«Σε πολλά που έχω κάνει, νιώθω ότι ζω και για τον πατέρα μου»
Ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης αποκαλύπτεται: Για να γράψεις κάτι το οποίο να έχει σημασία, πρέπει να διαθέτεις τόλμη. Τόλμη να κοιτάξεις κατάματα την πραγματικότητα και να την αποτυπώσεις, χωρίς να φοβάσαι μήπως δεν είσαι πια αρεστός

Αποφάσισε να βουτήξει, με την τόλμη που τον διακρίνει, στη ζωή του και δη στα πρώτα 13 χρόνια της, κλείνοντας τον διακόπτη της αφήγησης στο 1979, τότε που έχασε πρόωρα τον πατέρα του. Στο απολαυστικό «Δεκατρία» συνθέτει έναν καμβά προσωπικών βιωμάτων, που ζωντανεύουν με φόντο την εποχή από τη Χούντα έως την πρώιμη Μεταπολίτευση, όπου πρόσωπα, συνήθειες, το πολιτιστικό γίγνεσθαι και οι μόδες αποτυπώνονται με χρώματα ζωηρά και σαγηνευτικά. Ο Χρήστος Χωμενίδης μιλά στην «Π» εκ βαθέων.
-Γιατί τώρα το «Δεκατρία»;
Με άρπαξε από τα μαλλιά. Ηρθε σαν επιφοίτηση ενώ έγραφα ένα άλλο βιβλίο. Αυτές τις ιστορίες τις είχα πάντα μέσα μου. Τις διηγούμην αποσπασματικά και κάποια στιγμή, κάθισα στο γραφείο και σηκώθηκα τέσσερις ώρες μετά, έχοντας γράψει το πρώτο κεφάλαιο, ενώ γράφω πολύ πιο αργά. Το επόμενο πρωί ξύπνησα ανυπόμονος να συνεχίσω. Το βιβλίο αυτό υπαγόρευσε τον εαυτό του.
-Οι γονείς σας κουβαλούσαν το βαρύ παρελθόν των γονιών τους, του απαγχονισθέντος στα Ψηλαλώνια Χρήστου Χωμενίδη, του βουλευτή του ΚΚΕ Βασίλη Νεφελούδη, ο οποίος διαγράφηκε από τον Ζαχαριάδη, κι ακόμα των Γληνών, ενώ η Χούντα τούς είχε ζορίσει οικονομικά. Κι όμως, όπως διαβάζουμε, η στάση τους απέναντι στη ζωή απέπνεε αισιοδοξία. Από πού την αντλούσαν;
Οι γονείς μου δεν ήταν στρατευμένοι. Ηταν τα παιδιά της Κατοχής, οι οποίοι είχαν υποστεί όλη την εθνική περιπέτεια από το ‘40, τον εμφύλιο και τις συνέπειές του. Ηξεραν τι σημαίνει φρίκη, τι σημαίνει πτώματα, τι σημαίνει πείνα. Μου έλεγε η μάνα μου ότι, στην Κατοχή, είχε στ’ αφτιά της το ουρλιαχτό ανθρώπων στην Αθήνα που φώναζαν «πεινάωωω» πριν σωριαστούν κάτω. Ηθελαν, λοιπόν, να τα αφήσουν πίσω τους όλα αυτά, ήθελαν να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να απολαύσουν. Και δεν ήταν μόνο οι γονείς μου, ήταν μια ολόκληρη γενιά που ζούσε με αυτό τον τρόπο. Αυτή είναι η διαφορά με τους ανθρώπους, οι οποίοι, εκ του ασφαλούς, στην περίοδο της κρίσης, έξυναν αυτές τις πληγές του παρελθόντος. Και νομίζω ότι έκαναν πολύ μεγάλο λάθος. Δεν είχαν συναίσθηση των μεγεθών.
-Στο «Δεκατρία» μιλάτε ανοιχτά για την ερωτική ζωή των γονιών και των συγγενών σας. Σας προβλημάτισε κατά πόσο θα έπρεπε να προχωρήσετε σε αυτή την έκθεση;
Καθόλου δεν με προβλημάτισε. Ξέρω ότι ο έρωτας ήταν γι’ αυτούς τους ανθρώπους ένα πολύ βασικό πράγμα και δεν το έκρυβαν. Η μαμά μου έλεγε, το γράφω στο βιβλίο, ότι το σεξ για ένα ζευγάρι είναι η πρώτη φροντίς το πρωί και η τελευταία το βράδυ. Ακούγεται πάρα πολύ αισιόδοξο. Ελεγε ότι μια σχέση ανθίζει ή μαραίνεται στο κρεβάτι, τα υπόλοιπα είναι εκ περισσού. Τόσο σαφής αντίληψη. Δεν είχαν ενοχές, ούτε έθαβαν πράγματα. Ετσι, νομίζω, ήταν η εποχή. Οχι όπως σήμερα, που από τη μία έχουμε μια τρομακτική προσφορά πορνογραφίας και από την άλλη έναν νεοπουριτανισμό.
