Persona Grata – Διονύσης Σιμόπουλος: Ο πρόσκοπος που έκανε τους Ελληνες να κοιτάξουν ψηλά

Ο Ζώης Μαρίνος γράφει στην «Π» για τον Διονύση Σιμόπουλο

Persona Grata - Διονύσης Σιμόπουλος: Ο πρόσκοπος που έκανε τους Ελληνες να κοιτάξουν ψηλά

Εκείνη την εποχή, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’50, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πάτρας δεν επιτρεπόταν οι μαθητές να προσεγγίζουν τα ράφια των βιβλίων. Για να παραλάβουν την έκδοση που ήθελαν, έπρεπε να την παραγγείλουν σ’ έναν υπάλληλο και εκείνος να τούς την παραδώσει. Διαδικασία καθόλου βολική για τον φιλοπερίεργο και φιλομαθή Διονύση που δεν είχε ακόμα κλείσει τα 16.

Υπήρχε, όμως, η εναλλακτική. H Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (USIS) στην τότε πλατεία Ολγας. Εκεί μπορούσες ανενόχλητος να περιδιαβείς τα ράφια της και να επιλέξεις όποιο βιβλίο ήθελες.

Σε μια απ’ τις περιηγήσεις του, ο έφηβος ακόμα Διονύσης Σιμόπουλος, φυλλομετρώντας τις σελίδες του αμερικανικού περιοδικού Collier’s, ήρθε για πρώτη φορά σ’ επαφή με τον μαγικό κόσμο του Διαστήματος. Και λίγο καιρό αργότερα, στις σελίδες ενός άλλου περιοδικού, του Barron’s, βρήκε όλες τις πληροφορίες που ήθελε για τα αμερικανικά πανεπιστήμια και τον τρόπο που μπορούσε κανείς να υποβάλει αίτηση εγγραφής.

H ανθρωπότητα δεν είχε ακόμη πατήσει πόδι το φεγγάρι. Ο Διονύσης Σιμόπουλος, όμως, είχε ήδη αρχίσει να στρέφεται προς τα εκεί. Οι νύχτες των προσκοπικών κατασκηνώσεων, τα φωτεινά ουράνια σώματα που δέσποζαν στο σκοτεινό θόλο, η αναγνώριση των αστερισμών ήταν η πρώτη του επαφή μ’ έναν κόσμο τον οποίο ο Σιμόπουλος έμελλε να κατακτήσει.

Σε μια τέτοια κατασκήνωση το 1960, κάπου στην Αμφίκλεια στον Παρνασσό, θα γνωρίσει μια ομάδα συνομήλικων προσκόπων που είχε έρθει απ’ την Αμερική. Μαζί τους είχαν τρία μικρά τηλεσκόπια.

Ο Σιμόπουλος πλησίασε. Δεν είχε ξαναδεί από κοντά τηλεσκόπιο. Ντράπηκε. Αλλά αμέσως σκέφτηκε: «Μισή ντροπή δική μου και μισή ντροπή δική τους».

Οι αστρονόμοι λένε ότι είναι καθοριστική η στιγμή που κοιτάς τον ουρανό για πρώτη φορά μέσα από ένα τηλεσκόπιο. Εκεί αποκαλύπτεται όλη η μαγεία. Και η μαγεία για τον πρόσκοπο Σιμόπουλο αποκαλύφθηκε εκείνη ακριβώς τη νύχτα στην Αμφίκλεια.

Το μικρόβιο είχε ριζώσει πριν καν κλείσει τα 17 του. «Στα Γιάννενα γεννήθηκα», έλεγε σ’ όλες τις συνεντεύξεις του, «αλλά μεγάλωσα στην Πάτρα». Με καταγωγή της μητέρας του από εδώ και του πατέρα του απ’ τον Γρύλλο Ηλείας, κοντά στα Κρέστενα. Εκεί όπου από πέρυσι το Γυμνάσιο φέρει τ’ όνομά του. Οπως τ’ όνομα του φέρει και το 12ο Δημοτικό Σχολείο Παλαιού Φαλήρου.
Δασονόμος ο πατέρας. Ανθρωπος του μόχθου. Η οικογένεια έμενε στην οδό Καρατζά, πάνω απ’ τα Ψηλαλώνια. Προς την πλατεία Ομονοίας.

