ’47. Ο Σεφέρης, ως διπλωμάτης, ήταν πιο «comme il faut», ενώ ο Καββαδίας ένας άνθρωπος του αυθορμητισμού. Όταν ο Καββαδίας τον πήγε στα κακόφημα στενά της Μασσαλίας για να του γνωρίσει την Εσμεράλδα, την αγαπημένη του ιερόδουλη της πόλης, ο Σεφέρης εξοργίστηκε και έφυγε! Έκαναν χρόνια να μιλήσουν, μέχρι που η συμφιλίωση ήρθε όταν ο Καββαδίας τού αφιέρωσε το ομώνυμο ποίημα. Τέτοιες ιστορίες φωτίζουν τον Καββαδία πέρα από τα στερεότυπα• τον δείχνουν ζωντανό, ασυμβίβαστο και βαθιά ανθρώπινο.

Στις μελοποιήσεις του Καββαδία υπάρχει πάντα και η σκιά των μεγάλων ερμηνευτών που τις σφράγισαν. Αυτό το βάρος το νιώθεις ή προσπαθείς να το σβήσεις από την αρχή;
Το σέβομαι, αλλά η δική μου πρόθεση δεν ήταν ποτέ να αναμετρηθώ με το παρελθόν. Αφέθηκα στην προσωπική μου σύνδεση με την ποίηση του Καββαδία. Η σκοτεινιά, τα εξωτικά μέρη και η «αρρώστια της φυγής» που περιγράφει, ταιριάζουν απόλυτα στο δικό μου ηχόχρωμα. Πολλοί ακροατές μού γράφουν ότι νιώθουν πως αυτές οι ερμηνείες τους αγγίζουν βαθύτερα, ίσως γιατί δεν φοβάμαι να «τσαλακώσω» τη φωνή μου για να υπηρετήσω τον λόγο. Μπορώ να περάσω από τον έντονα θεατρικό τρόπο του Μικρούτσικου, στον απόλυτο λυρισμό του Σπανού ή της Κωχ —έναν λυρισμό που συνήθως ακούμε από γυναικείες φωνές, αλλά εδώ αποκτά μια νέα, ατμοσφαιρική ανδρική υπόσταση. Αυτή η αυτοπεποίθηση πηγάζει από τη δική μου δισκογραφική διαδρομή. Ως δημιουργός που έχει καταθέσει προσωπικό έργο, από τον «Προορισμό» μέχρι σήμερα, δεν προσεγγίζω τον Καββαδία ως ξένο υλικό, αλλά ως μια προέκταση της δικής μου μουσικής γλώσσας. Τα τραγούδια του γίνονται ένα σώμα με τα δικά μου, σε ένα ενιαίο αισθητικό αποτέλεσμα που χαρακτηρίζει τη μέχρι τώρα πορεία μου.
Ο Καββαδίας συχνά διαβάζεται σαν ποιητής της θάλασσας, αλλά στην πραγματικότητα έχει πολύ σκοτάδι, σώμα, απώλεια και φθορά. Αυτή η πλευρά σε ενδιαφέρει περισσότερο από τη ρομαντική του εικόνα;
Με ενδιαφέρει απεριόριστα, γιατί εκεί κρύβεται η ουσία του. Ο Καββαδίας δεν είναι ένας «καρτ-ποσταλικός» ποιητής• είναι ο ποιητής της ανθρώπινης υπαρξιακής αγωνίας. Αυτή η σκοτεινιά και η ειλικρίνεια που «σπάει κόκκαλα» ταιριάζουν στην ερμηνευτική μου ιδιοσυγκρασία. Όπως είχε αφηγηθεί και ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Καββαδίας νομιμοποιεί τη φυγή, την αμαρτία και την παρακμή. Στην παράσταση, αυτό αναδεικνύεται μέσα από τη δωρική αφήγηση και την ατμόσφαιρα του πιάνου. Δεν μένουμε όμως μόνο στο σκοτάδι. Το μήνυμα που θέλω να περάσω είναι ότι αξίζει να ζούμε σε αυτόν τον πλανήτη, αρκεί να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τις καταγεγραμμένες μας δυνατότητες. Να κυνηγάμε, δηλαδή, το αδύνατο.
