Ζακ Τατί: Έχτισε μια πόλη για μια κωμωδία και χρεοκόπησε

Το «Playtime» χρειάστηκε τη δική του Tativille, στοίχισε στον δημιουργό του την περιουσία του και απέτυχε στα ταμεία. Σήμερα, ο κόσμος του μοιάζει ενοχλητικά γνώριμος

Ζακ Τατί: Έχτισε μια πόλη για μια κωμωδία και χρεοκόπησε Ο κύριος Ιλό μπροστά στον λαβύρινθο των γραφείων του «Playtime», στην κινηματογραφική πόλη που κατασκεύασε ο Ζακ Τατί

Στο «Playtime», μια γυάλινη πόρτα έχει γίνει θρύψαλα, αλλά ο θυρωρός συνεχίζει να την ανοιγοκλείνει. Κρατά μόνο το πόμολο και υποδέχεται τους πελάτες με όλες τις επισημότητες. Οι τύποι τηρούνται άψογα, έστω κι αν λείπει η πόρτα.

Για να κινηματογραφήσει τέτοιες παραδοξότητες, ο Ζακ Τατί κατασκεύασε έξω από το Παρίσι μια ολόκληρη κινηματογραφική πόλη. Το «Playtime» του 1967 εξελίχθηκε σε μια τόσο απαιτητική παραγωγή, ώστε ο σκηνοθέτης υποθήκευσε το σπίτι του και έβαλε σε κίνδυνο τα δικαιώματα των προηγούμενων ταινιών του. Η εμπορική αποτυχία που ακολούθησε τον οδήγησε στην οικονομική καταστροφή.

Στις 4 Νοεμβρίου συμπληρώνονται 44 χρόνια από τον θάνατό του, το 1982. Και η πόλη που επινόησε εξακολουθεί να μοιάζει απελπιστικά οικεία σε όποιον έχει χαθεί σε ένα συγκρότημα γραφείων ή έχει παλέψει με μια συσκευή που αγοράστηκε για να του κάνει τη ζωή ευκολότερη.

Διαβάστε επίσης: Dirty Dancing: Το ξενοδοχείο που το ενέπνευσε είχε κλείσει πριν από την πρεμιέρα

Η Tativille είχε ακόμη και δική της ηλεκτροδότηση

Ο Τατί είχε ήδη γνωρίσει διεθνή επιτυχία με τον «Θείο μου», την ταινία του 1958 που κέρδισε το Όσκαρ ξενόγλωσσου φιλμ το 1959. Στα ταξίδια για την προώθησή της παρατηρούσε τα αεροδρόμια: διαφορετικές πόλεις, όλο και πιο όμοιοι χώροι υποδοχής. Αυτή η ομοιομορφία θα γινόταν η βάση του επόμενου εγχειρήματός του.

Η Tativille, όπως ονομάστηκε το τεράστιο σκηνικό του «Playtime», στήθηκε με τον σκηνογράφο Εζέν Ρομάν. Περίπου εκατό εργάτες συμμετείχαν στην κατασκευή. Υπήρχαν κτίρια από γυαλί και μέταλλο, δρόμος πρόσβασης και δική της μονάδα ηλεκτροδότησης. Σε ένα από τα κτίρια λειτουργούσε ακόμη και κυλιόμενη σκάλα. Σε ορισμένα μακρινά πλάνα, πάντως, κομπάρσους αντικατέστησαν επίπεδες φιγούρες από χαρτόνι.

Ο Τατί επέλεξε να γυρίσει σε φιλμ 70 χιλιοστών, για να χωρέσει στην οθόνη έναν κόσμο γεμάτο ταυτόχρονες μικρές δράσεις. Στα μεγάλα πλάνα του, ένα αστείο μπορεί να γεννιέται στο βάθος ενώ ο θεατής κοιτάζει κάποιον άλλο μπροστά. Χρειαζόταν την καθαρότητα της εικόνας για να μπορεί το μάτι να περιπλανιέται και να ανακαλύπτει λεπτομέρειες.

Στην πραγματική παραγωγή, πάντως, η τάξη αποδείχθηκε εξαιρετικά εύθραυστη. Ισχυροί άνεμοι κατέστρεψαν τμήμα του σκηνικού, που χρειάστηκε να ξαναχτιστεί. Ο καιρός, οι αλλαγές και οι οικονομικές δυσκολίες έφερναν συνεχείς καθυστερήσεις. Ο Κεντ Τζόουνς, στο ιστορικό της ταινίας για την Criterion, καταγράφει 365 ημέρες γυρισμάτων και εννέα μήνες μεταπαραγωγής.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 1967. Ο ίδιος ο Τατί προχώρησε σε περικοπές, όμως η προσέλευση δεν επαρκούσε για να καλύψει το κόστος. Το πανάκριβο φορμά είχε και ένα πρακτικό μειονέκτημα: λίγες αίθουσες μπορούσαν να το προβάλουν. Η Specta Films, η εταιρεία παραγωγής του, οδηγήθηκε τελικά σε εκκαθάριση και εκείνος έχασε τα δικαιώματα των έργων του.