Οπου και να βρισκόταν, φύτευε ένα γιασεμί. Για να θυμάται το άρωμα του γιασεμιού της Πάτρας. Ετσι έλεγε. Και ίσως όχι μόνο το άρωμα της γειτονιάς αλλά και των προσώπων που την περιστοίχιζαν. Αλλά και των παιδικών του φίλων. Οπως ο Τάκης Τζελάτης, ο Διονύσης Φραντζής, ο Σάκης Σπέντζας, ο Γιάννης Νικολακόπουλος, ο Κώστας Σκούρτας και πολλοί άλλοι.

Αρχικά ήθελε να γίνει μηχανολόγος. Το 1961 έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας και απέτυχε. Πέρασε στο Φυσικό της Αθήνας, αλλά η φοίτηση μακριά από την Πάτρα ήταν δύσκολη για μια οικογένεια με περιορισμένα οικονομικά. «Ενα σύγγραμμα Φυσικής κόστιζε όσο δύο μισθοί του πατέρα μου», θα πει αργότερα.

Ετσι, έναν χρόνο μετά, πήρε μια απόφαση παράτολμη. Εφυγε για την Αμερική. Με μόλις 250 δολάρια στη τσέπη. Αρχικά πέρασε ένα εξάμηνο σε θείους της μητέρας του στο Πίτσμπουργκ. Μεγάλες δυσκολίες αλλά και χαλύβδινη επιμονή. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Λουιζιάνα.

Και από εκεί ξεκινά μια πορεία που θ’ αγγίξει τ’ αστέρια. Κομβική στιγμή το 1969. Μετά από διάφορες καραμπόλες της τύχης, δύο μαθήματα δημοσιογραφίας και μια ειδοποίηση απ’ το ελληνικό Προξενείο στη Νέα Ορλεάνη, θα βρεθεί στο Ακρωτήριο Κένεντι. Ως ο μοναδικός διαπιστευμένος Ελληνας δημοσιογράφος στην εκτόξευση του Apollo 11 για λογαριασμό της εφημερίδας «Βραδυνή».

Τα άρθρα του στη «Βραδυνή» διάβασαν οι υπεύθυνοι του Ιδρύματος Ευγενίδου. Γίνεται η πρώτη επαφή, αλλά δεν έχει καλή κατάληξη. Η επόμενη προσπάθεια είναι καρποφόρα. Τον Απρίλιο του 1973, μόλις τριάντα ετών, αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Εκεί θα μείνει για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.

Επί των ημερών του το Πλανητάριο αποκτά φως, μουσική, εικόνα, σκηνοθεσία, ειδικά εφέ. Οι παραστάσεις αποκτούν αφήγηση. Μέχρι το 1978, η ετήσια επισκεψιμότητα είχε τετραπλασιαστεί, φτάνοντας περίπου τις 116.000 επισκέψεις.

Εγραψε αναρίθμητα άρθρα και βιβλία, έκανε αμέτρητες τηλεοπτικές εκπομπές, έδωσε χιλιάδες διαλέξεις. Μιλούσε για γαλαξίες, άστρα, μαύρες τρύπες και πλανήτες με τρόπο τόσο οικείο και καθημερινό που σε γοήτευε. Σ’ αιχμαλώτιζε. Δεν τον ενδιέφερε να εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που κατείχε τη γνώση. Τον ενδιέφερε να κάνει τη γνώση προσβάσιμη. Χάρισμα.

Το 2019, όταν αποφάσισε να αφηγηθεί τη ζωή του, δεν διάλεξε έναν τίτλο που να παραπέμπει στην Αμερική, στο Apollo ή στο Πλανητάριο. Διάλεξε τα Ψηλαλώνια: «Από τα Ψηλαλώνια στο Φεγγάρι». Η απόσταση είναι τεράστια. Κι όμως, για τον Σιμόπουλο ήταν μια ευθεία γραμμή. Πλατεία Ολγας, Παρνασσός, Αμερική, Ακρωτήριο Κένεντι, Ευγενίδειο. Και ύστερα πάλι πίσω. Στη μνήμη, στην πόλη όπου όλα είχαν αρχίσει.

Ο Διονύσης Σιμόπουλος πέθανε το 2022. Αφησε πίσω του τεράστιο έργο. «Αν και ούτε κόκκος σκόνης δεν είμαστε, έχουμε κατορθώσει μέσα σε περίπου 2.000-3.000 χρόνια, να κατανοήσουμε έστω ελάχιστα αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα», είχε πει σε μια απ’ τις τελευταίες συνεντεύξεις του.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο