Το δημογραφικό δεν λύνεται όταν μια γενιά δεν έχει σπίτι να ζήσει
Η Ελλάδα συζητά ξανά για το δημογραφικό, αλλά συχνά αποφεύγει την πιο άβολη αλήθεια: δεν μπορείς να ζητάς από τους νέους να κάνουν παιδιά, όταν δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο, να σταθούν οικονομικά ή να νιώσουν ότι έχουν έναν ασφαλή χώρο για να χτίσουν τη ζωή τους.
Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για το δημογραφικό, μοιάζει σαν να ξεκινάμε από το τέλος της διαδρομής. Μετράμε γεννήσεις, συγκρίνουμε ποσοστά, μιλάμε για μια κοινωνία που γερνά, για ένα ασφαλιστικό σύστημα που πιέζεται, για σχολεία που αδειάζουν και για χωριά που χάνουν τον πληθυσμό τους. Όλα αυτά είναι πραγματικά. Όμως δεν είναι η αρχή του προβλήματος, αλλά το αποτέλεσμα.
Το δημογραφικό δεν ξεκινά την ώρα που ένα ζευγάρι αποφασίζει αν θα κάνει παιδί. Ξεκινά πολύ νωρίτερα. Ξεκινά από το αν μπορεί να φύγει από το παιδικό δωμάτιο, από το αν μπορεί να νοικιάσει ένα σπίτι χωρίς να δίνει τον μισό ή και παραπάνω μισθό του, από το αν μπορεί να πληρώσει ρεύμα, σούπερ μάρκετ, μετακινήσεις, γιατρό, φροντιστήριο, παιδικό σταθμό. Από το αν μπορεί να κοιτάξει το αύριο χωρίς να νιώθει ότι του ζητούν να παίξει έναν ρόλο για τον οποίο κανείς δεν του έδωσε τις βασικές προϋποθέσεις.
Δεν είναι ότι οι νέοι δεν θέλουν παιδιά. Είναι ότι πολλοί δεν μπορούν ούτε να φανταστούν με ασφάλεια τη ζωή μέσα στην οποία θα τα μεγαλώσουν.
Η πιο σκληρή αλήθεια είναι αυτή: σε μια χώρα όπου η στέγη έχει γίνει πολυτέλεια, η συζήτηση για το δημογραφικό κινδυνεύει να ακούγεται υποκριτική. Πώς να μιλήσεις για οικογένεια όταν ένα αξιοπρεπές σπίτι σε μια πόλη κοστίζει όσο ένας ολόκληρος μισθός; Πώς να μιλήσεις για δεύτερο παιδί όταν το πρώτο ήδη μεγαλώνει μέσα σε οικονομικό στρες; Πώς να πείσεις έναν νέο άνθρωπο να μείνει ή να επιστρέψει στην Ελλάδα, όταν ξέρει ότι θα δουλεύει κυρίως για να πληρώνει ενοίκιο και λογαριασμούς;
Το σπίτι δεν είναι απλώς τετραγωνικά, είναι το πρώτο αίσθημα ασφάλειας, είναι το μέρος όπου μπορείς να σχεδιάσεις. Να πεις «εδώ θα μείνω», «εδώ μπορώ να χτίσω κάτι», «εδώ μπορώ να μεγαλώσω ένα παιδί». Όταν αυτό λείπει, όλα τα υπόλοιπα γίνονται θεωρία. Και η θεωρία, όσο καλοδιατυπωμένη κι αν είναι, δεν μεγαλώνει παιδιά.
Τα τελευταία χρόνια, η στεγαστική κρίση δεν αφορά μόνο τους πιο αδύναμους. Αφορά εργαζόμενους, ζευγάρια με δύο εισοδήματα, νέους επιστήμονες, ανθρώπους που κάνουν «όλα σωστά» και πάλι δεν τα βγάζουν πέρα. Αυτό είναι που κάνει το πρόβλημα βαθύτερο. Δεν μιλάμε πια μόνο για φτώχεια. Μιλάμε για μια νέα κανονικότητα ανασφάλειας, όπου η εργασία δεν εγγυάται αξιοπρεπή ζωή και όπου η οικογένεια γίνεται όλο και περισσότερο υπόθεση όσων έχουν ήδη κάποια στήριξη από πίσω.
Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι κάθε μέτρο ενίσχυσης έχει τη σημασία του. Ένα επίδομα γέννας, μια φορολογική ελάφρυνση, μια οικονομική παροχή για οικογένειες με παιδιά μπορούν να βοηθήσουν. Αλλά δεν αρκούν. Γιατί το παιδί δεν είναι μια έκτακτη δαπάνη που καλύπτεται με ένα ποσό και τελειώνει. Είναι μια διαρκής ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη χρειάζεται σταθερότητα.
Χρειάζεται μισθούς που να αντέχουν την πραγματικότητα, χρειάζεται δημόσια υγεία που να μη σε εξαντλεί, παιδικούς σταθμούς που να χωρούν όλα τα παιδιά. Χρειάζεται σχολεία, μετακινήσεις, κοινωνικές υπηρεσίες, στήριξη στην καθημερινότητα, μια Πολιτεία που δεν θα λέει απλώς «κάντε παιδιά», αλλά θα έχει φροντίσει ώστε η οικογένεια να μη νιώθει μόνη απέναντι σε όλα.
Αν δεν υπάρχουν αυτά, τότε το μήνυμα προς τους νέους γίνεται σχεδόν κυνικό: κάντε οικογένεια, αλλά αναλάβετε μόνοι σας το κόστος, το άγχος και τον κίνδυνο.
Υπάρχει επίσης μια τάση να αντιμετωπίζεται η απόφαση για παιδί σαν καθαρά προσωπικό ή συναισθηματικό ζήτημα. Σαν να εξαρτάται μόνο από το αν κάποιος «θέλει αρκετά». Όμως οι άνθρωποι δεν ζουν σε κενό. Οι αποφάσεις τους διαμορφώνονται από τις συνθήκες μέσα στις οποίες κινούνται.
Ένα νέο ζευγάρι δεν σκέφτεται μόνο αν αγαπιέται. Σκέφτεται αν μπορεί να σταθεί, αν θα έχει δουλειά που δεν αλλάζει κάθε λίγους μήνες, αν μπορεί να πληρώσει ένα δυάρι, αν υπάρχει κάποιος να κρατήσει το παιδί όταν αρρωστήσει, αν μπορεί να λείψει από τη δουλειά χωρίς να θεωρηθεί πρόβλημα, αν η μητρότητα θα γίνει επαγγελματική τιμωρία, αν η πατρότητα θα αντιμετωπιστεί σοβαρά ή σαν δευτερεύουσα υπόθεση.
Το δημογραφικό είναι και ζήτημα ισότητας. Γιατί όσο η φροντίδα πέφτει κυρίως στις γυναίκες, όσο η αγορά εργασίας αντιμετωπίζει τη μητρότητα σαν εμπόδιο, όσο η οικογένεια στηρίζεται στις αντοχές της γιαγιάς, του παππού και της προσωπικής εξάντλησης, τόσο η απόφαση για παιδί γίνεται πιο δύσκολη. Δεν αρκεί να μιλάμε γενικά για οικογένεια. Πρέπει να μιλήσουμε για το ποιος πληρώνει το κόστος της, ποιος κουβαλά την ευθύνη της και ποιος μένει πίσω όταν το σύστημα δεν βοηθά.
Στη συζήτηση για το δημογραφικό μπαίνει συχνά και η περιφέρεια. Και σωστά. Η Ελλάδα δεν γερνά μόνο ηλικιακά. Αδειάζει και γεωγραφικά. Χωριά, μικρές πόλεις και ολόκληρες περιοχές βλέπουν τους νέους να φεύγουν, τα σχολεία να μικραίνουν, τις υπηρεσίες να αποδυναμώνονται. Όμως κανείς δεν μένει σε έναν τόπο μόνο επειδή τον αγαπά. Η αγάπη για τον τόπο δεν πληρώνει λογαριασμούς. Δεν αντικαθιστά το νοσοκομείο, τον παιδικό σταθμό, τη δουλειά, το ίντερνετ, τον δρόμο, την ασφάλεια.
Αν η περιφέρεια δεν έχει πραγματικές ευκαιρίες, γίνεται τόπος καταγωγής, όχι τόπος ζωής. Και εδώ η στέγη παίζει ξανά καθοριστικό ρόλο. Ακόμη και εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, η κατοικία δεν είναι πάντα εύκολη ή προσιτή. Τουρισμός, βραχυχρόνιες μισθώσεις, έλλειψη διαθέσιμων σπιτιών, παλιά ακίνητα που χρειάζονται μεγάλα ποσά για να κατοικηθούν, όλα αυτά δημιουργούν μια νέα μορφή αποκλεισμού. Το να μείνει κάποιος στην περιφέρεια και να κάνει οικογένεια εκεί δεν μπορεί να είναι ρομαντική έκκληση. Πρέπει να είναι ρεαλιστική επιλογή.
Στον πυρήνα του δημογραφικού υπάρχει και κάτι ακόμη: η εμπιστοσύνη. Για να κάνει κάποιος παιδί, δεν χρειάζεται να είναι πλούσιος. Χρειάζεται όμως να πιστεύει ότι το αύριο δεν θα είναι χειρότερο από το σήμερα. Χρειάζεται να νιώθει ότι υπάρχει ένα δίχτυ προστασίας, μια στοιχειώδης προβλεψιμότητα, μια κοινωνία που δεν θα τον εγκαταλείψει.
Αυτή η εμπιστοσύνη έχει τραυματιστεί βαθιά. Πολλοί νέοι μεγάλωσαν μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις: οικονομική κρίση, πανδημία, ακρίβεια, εργασιακή ανασφάλεια, στεγαστική πίεση. Έμαθαν να αναβάλλουν, να περιμένουν, να μη δεσμεύονται. Να λένε «όταν στρώσουν τα πράγματα». Μόνο που τα πράγματα δεν στρώνουν ποτέ αρκετά.
Και έτσι η ζωή μπαίνει σε αναμονή. Η συγκατοίκηση καθυστερεί, ο γάμος, για όσους τον θέλουν, αναβάλλεται. Το πρώτο παιδί μετατίθεται. Το δεύτερο συχνά δεν έρχεται ποτέ. Όχι επειδή οι άνθρωποι έγιναν ξαφνικά αδιάφοροι. Αλλά επειδή έμαθαν να φοβούνται το μέλλον.
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για δημογραφικό, πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά για δημόσια στεγαστική πολιτική. Όχι μόνο για δάνεια. Όχι μόνο για προγράμματα που αφορούν όσους μπορούν ήδη να περάσουν από τα φίλτρα των τραπεζών. Αλλά για ένα σχέδιο που θα βλέπει τη στέγη ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι μόνο ως επενδυτικό προϊόν.
Χρειάζονται πολιτικές που αυξάνουν τη διαθέσιμη κατοικία για μακροχρόνια μίσθωση. Χρειάζονται κίνητρα για να αξιοποιηθούν κλειστά σπίτια. Χρειάζεται σοβαρή συζήτηση για το πού η αγορά έχει ξεφύγει. Χρειάζεται προστασία για τους ενοικιαστές, αλλά και στήριξη για μικρούς ιδιοκτήτες που δεν μπορούν να ανακαινίσουν ακίνητα. Χρειάζεται κοινωνική κατοικία με σύγχρονους όρους, όχι ως φιλανθρωπία, αλλά ως αναγκαία υποδομή.
Γιατί αν η στέγη παραμείνει αποκλειστικά παιχνίδι της αγοράς, τότε η οικογένεια θα γίνει προνόμιο όσων έχουν ήδη περιουσία, αποταμιεύσεις ή οικογενειακή βοήθεια. Και αυτό δεν είναι απλώς κοινωνικά άδικο. Είναι δημογραφικά αυτοκαταστροφικό.
Το δημογραφικό δεν θα λυθεί με ευχές, ούτε με πανικό. Δεν θα λυθεί με το να φορτώνουμε ενοχές στους νέους, στις γυναίκες, στα ζευγάρια που δεν κάνουν παιδιά ή κάνουν λιγότερα από όσα ίσως θα ήθελαν. Δεν θα λυθεί με ηθικολογίες για το πώς «παλιά οι άνθρωποι τα κατάφερναν με λιγότερα». Άλλες εποχές, άλλες ανάγκες, άλλες πιέσεις. Σήμερα ένα παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα πολύ ακριβότερο, πιο απαιτητικό και πιο αβέβαιο περιβάλλον. Και οι άνθρωποι το ξέρουν. Γι’ αυτό διστάζουν.
Η αλήθεια είναι απλή και δύσκολη μαζί: αν θέλουμε περισσότερα παιδιά, πρέπει πρώτα να φτιάξουμε μια χώρα όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Μια χώρα όπου η εργασία θα αρκεί για να στηρίξει μια ζωή. Όπου το σπίτι δεν θα είναι άπιαστο όνειρο. Όπου η οικογένεια δεν θα αντιμετωπίζεται ως ατομικό ρίσκο, αλλά ως κοινωνική προτεραιότητα.
Μέχρι τότε, κάθε συζήτηση για το δημογραφικό θα μένει μισή. Γιατί δεν μπορείς να ζητάς από μια γενιά να γεννήσει το μέλλον, όταν δεν της έχεις εξασφαλίσει ούτε το παρόν.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
