Ρέα Γαλανάκη: «Πλήρως ανεπαρκής η τεχνητή νοημοσύνη για έργα αξιώσεων»
Με αφορμή την επανέκδοση του «Κέικ» της, 46 χρόνια απ’ όταν πρωτοκυκλοφόρησε, η βραβευμένη συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη μιλά στην «Π».

Η γραφή της, είτε πρόκειται για το ποιητικό είτε για το πεζογραφικό της έργο, ασκεί διαχρονικά σαγήνη στο αναγνωστικό κοινό. Με αφορμή την επανέκδοση του «Κέικ» της, 46 χρόνια απ’ όταν πρωτοκυκλοφόρησε, η βραβευμένη συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη μιλά στην «Π» για το τότε πέρασμά της από το επίγραμμα στην αφηγηματική ποίηση, τη δυναμική του γυναικείου λόγου στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, τον ρόλο της λογοτεχνίας και την ισχύ της έναντι της τεχνητής νοημοσύνης.
-Kρατάτε το «Κέικ» στα χέρια σας μετά από 46 χρόνια, με το οποίο περνάτε από την ποίηση στην αφήγηση -συνδυασμό πεζού και ποιητικού λόγου./αφηγηματική ποίηση Πώς βλέπει η συγγραφέας του σήμερα τη συγγραφέα του τότε και πώς η γυναίκα του σήμερα εκείνη του τότε;
Κυριολεκτικά «το κρατώ στα χέρια μου», το προσέχω και το αγαπώ γιατί είναι το πέρασμά μου από μια μορφή γραφής σε μια άλλη, δηλαδή από το επίγραμμα στην αφηγηματική ποίηση. Δεν ήταν το μόνο πέρασμα στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης: Από τη σκληρή δικτατορία περνούσαμε σταθερά στη δημοκρατία, κι επιτέλους όχι πια «καχεκτική». Από τα μέχρι τότε είδη γραφής, κάποιες ποιήτριες είχαμε τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε έναν πιο επαναστατικό και βαθύ γυναικείο λόγο. Από τον ρεαλισμό και τις παγιωμένες περί γραφής αντιλήψεις, στον υπερρεαλισμό που ανέκαμψε στη Γαλλία με αφορμή τον Μάη του ’68, κι εδραιώθηκε σε εμάς εκείνα τα χρόνια. Σημειώνω ότι τότε βγήκε το πιο σημαντικό ίσως φεμινιστικό περιοδικό «Η Σκούπα», και το αντίστοιχο «Αμφί» για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, γυναικών τε και ανδρών. Δύσκολα μα ωραία νιάτα, γόνιμα νιάτα, έχω να πω. Αυτά με έφεραν ως το σήμερα από κάθε άποψη.
-Στο προλογικό σας σημείωμα αναφέρετε ότι το «Κέικ» αφορά μια δική σας τραυματική ερωτική ιστορία. Πώς λειτούργησε τότε η γραφή απέναντι στο τραύμα; Με τα χρόνια αλλάζει η ιαματική δύναμη των λέξεων;
Κάθε λεκτική περιγραφή του τραύματος το περιχαρακώνει, κι ενδεχομένως το απαλύνει. Αλλο όμως να κουβεντιάζουμε για μια τραυματική μας ιστορία με μια φιλενάδα μας, άλλο με τον ψυχίατρο, άλλο να τη γράφουμε σε ημερολόγιο, κι εντελώς άλλο να τη μεταπλάθουμε σε λογοτεχνία. Στην αφηγηματική ποίηση, όπως στο «Κέικ», θα επικαλεστείς μύθους, και σύμβολα, θα χρησιμοποιήσεις διάφορες τεχνικές γραφής. Αυτά, και άλλα, θα μεταπλάσουν το τραύμα ώστε να μην αφορά εσένα μόνο. Διότι η δουλειά της λογοτεχνίας είναι να μεταπλάθει με κανόνες, δημιουργώντας από το ατομικό κάτι καθολικό.
-Ο τίτλος εκπλήσσει. Είναι το «Κέικ» σύμβολο δημιουργίας, επιθυμίας, απόλαυσης, κατανάλωσης;
Ο τίτλος δηλώνει μια βασική, έστω και παλιότερη, λειτουργία των γυναικών, δηλαδή να προσφέρουν τροφή και μαζί απόλαυση στο μικρό σύνολο της οικογένειας ή ευρύτερα. Αλλωστε τα γλυκά συνδέονται με γιορτές και τελετουργίες. Ομως προσοχή, εδώ το κέικ ανατρέπει τον εθιμικό του ρόλο, παίρνει διαφορετικούς, και καμιά φορά σκληρούς συμβολικούς ρόλους, ακριβώς επειδή λειτουργεί μέσα σε μια λογοτεχνική σκηνοθεσία.
-Το «Κέικ» είναι γεμάτο αλληγορίες. Πιστεύετε ότι οι αναγνώστες/αναγνώστριες «συνομιλούν» σήμερα διαφορετικά με αυτό το επίπεδο του βιβλίου;
Μια φίλη πολύ σχετική με τον κινηματογράφο και καλή συγγραφέας μού είπε ότι το απόλαυσε «σαν ταινία του Ταρκόφσκι». Συμφωνώ ότι σήμερα έχει μειωθεί η αναγνωσιμότητα παρόλο που, παραδόξως, εκδίδονται πολύ περισσότερα βιβλία. Κατά τη γνώμη μου, ακόμη και μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχει σύγχρονος και παλιός αναγνώστης. Η λογοτεχνία (όπως και το θέατρο, ο κινηματογράφος, η ζωγραφική, η μουσική κ.λπ.) απευθύνεται σε όλους τους χρόνους και σε όλους τους αναγνώστες. Αρκεί να είναι αυτό που λέμε «επαρκείς» αναγνώστες, γιατί οι πιο πολλοί δεν διαβάζουν πια ούτε εφημερίδα παρά μόνο τις μικρές οθόνες τους. Να πω επίσης ότι τα μέχρι τώρα λογοτεχνικά έργα με αξιώσεις, από όλους εμάς τους συγγραφείς και ποιητές, αποδεικνύουν τελικά την πλήρη ανεπάρκεια της τεχνητής νοημοσύνης να δημιουργήσει ένα έγκυρο λογοτεχνικό αποτέλεσμα, δηλαδή ένα πεζογράφημα ή ένα ποίημα υψηλών αξιώσεων ισάξιο με όσα έχουν υπάρξει –αυτό τουλάχιστον ευελπιστώ. Και νομίζω πως συχνά η χρήσιμη επίκλησή της γίνεται σήμερα για «μπούγιο», για διαφημιστικούς λόγους, ακόμη κι από έγκυρους συγγραφείς. Οι υπόλοιποι όμως συγγραφείς, σε όλο τον κόσμο, κάνουμε αγώνες για το αντίθετο, δηλαδή για να υπερασπιστούμε την προτεραιότητα του ανθρώπινου νου και τα συγγραφικά μας δικαιώματα.
-Αν πλάθατε σήμερα τον άνδρα-κυνηγό του «Κέικ», θα αλλάζατε κάποια του χαρακτηριστικά;
Τα γραπτά μου τα γράφω άπαξ, ούτε διορθώσεις δεν κάνω στις επανεκδόσεις. Αδυνατώ, λοιπόν, να απαντήσω πώς θα έπλαθα εκείνη τη γυναίκα κι εκείνον τον άντρα σήμερα. Πλάστηκαν μια φορά και για πάντα, όσο βραχύ κι αν θα μπορούσε να είναι αυτό το πάντα. Αλλωστε μετά το «Κέικ» και το «Πού ζει ο λύκος;» που μοιάζουν μορφικά, στράφηκα στην πεζογραφία. Σήμερα συνειδητά γράφω αλλιώς, χωρίς όμως να πάψω να αγαπώ τα παλιά μου έργα επειδή το ένα έφερε το άλλο ομαλά, και σε συνέχεια εντός μου.
-Από την πρώτη σας εμφάνιση στα γράμματα έως σήμερα, τι θεωρείτε ότι παραμένει αναλλοίωτο στον πυρήνα της γραφής σας;
Οι κριτικοί επισημαίνουν σταθερά γνωρίσματα της γραφής μου από την επιγραμματική ακόμη ποίηση μέχρι τα μεγάλα μου μυθιστορήματα. Εγώ προσπαθώ να κάνω τη δουλειά μου ανεξάρτητα από επισημάνσεις. Το μόνο σταθερό για μένα είναι ότι δουλεύω τα γραπτά μου πολύ, εξαντλητικά πολύ, ώστε να βγουν όπως τα θέλω. Για αυτό και δεν εκδίδω συχνά καινούργια βιβλία, ούτε γράφω κάθε μέρα, ενώ διαβάζω οπωσδήποτε κάθε μέρα. Για μένα το διάβασμα έχει πιο μεγάλη σημασία από το γράψιμο, γιατί εκτός του ότι «ανοίγει το μυαλό» του συγγραφέα, τον βοηθά «να μην καβαλήσει το καλάμι» νομίζοντας πως είναι ο μοναδικός και ο καλύτερος στη λογοτεχνία της εποχής του, ακόμη και στην παλιότερη.
-Το μυθιστόρημά σας «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» αναδείχθηκε μέσα από την έρευνα του Book Press και του Βιβλιοπωλείου της Πολιτείας ως το καλύτερο ελληνικό λογοτεχνικό έργο των τελευταίων 50 χρόνων. Τι σημαίνει αυτή η αναγνώριση για εσάς;
Χάρηκα φυσικά πολύ -θα ήταν ψυχικά ανώμαλο να μη χαρώ. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα τελευταία πενήντα χρόνια υπάρχουν πολλοί και ισάξιοι συγγραφείς/ποιητές με εμένα, γυναίκες κι άντρες, και κατά κάποιο τρόπο μοιράζομαι μαζί τους αυτή την πρωτιά.
-Σε μια εποχή ταχύτητας, με την επιφάνεια να υπερισχύει του βάθους, ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας;
Ποτέ η λεγόμενη καλή λογοτεχνία, ούτε καμιά άλλη αντίστοιχη τέχνη, δεν στηρίχτηκε στην ταχύτητα ή στην επιφάνεια των πραγμάτων. Και έχουν επιβιώσει σε πολλές καινούργιες τεχνολογίες ή σε αλλαγές τρόπου ζωής. Σήμερα πάλι ζούμε σε μια εποχή με συμπαντικές και ριζικές ανακατατάξεις, που επηρεάζουν και την ιδιωτική μας ζωή. Φαντάζεστε όμως μια κοινωνία, ίσως κοντινή, χωρίς βιβλία, χωρίς τέχνες, χωρίς μόρφωση, χωρίς τις μεγάλες αρχές του Διαφωτισμού; Η απόλυτη δυστοπία, η εξαφάνιση του είδους που λέγεται άνθρωπος για να βγουν μπροστά τα κάθε είδους τέρατα. Η λογοτεχνία, όλες οι τέχνες, πρέπει να δώσουν πάλι τον αγώνα τους για τα αυτονόητα. Κι όπου βγει.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News