Ούτε η Tativille σώθηκε. Ο δημιουργός της ήλπιζε ότι θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως κινηματογραφικό στούντιο, ένα είδος γαλλικής Τσινετσιτά. Παρά τις προσπάθειές του, το σκηνικό κατεδαφίστηκε. Στην ταινία έμεινε μια πόλη που μπορούσε κανείς να επισκεφθεί μόνο αγοράζοντας εισιτήριο σινεμά.

Διαβάστε επίσης: Πήραν σύνταξη και γύρισαν ταινία τρόμου με ένα δολοφονικό χαλί

Στο Royal Garden η βλάβη γίνεται γιορτή

Ο κύριος Ιλό φτάνει σε αυτό το φουτουριστικό Παρίσι για ένα επαγγελματικό ραντεβού και μπλέκεται σε ένα σύστημα που μοιάζει φτιαγμένο για να εμποδίζει τους ανθρώπους να συναντηθούν. Οι γυάλινοι τοίχοι επιτρέπουν να βλέπεις παντού, αλλά δεν σε βοηθούν απαραίτητα να βρεις πού πρέπει να πας.

Στην αίθουσα αναμονής, οι μαύρες πολυθρόνες τραβούν την προσοχή του με τον ήχο που κάνουν όταν το κάθισμά τους ξαναπαίρνει το σχήμα του. Σε μια έκθεση οικιακού εξοπλισμού, ένας κάδος σκουπιδιών παραπέμπει σε αρχαία ελληνική κολόνα, ενώ μια πόρτα που κλείνει αθόρυβα παρουσιάζεται σαν θαύμα. Ο σχεδιασμός έχει αποκτήσει τέτοια σημασία, ώστε ακόμη και η πιο απλή καθημερινή κίνηση χρειάζεται επίδειξη.

Ο Ζακ Τατί ως κύριος Ιλό στην αίθουσα αναμονής του «Playtime», δίπλα σε έναν επιβλητικό πίνακα ελέγχου

Το ίδιο το «Playtime» αρνείται να κάνει επίδειξη του πρωταγωνιστή του. Ο Ιλό χάνεται μέσα στο πλήθος, ενώ άλλοι άνδρες που του μοιάζουν μπερδεύουν την αναζήτησή του. Ο θεατής πρέπει να διαλέξει μόνος του πού θα κοιτάξει.

Η μεγάλη ανατροπή έρχεται στο Royal Garden, ένα εστιατόριο που υποδέχεται τους πρώτους πελάτες του προτού ολοκληρωθούν οι εργασίες. Οι καρέκλες αφήνουν σημάδια στα σακάκια, τα ρούχα των σερβιτόρων σκίζονται καθώς περνούν ανάμεσα στα τραπέζια και οι λεπτομέρειες της πολυτελούς διακόσμησης αποδεικνύονται εξαιρετικά άβολες.

Όσο ο χώρος παύει να λειτουργεί όπως σχεδιάστηκε, οι άνθρωποι αρχίζουν να περνούν καλύτερα. Η επιτήδευση υποχωρεί, η μουσική τούς παρασύρει και οι άγνωστοι βρίσκουν τρόπους να συνυπάρξουν. Ο Τατί αφήνει χώρο στην αδεξιότητά τους, ακόμη και στις ζημιές που προκαλούν. Το γέλιο εδώ έχει και μια ανακούφιση: επιτέλους, κανείς δεν χρειάζεται να ταιριάξει απολύτως με τη διακόσμηση.

Αυτή η σχέση με τους χώρους κρατά το φιλμ κοντά μας. Ένα εντυπωσιακό κτίριο μπορεί να δυσκολεύει τον επισκέπτη του. Μια «έξυπνη» λύση μπορεί να απαιτεί ολόκληρες οδηγίες για μια απλή δουλειά. Η ευγένεια μπορεί να μας κάνει να ακολουθούμε μια διαδικασία ακόμη κι όταν ο λόγος ύπαρξής της έχει χαθεί. Ο θυρωρός με το πόμολο βρίσκει διαρκώς σύγχρονους συναδέλφους.

Η κυκλοφορία γίνεται χορογραφία στο «Playtime». Το σκηνικό της Tativille φιλοξενεί τον κόσμο των αυτοκινήτων και των τουριστών

Η μεταγενέστερη αναγνώριση υπήρξε εντυπωσιακή: στην ψηφοφορία κριτικών του Sight and Sound το 2022, το «Playtime» κατέλαβε την 23η θέση ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Το καλοκαίρι του 2026 συμπεριλήφθηκε στη γαλλική επανέκδοση των έξι μεγάλου μήκους ταινιών του Τατί σε αποκατεστημένες εκδοχές 4K.

 

Αξίζει, πάντως, να το πλησιάσει κανείς χωρίς το δέος που συχνά συνοδεύει αυτές τις λίστες. Να αφήσει για λίγο τη συνήθεια να παρακολουθεί μόνο τον πρωταγωνιστή και να κοιτάξει τον άνθρωπο πίσω του. Μπορεί εκεί να συμβαίνει το καλύτερο αστείο.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο