ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Επιδερμική και θορυβώδης «Λωξάντρα»

Επιδερμική και θορυβώδης «Λωξάντρα»



Στην πολυαγαπημένη Πόλη, κοσμοπολίτικο σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, η Λωξάντρα, μια γνήσια ρωμιά με μεγάλη καρδιά και ανοιχτή αγκαλιά, ζει αγέραστη μέσα στο χρόνο ως έκφραση της συλλογικής μνήμης του ελληνισμού της Ανατολής, χάρη στην αβίαστη και ανεπιτήδευτη γραφή της εγγονής της Μαρίας Ιορδανίδου και αποκτά σάρκα και οστά ως δημοφιλής ηρωίδα της μικρής οθόνης και της σκηνής, αλλεπάλληλες φορές από την αποτύπωσή της στο χαρτί μέχρι σήμερα.
Εμβληματικές τοποθεσίες της βασιλίδας των πόλεων, το Μακροχώρι και το Πέραν, ο Γαλατάς, τα Πριγκηπόνησα και τα Ταταύλα, οι άνθρωποι με τις συνήθειες και τις αξίες τους, οι μουσικές, οι γεύσεις και οι μυρωδιές τους, η ζωή τους όλη με τις χαρές και με τις λύπες της περνούν από τη γραφή στο σανίδι μέσα από τη θρυλική μορφή της Λωξάντρας. Το μιντεράκι της, και το εικονοστάσι της αγαπημένης της Παναγίας της Μπαλουκλιώτισσας, το βασίλειό της η κουζίνα, ο Ταρνανάς, το αγαπημένο της αρμενάκι και μαζί τους ο Δημητρός και η Ελεγκάκη, η Κλειώ και ο Θόδωρος δρασκελίζουν το κατώφλι του ομώνυμου βιβλίου και ζωντανεύουν νοερά στη σκηνή.
Λησμονημένες μορφές ζωής, που συνδέονται άμεσα με την παράδοση της Ρωμιοσύνης, από την οικογενειακή συνοχή και θαλπωρή, τη ζεστή φιλοξενία και επικοινωνία, έως την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά, το δέσιμο με τον τόπο, με τα πράγματα και την χριστιανική πίστη ανακαλούνται γλυκά και νοσταλγικά στη μνήμη μας αλλά και με ένα πικρό χαμόγελο για τη φθορά τους μέσα στο χρόνο με όχημα την παρουσία της Λωξάντρας, μιας πολίτισσας κυράς, λαϊκής και επιβλητικής συγχρόνως, με ευαισθησία και γενναιόδωρη ψυχή αλλά και με όρεξη για τη ζωή, παρά τις αναπόφευκτες σκιές και τις απώλειες στη μακρόχρονη ζήση της.
Τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τον ελληνισμό στο μεταίχμιο των αιώνων, του 19ου και του 20ου, η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και η σφαγή των Αρμενίων, ο ατιμωτικός πόλεμος του 1897 και η επανάσταση στο Γουδί, μέχρι τις παραμονές του Α΄ Μεγάλου Πολέμου, παρουσιάζονται αχνά και αδρά, ενταγμένα κι αυτά στο ξετύλιγμα της πολυτάραχης ζωής της πληθωρικής ηρωΐδας, έτσι που η μορφή της να γίνεται συνώνυμη με τον τόπο που έζησε, αγάπησε και νοστάλγησε, αξιώθηκε όμως να ξαναδεί στα στερνά της.
Ο Σωτήρης Χατζάκης, αν και έχει δώσει επανειλημμένως δείγματα σκηνοθετικής γραφής αξιόλογα -θυμάμαι ακόμα τη δουλειά του στη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη- σχεδίασε τη μυθιστορηματική βιογραφία της «Λωξάντρας» με χαλαρότητα και άμετρη εξωστρέφεια, κλείνοντας το μάτι στους όρους του μαζικού θεάματος μάλλον παρά του γνήσιου θεάτρου, διολισθαίνοντας σε γραφικότητες και φολκλορικές ευκολίες (κατάχρηση του μουσικοχορευτικού στοιχείου) και καταφεύγοντας σε ελαφρά και πιασάρικα ευρήματα στην απόδοση της χαράς και του πόνου, που ισορροπούν στο έργο της Μαρίας Ιορδανίδου (κωμικά στοιχεία επιθεωρησιακών τόνων, διέλευση Επιταφίου προς ενθύμηση των νεκρών). Αποτέλεσμα μια φλύαρη και φορτωμένη με περιττά μαλάματα παράσταση, με αδύναμη συνοχή στη διαδοχή των σκηνών, από τις οποίες κάποιες αχρείαστες (σκηνή του χαμάμ και του οίκου ανοχής), που ζημίωναν την ουσιαστική απόδοση του κειμένου.
Στον αρχετυπικό ρόλο της Λωξάντρας η εκλεκτή ηθοποιός Ελένη Κοκκίδου, παρά τις αναμφισβήτητες δυνατότητές της και τις δικές μας αναμονές, δεν κατάφερε να αποδώσει την πληθωρικότητα, την επιβλητικότητα και τον εσωτερικό πλούτο της θρυλικής Πολίτισσας. Με αδούλευτη την προφορά της πολίτικης ντοπιολαλιάς και με φωνή, που μάλλον δεν της στάθηκε αρωγός, με ανεπαισθήτως ορατή κόπωση και ανοίκειο για την ερμηνευτική της αυθεντικότητα συγκρατημό, δεν άφησε να ξεχυθεί γνήσια και πηγαία το πλούσιο υποκριτικό της μετάλλευμα. Ο καλοκάγαθος και χαμηλών τόνων στο βιβλίο Δημητρός του έμπειρου Γιώργου Αρμένη καθοδηγήθηκε να είναι ανάρμοστα και εντυπωσιοθηρικά μεγαλόστομος και διδακτικός.
Στον ρόλο του Αρμένη υπηρέτη Ταρνανά, από τους χαρακτηριστικότερους του έργου, ο Μιχάλης Μητρούσης διέγραψε μια άνετη σκηνική παρουσία με ζωηρή και κωμικών τόνων κινησιολογία. Με αυθορμητισμό και φυσικότητα η υπηρέτρια Σουλτάνα της Ευαγγελίας Μουμούρη. Μετρημένη η παρουσία της Χρύσας Παππά στο ρόλο της εύθραυστης, ευαίσθητης και μελαγχολικής Κλειώς. Ζωηρή και φουριόζα η Ελεγκάκη της Αλεξάνδρας Καρακατσάνη. Η υπόλοιπη διανομή «τηλεοπτική» και επομένως πιασάρικη, με εξαίρεση την παρουσία του Αλμπέρτο Φάις, περιέπεσε συχνά στην παγιδευτική τεχνική της καρικατούρας.
Το εκσυγχρονιστικό σκηνικό της Ερσης Δρίνη υπηρέτησε μεν την επιδερμικότητα της παράστασης - υπερπαραγωγής, αλλά κινήθηκε μακράν του κλίματος του έργου. Τελικά, ένα αχρείαστα θορυβώδες θέαμα, που αποστασιοποιήθηκε από τις προθέσεις της συγγραφέως, όπως αυτές ορίζονται στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης της «Λωξάντρας»: «Εκείνο που προσπάθησα να αναδείξω πιστά είναι τα ιστορικά γεγονότα, τα έθιμα, το πνεύμα της εποχής».

Της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΚΚΟΤΑ





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [21:10:00]