-Πώς βιώσατε τη διαδικασία της συγγραφής, επιστρέφοντας σε ευχάριστες αλλά και επώδυνες καταστάσεις;
Πολύ λυτρωτικά. Το βιβλίο αυτό χαιρόμουν που το έγραφα. Ακόμα και τα πιο δύσκολα. Δεν είναι μυθιστόρημα ή είναι μυθιστόρημα, δεν ξέρω. Αλλά ήθελα να είμαι πάρα πολύ ειλικρινής, πάρα πολύ ακριβής, και να φτιάξω μία μυθολογία από εντελώς πραγματικά υλικά και με ονόματα. Στα «Ανοιχτά χαρτιά» και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Το χρονικό μιας δεκαετίας», ο Ελύτης λέει για τα τρία «Τ»: Τύχη, Τέχνη, Τόλμη, που πρέπει να έχεις όταν δημιουργείς. Οσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω ότι και τα δύο πρώτα προϋποτίθενται, φυσικά, αλλά το βασικό είναι η τόλμη. Για να γράψεις κάτι το οποίο να έχει σημασία, να έχει βάθος, πρέπει να διαθέτεις τόλμη. Τόλμη να κοιτάξεις κατάματα την πραγματικότητα και να την αποτυπώσεις χωρίς να στρογγυλεύεις, χωρίς να αποσιωπάς, χωρίς να φοβάσαι μήπως δεν είσαι πια αρεστός. Και νομίζω ότι το «Δεκατρία» έχει τόλμη.
-Τι συνέβη μέσα σας όταν ήρθατε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο του πατέρα σας;
Νομίζω ότι ήμουν σαν τα γουρουνάκια στο γνωστό παραμύθι, που κάνει ο λύκος ένα «φου» και η ειδυλιακή τους πραγματικότητα διαλύεται. Διδάχτηκα με τον πιο σκληρό τρόπο ότι όλα είναι προσωρινά, ότι χτίζουμε στην άμμο και ότι δεν πρέπει να θεωρούμε τίποτα ως δεδομένο. Αυτό σου δημιουργεί μια ανασφάλεια, ειδικά αν είσαι παιδί. Το άλλο το οποίο κατάλαβα -νομίζω, δηλαδή, κάνω τώρα μια αμπελο-αυτοψυχαναλυση- είναι ότι γεννήθηκε σε εκείνη τη φάση και ο σπόρος της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας, με την εξής έννοια. Τον μπαμπά μου τον θαύμαζα πάρα πολύ, πίστευα και πιστεύω ότι δεν απομυθοποιήθηκε στην πορεία των χρόνων, επειδή ακριβώς δεν έζησε. Οταν πέθανε είχε για μένα ακόμα μια ηρωική λάμψη. Και αυτό το χάρισμά του, η πληθωρικότητά του, αισθανόμουν ότι χάθηκε μαζί του γιατί δεν την είχε αποτυπώσει κάπου. Συνεπώς, μου γεννήθηκε η επιθυμία, ασυνείδητα στην αρχή, να δημιουργήσω ένα έργο το οποίο εν δυνάμει θα επιβιώσει εμού.
-Πόσο του μοιάζετε και πόσο διαφέρετε;
Νομίζω ότι του μοιάζω πάρα πολύ, απλώς δεν έχω αυτή την πολύ βαριά σφραγίδα των οριακών γεγονότων που είχε ζήσει ο ίδιος σε πολύ τρυφερή ηλικία. Εγώ βίωσα τον θάνατό του, αλλά ο ίδιος βίωσε τον θάνατο του πατέρα του, την αυτοκτονία της γυναίκας του πατέρα του, το να αναγκαστεί να πουλάει λεμόνια στην Ομόνοια, το να πάθει αδενοπάθεια. Είχε μια φοβία, που εγώ δεν έχω, ότι θα συμβεί κάτι το οποίο θα μας διαλύσει, όπως και συνέβη. Πέθανε την εποχή που ήθελε πολύ να ξεδιπλώσει την προσωπικότητά του, και επαγγελματικά, και αυτό του στερήθηκε. Ετσι, σε πολλά πράγματα, τα οποία έχω κάνει στη ζωή μου, νιώθω ότι ζω και γι’ αυτόν.
-Μεγαλώσατε με πολλή αγάπη και μεγάλη ελευθερία. Επηρέασε αυτός ο τρόπος ανατροφής τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνετε τη δική σας κόρη;
Ναι, εντελώς. Η Νίκη είναι τώρα πια 16. Θέλω να ξέρω πού βρίσκεται και της έχω πει μόνο δυο πράγματα. Να μην ανεβαίνει σε μηχανές και αυτοκίνητα, γιατί το θεωρώ πολύ επικίνδυνο, και όταν θα έχει ένα αγόρι/κορίτσι, ό,τι θέλει, όποτε θέλουν να βρεθούν μόνοι, να έρχονται σπίτι μας κι εμείς θα φεύγουμε. Με τρομάζει η πιθανότητα να βρεθεί ανυπεράσπιστη σε ένα ξένο σπίτι. Οσο για τα ναρκωτικά, της έχω μιλήσει για τον κίνδυνο που ενέχουν να αποβλακωθεί κανείς από τη χρήση, κι αυτό ακούγεται πιο απειλητικό από τον θάνατο στα παιδιά.
-Συναντάτε, υποθετικά, τον 13χρονο Χρήστο. Τι του λέτε;
Του λέω ότι σου «έχω πολύ καλά νέα: «Θα περάσεις περίφημα στη ζωή σου αλλά και πάρα πολύ δύσκολα». Του λέω να μη φοβάται. Του λέω ότι τα σγουρά του μαλλιά που στα 13 του ήταν μεγάλο πρόβλημα για εκείνον, αρέσουν στα κορίτσια και θα τον συμβούλευα να κάνει γυμναστική και να μη λουφάρει.
-Σκοπεύετε να συναντήσετε, στο χαρτί, τώρα, τον Χρήστο μεγαλύτερο;
Ναι, γράφω τη συνέχεια του «Δεκατρία», την τρομερή εφηβεία στην Αθήνα του ’80. Δεν ξέρω πού θα τελειώσω. Εκεί που έδωσα εξετάσεις στη Νομική και πήρα 12 στην Εκθεση, που έμεινα έξω από τη Νομική για ένα μόριο και καθόμουν στη βεράντα του σπιτιού, κάπνιζα και αναρωτιόμουν τι θα απογίνω;
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News