Τέμπη: Συγκλονιστικές καταθέσεις επιζώντων – «Ήταν σαν πολεμική ταινία, μύριζε θάνατο»

Τραυματίες περιέγραψαν στη δίκη τις στιγμές της σύγκρουσης, την προσπάθεια απεγκλωβισμού και τη μάχη για να κρατηθούν στη ζωή – Συγκλονίζει η μαρτυρία του γιου εργαζομένου στο κυλικείο που έχασε τη ζωή του

Τέμπη: Συγκλονιστικές καταθέσεις επιζώντων – «Ήταν σαν πολεμική ταινία, μύριζε θάνατο»

Με τις μαρτυρίες επιζώντων και συγγενών θυμάτων συνεχίστηκε στη Λάρισα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η δίκη για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών. Κατά την 42η συνεδρίαση, τραυματίες επιβάτες περιέγραψαν τις δραματικές στιγμές της σύγκρουσης, την προσπάθειά τους να απεγκλωβιστούν από τα συντρίμμια και τις εικόνες που αντίκρισαν μέσα στο σκοτάδι και στις φλόγες.

Στην αίθουσα βρίσκονταν οι δύο κατηγορούμενοι Παύλος Κουζής και Σπυρίδων Πατέρας, ενώ έγινε γνωστό ότι οι συγγενείς της Εριέττας Μόλχο θα καταθέσουν σε επόμενη συνεδρίαση.

«Έπεφτα και ξανασηκωνόμουν»

Ο Αριστείδης Καραντζούνης, ο οποίος επέβαινε στο δεύτερο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας, περιέγραψε όσα έζησε από τη στιγμή της σύγκρουσης μέχρι τη διάσωσή του. Θυμήθηκε ότι οι επιβάτες είχαν ενημερωθεί για καθυστερήσεις και αστειεύονταν μεταξύ τους, χωρίς να φαντάζονται τι θα ακολουθούσε.

«Μάθαμε ότι η προηγούμενη αμαξοστοιχία είχε καθυστέρηση και κάναμε χιούμορ, το διασκεδάζαμε. Λέγαμε θα φτάσουμε. Τραγική ειρωνεία», κατέθεσε.

Τη στιγμή της σύγκρουσης παρακολουθούσε ταινία στο κινητό του. Όπως περιέγραψε, ένιωσε ένα απότομο φρενάρισμα και εκτινάχθηκε από τη θέση του, χτυπώντας σε διάφορα σημεία του βαγονιού.

Όταν συνήλθε, βρέθηκε σε χωράφι, στη δεξιά πλευρά των γραμμών. Είχε υποστεί κατάγματα στα πλευρά και θλάση στον πνεύμονα, ενώ δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Όπως είπε, χρειάστηκε να περάσουν ημέρες μέχρι να πληροφορηθεί στο νοσοκομείο ότι η αμαξοστοιχία στην οποία επέβαινε είχε συγκρουστεί με άλλη.

Η προσπάθειά του να απομακρυνθεί από το σημείο έγινε παρά τους τραυματισμούς του. «Προσπαθούσα σιγά σιγά να σηκωθώ. Κατάλαβα ότι είχα τραύμα στο πόδι και σέρνοντας άρχισα να απομακρύνομαι. Ήταν το σκηνικό σαν πολεμική ταινία. Έπεφτα και ξανασηκωνόμουν μέχρι να καταφέρω να φτάσω σε δύο άτομα», ανέφερε.

Στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι είχε τραυματιστεί και στο κεφάλι. «Ένιωσα το κεφάλι μου να καίει, έβαλα το χέρι μου και είδα ότι ήμουν γεμάτος αίματα. Πανικοβλήθηκα», κατέθεσε.

Η εικόνα πίσω του ήταν εφιαλτική. «Κοίταξα πίσω και άρχισε να ξεπηδάει μια φωτιά. Άρχισε να εξαπλώνεται. Άκουγα “βοήθεια”. Ήταν πίσσα σκοτάδι, ήταν μάζες μετάλλων μέσα στη φωτιά», περιέγραψε.

Στην προσπάθειά του να προστατευτεί από το κρύο, μια γυναίκα τού έδωσε ένα ρούχο από τη βαλίτσα της. Αργότερα, εντόπισε ένα αυτοκίνητο και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. «Κατέβασα το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και δεν μπορούσα να αναγνωρίσω το πρόσωπό μου. Ήταν σαν να ήταν ένας άλλος», είπε.

Τελικά, τον εντόπισε διασώστης του ΕΚΑΒ και μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, έχοντας τραύμα στο κεφάλι, κατάγματα στα πλευρά, θλάση στον πνεύμονα και μώλωπες.

«Έψαξα την Ιφιγένεια, ήταν εγκλωβισμένη στις λαμαρίνες»

Στη συνέχεια κατέθεσε ο Αριστοφάνης Ξανθόπουλος, ο οποίος επέβαινε στο τρίτο βαγόνι μαζί με την Ιφιγένεια Μίτσκα. Όπως περιέγραψε, μετά τη σύγκρουση προσπάθησε αμέσως να την εντοπίσει.

«Έψαξα την Ιφιγένεια. Ήταν μισή εντός και μισή εκτός. Προσπάθησα να τη σηκώσω, ήταν εγκλωβισμένη σε κάποιες λαμαρίνες. Ζήτησα βοήθεια», κατέθεσε.