Τα αθησαύριστα κείμενα τι αποκάλυψαν σε σένα; Έναν άλλο Καββαδία ή έναν ίδιο, απλώς λιγότερο φωτισμένο;
Αποκάλυψαν έναν Καββαδία που αναζητά την πνευματικότητα ακόμα και στα πιο σκοτεινά καταγώγια. Highlight της παράστασης είναι η αφήγηση του ποιήματος «Κασμπά». Εκεί, μέσα σε ένα ισλαμικό φρούριο χωρίς παράθυρα, συναντάμε μια ιερόδουλη που ανατρέπει κάθε στερεότυπο: διαβάζει παλαιικά βιβλία, γνωρίζει την τέχνη του μαχαιριού και αρνείται τα χρήματα του ναυτικού, απαξιώνοντας τις «μάταιες εξομολογήσεις» των ανδρών. Τέτοια κείμενα δείχνουν έναν δημιουργό που δεν έβλεπε το «γραφικό», αλλά το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αφήγηση αυτών των ιστοριών —χωρίς αναλόγιο, με μια κινηματογραφική προσέγγιση— επιτρέπει στον κόσμο να δει έναν Καββαδία σοκαριστικά επίκαιρο και αληθινό.
Η παράσταση έρχεται στην Πάτρα, μια πόλη-λιμάνι. Αυτό για σένα είναι απλώς μια εύστοχη συγκυρία ή αλλάζει ουσιαστικά το πώς θα ακουστεί εδώ ο Καββαδίας;
Είναι κάτι πολύ βαθύτερο από μια εύστοχη συγκυρία. Για μένα η Πάτρα δεν είναι ποτέ απλώς μια στάση, είναι η πόλη μου, οι ρίζες μου. Το γεγονός ότι είναι ένα ιστορικό λιμάνι προσδίδει στην παράσταση μια μοναδική σημειολογία. Μην ξεχνάμε ότι ο Καββαδίας, ως Κεφαλονίτης, είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την Πάτρα• σε μια παλιά του συνέντευξη τη δεκαετία του ’30, την είχε χαρακτηρίσει ως μια από τις αγαπημένες του πόλεις στον κόσμο. Στην Πάτρα, ο Καββαδίας δεν ακούγεται απλώς• βιώνεται ως κομμάτι της δικής μας ταυτότητας. Έτσι, το Σάββατο 16 Μαΐου στο «Μηχανουργείο», περιμένω με ανυπομονησία το κοινό της Πάτρας, που πάντα με αγκαλιάζει με τόση θέρμη. Τους προτρέπω να έρθουν για να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά και να μοιραστούμε αυτό το ταξίδι στις δικές μας αφετηρίες.
Το «ταξίδι» στον Καββαδία είναι μια λέξη που έχει σχεδόν εξαντληθεί από τη χρήση. Εσύ, στήνοντας αυτή την παράσταση, τι προσπάθησες να σώσεις από αυτή τη φθαρμένη ανάγνωση;
Η λέξη «ταξίδι» έχει κακοποιηθεί, καταλήγοντας συχνά ένα διαφημιστικό κλισέ. Στην παράστασή μας, το ταξίδι δεν είναι μια τουριστική περιήγηση σε λιμάνια, αλλά μια βουτιά στα σκοτάδια και στα φώτα της ανθρώπινης ψυχής. Αυτό που προσπαθώ να «σώσω» είναι η υπαρξιακή διάσταση της φυγής. Γι’ αυτόν τον λόγο, στο πρόγραμμα έχω εντάξει οργανικά και τραγούδια από την προσωπική μου δισκογραφία, όπως την «Κλειστή μου θάλασσα». Αυτά τα κομμάτια δεν μπαίνουν εμβόλιμα, αλλά «δένουν» απόλυτα με το κλίμα του ποιητή. Είναι η στιγμή που η δική μου πορεία συναντά τον Καββαδία, αποδεικνύοντας ότι η αναζήτηση και η φυγή είναι θέματα που με απασχολούν σταθερά σε όλη μου την πορεία.

Υπάρχει κάτι στον Καββαδία που θεωρείς παρεξηγημένο και ήθελες συνειδητά να το «διορθώσεις» μέσα από αυτή την παράσταση;
Η μεγαλύτερη παρεξήγηση είναι η εντύπωση ότι ο Καββαδίας ήταν αποκομμένος από την πολιτική πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι ότι ήταν ένας άνθρωπος βαθιά πολιτικοποιημένος. Το ’40 «ξεπαρκάρει» για να βρεθεί στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου και δραστηριοποιείται στην Αντίσταση. Στην παράσταση φωτίζω αυτή την πλευρά μέσω του «Λόρκα», παραλληλίζοντας τη δολοφονία του στην Ισπανία με τις εκτελέσεις στην Καισαριανή. Παράλληλα, θέλω να αναδείξω και τον «γλυκό», τον ανθρώπινο Καββαδία. Αυτόν που στην τελευταία του συνέντευξη μιλούσε με την απλότητα ενός καθημερινού ανθρώπου, χωρίς κανένα ίχνος «στόμφου» μεγάλου ποιητή. Έναν δημιουργό που έγραψε το «Αγαπώ», ένα ποίημα γεμάτο ευαισθησία.
Ποιο σημείο του έργου του σου αντιστέκεται ακόμη; Δηλαδή νιώθεις ότι δεν το έχεις κερδίσει πλήρως;
Νομίζω η απόλυτη «σιωπή» που κρύβεται πίσω από κάποιους στίχους του. Ο Καββαδίας έχει στιγμές τόσο πυκνές και εσωτερικές, που νιώθεις ότι για να τις κερδίσεις ερμηνευτικά πρέπει να έχεις ζήσει δέκα ζωές. Παρόλο που ο κόσμος εισπράττει μια ολοκληρωμένη ερμηνεία, εγώ νιώθω ότι πάντα υπάρχει ένα «βάθος» που δεν έχω φτάσει ακόμα. Αυτή η «αντίσταση» του έργου του είναι που με κρατά σε διαρκή εγρήγορση και αναζήτηση.
Υπάρχει κάποιο κομμάτι του Καββαδία που σε ακολουθεί και εκτός σκηνής, σαν προσωπικό ίχνος, όχι μόνο ως καλλιτεχνικό υλικό;
Με ακολουθεί αθεράπευτα το «Mal du départ», η αρρώστια της φυγής. Αισθάνομαι κι εγώ «ιδανικός και ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων». Παρόλο που δεν έγινα ναυτικός, ταξιδεύω καθημερινά με την καρδιά, το πνεύμα και τη φωνή μου. Αυτή η ανάγκη διατρέχει όλη μου τη διαδρομή: από τη συμμετοχή μου στον δίσκο του Νότη Μαυρουδή «Στου χρόνου τις καταπακτές», μέχρι το προσωπικό μου άλμπουμ «Προορισμός» και τα singles μου, όπως η «Κλειστή μου θάλασσα». Ο Καββαδίας εκτός σκηνής είναι για μένα μια πυξίδα ειλικρίνειας και μια διαρκής υπενθύμιση ότι ο πραγματικός προορισμός είναι η αλήθεια που καταθέτεις σε κάθε ταξίδι. Γιατί αν δεν σε καίει κάτι στην αληθινή ζωή, δεν μπορείς να το μεταδώσεις ούτε πάνω στη σκηνή.
ΙΝΦΟ
Τίτλος Παράστασης: Ο Χρήστος Κωνσταντόπουλος συναντά τον ποιητή Νίκο Καββαδία
Συντελεστές Παράστασης: Ερμηνεία Τραγουδιών, Επιμέλεια – Αφήγηση Κειμένων: Χρήστος Κωνσταντόπουλος
Πιάνο: Βαγγέλης Κουκουνιάς
Ημερομηνία: Σάββατο 16 Μαίου
Ώρα: H πόρτα ανοίγει στις 21:30 και η παράσταση ξεκινάει στις 22:00
Τόπος: Μηχανουργείο Πολυχώρος Πολιτισμού I Πάτρα
Οδός: Ευμήλου 2-4, Πάτρα (Πίσω από τον Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέα)
Είσοδος: 12 ευρώ
Τηλ. Κρατήσεων: 6937492516
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