Με τη βοήθεια ενός ακόμη επιβάτη, του Μιχάλη, κατάφεραν να την απεγκλωβίσουν. Ο μάρτυρας περιέγραψε τη σοβαρότητα των τραυμάτων της και την αγωνία του για το αν ήταν ζωντανή.

«Είχα σοκαριστεί. Το κεφάλι της ήταν μέσα στα αίματα. Είχε σοβαρό τραύμα στο κεφάλι και στον αυχένα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν είναι στη ζωή», ανέφερε.

Ο ίδιος βγήκε από το βαγόνι αναζητώντας βοήθεια, ωστόσο οι πυροσβέστες διαπίστωσαν ότι ήταν και εκείνος σοβαρά τραυματισμένος και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο.

Αναφερόμενος στις στιγμές μετά τη σύγκρουση, μίλησε για το σκοτάδι, τη φωτιά, τον καπνό και μια ασυνήθιστη μυρωδιά που είχε αντιληφθεί. «Στη σύγκρουση άκουσα το μπαμ, έσβησαν τα φώτα. Υπήρχε μια περίεργη μυρωδιά. Μύριζαν και τα ρούχα μου μετά. Υπήρχε φωτιά και καπνός», κατέθεσε.

«Μύριζε καμένο σίδερο, μύριζε θάνατο»

Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η κατάθεση του Φιόραλντ Μπόζο, πατέρα του Παυλίνι Μπόζο, ο οποίος εργαζόταν στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας και έχασε τη ζωή του στο δυστύχημα.

Ο μάρτυρας, που ζει στην Ελβετία, περιέγραψε πώς πληροφορήθηκε τη σύγκρουση και την αγωνία που ακολούθησε, όταν προσπάθησε να μάθει τι είχε συμβεί στον πατέρα του.

«Εκείνη την ημέρα ξύπνησα να πάω στη δουλειά. Άκουσα στα ελληνικά κανάλια για μια μετωπική σύγκρουση στα Τέμπη. Αμέσως η ανάσα μου κόπηκε, γιατί ήξερα πως δούλευε ο πατέρας μου. Τον κάλεσα στο κινητό, δεν χτυπούσε καν. Το μυαλό μου πήγε στο χειρότερο», κατέθεσε.

Αρχικά, η μητέρα του τον διαβεβαίωσε ότι ο πατέρας του είχε επιστρέψει στο σπίτι. Όταν, όμως, έλεγξε την κρεβατοκάμαρα, διαπίστωσε ότι το κρεβάτι ήταν άδειο. Ο ίδιος πήρε το πρώτο αεροπλάνο για τη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια κατευθύνθηκε οδικώς προς το σημείο της τραγωδίας.

«Το σημείο ήταν σαν τόπος πολέμου. Βαγόνια αναποδογυρισμένα και καμένα, συντρίμμια παντού. Μύριζε καμένο σίδερο, μύριζε θάνατο», ανέφερε.

Όπως υποστήριξε, η οικογένεια δεν είχε ουσιαστική ενημέρωση για την τύχη του ανθρώπου της. Η ταυτοποίηση της σορού του έγινε στις 4 Μαρτίου, ενώ η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου.

«Μας είπαν πως ήταν αρτιμελής αλλά απανθρακωμένος», κατέθεσε, περιγράφοντας τον πόνο της οικογένειας και την προσπάθεια να κατανοήσει τις συνθήκες θανάτου του.

Ο μάρτυρας εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο πατέρας του προσπάθησε να σωθεί, αλλά έχασε τη ζωή του από τη φωτιά που ακολούθησε τη σύγκρουση. Παράλληλα, αμφισβήτησε την εξήγηση που αποδίδει την πυρόσφαιρα στα έλαια σιλικόνης και έθεσε ερωτήματα για τις εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στη σορό.

«Μας έδωσαν χαρτί που έλεγε καθολική απανθράκωση. Γιατί δεν έγιναν τοξικολογικές εξετάσεις για να ξέρω από τι πέθανε ο πατέρας μου; Για την ταρίχευση δεν μας ρώτησε κανένας. Ποιος πήρε τέτοια απόφαση;», ανέφερε.

«Θα έχουμε ξανά Τέμπη αν δεν παρθεί μια σωστή απόφαση»

Ο Φιόραλντ Μπόζο παρουσίασε στο δικαστήριο έγγραφα τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτύπωναν προβλήματα στη λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου, μεταξύ των οποίων ελλείψεις προσωπικού και συστημάτων ασφαλείας.

Ζήτησε να αποδοθούν ευθύνες στους υπευθύνους, εκφράζοντας την αγανάκτησή του για όσα, όπως υποστήριξε, δεν έγιναν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.

«Ζητάμε τη δικαίωση. Να πάρουμε αυτό που αναλογεί στον καθένα και για παραδειγματισμό. Θα έχουμε ξανά Τέμπη αν δεν παρθεί μια σωστή απόφαση», ανέφερε.

Κλείνοντας την κατάθεσή του, αναφέρθηκε στην εμπιστοσύνη που είχε πριν από την τραγωδία στην ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών. «Πίστευα πως ο πατέρας μου δούλευε στο πιο ασφαλές μέσο της Ευρώπης και μετά την πατήσαμε!», είπε χαρακτηριστικά.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο