ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


ΜΑΓΝΗΣ


Αλάτι και πιπέρι



Ο Κώστας Καίσαρης, θρυλική μορφή του αθλητικού τύπου, έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή. Μέχρι προχθές, που λέει ο λόγος, τον διαβάζαμε στα «Νέα», και σε ένα ανύποπτο ενδιάμεσο, του εκδηλώθηκε καλπάζουσα ασθένεια.
Ο Κ. Καίσαρης ευτύχησε σαν επαγγελματίας αρθρογράφος- χρονογράφος, να περάσει στην κατηγορία των ανθρώπων του τύπου που η δουλειά τους αποτελούσε κίνητρο για να αγοράσεις την εφημερίδα τους.
Ο χώρος των εφημερίδων, στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, έκανε φόνο για να έχει τέτοιους συνεργάτης στις τάξεις του.
Στην Αμερική και στη Βρετανία όπου άκμασε το είδος, η κατηγορία αυτή είναι οι περιβόητοι κόλουμνιστ, που η δουλειά τους ήταν- και είναι- να γεμίζουν ερεθιστικές στήλες, των πολλών ή των λίγων λέξεων.
Πρύτανης του χώρου ήταν ο Ουόλτερ Λίπμαν, πατριάρχης ο Μαρκ Τουέιν, κοσμήτορας, στους μεταπολεμικούς χρόνους, ο Αρτ Μπούχβαλντ, στον οποίο ο Φρέντι Γερμανός, ο πιο σπινθηροβόλος εκπρόσωπος της σχολής αυτής στην Ελλάδα, είχε αφιερώσει το χρονογράφημα «Δεν τον λένε Μπούχενβαλτ». Ο ελληνικός τύπος ευτύχησε να έχει αρκετές τέτοιες πένες, Ψαθά, Νιρβάνα, Παλαιολόγο, Τσιφόρο, Στεφανοπούλου. Στην Πάτρα μια αντίστοιχη φυσιογνωμία ήταν ο Γιάννης Καραλής, ως «Πελοποννήσιος», επί δεκαετίες, στην «Πελοπόννησο».
Υπάρχουν και σήμερα διαπρεπείς σχολιογράφοι, πλείστοι από τους οποίους είναι και πολύ μορφωμένοι, με προχωρημένα ελληνικά, και εξοικείωση με τα ιδεολογικά και πολιτιστικά ρεύματα του καιρού μας. Αλλά η εποχή μας έχει χάση τη μυσταγωγική σχέση που συνέδεε τον αναγνώστη με τον ιντριγκαδόρικο κόλουμνιστ. Για τον καιρό που μιλάμε, αδημονούσες να ξημερώσει- να μεσημεριάσει, όταν οι εφημερίδες έρχονταν την ώρα του φαγητού από την Αθήνα- για να δεις τι είχε σκαρώσει πάλι ο χρονογράφος που λάτρευες, συνδεόμενος μαζί του με σχέση αγάπης ή και μίσους: Ο πετυχημένος γραφιάς διαβάζεται και από τους αντιπάλους. Ισως από εκείνους με μεγαλύτερη βουλιμία.
Ο Καίσαρης ήταν μια σούι γκένερις περίπτωση. Καθιερώθηκε ως «αποδυτηριάκιας» σε μια στήλη παρασκηνίων στην εφημερίδα «Φίλαθλος» του συγκροτήματος Κουρή και έδεσε με το ελευθέριο- πολύ συχνά και άξεστο- ύφος με το οποίο υπηρετούσε την πληροφόρηση η συγκεκριμένη σχολή. Πολύ σύντομα ξεδίπλωσε μια ρηξικέλευθη και αιρετική αντίληψη για πρόσωπα και πράγματα, την οποία υπηρέτησε με την ανάλογη γραφή. Τα κείμενά του, απλά αλλά σωστά ελληνικά, είχαν στοιχεία προφορικότητας, πολλές φορές έμοιαζαν με μονόλογο καφενείου, και είχαν ακόμα και θεατρικές αρετές. Στο στιλ, εμένα ν' ακούτε. Ακολούθησαν πολλοί αντιγραφείς, στην τρας τι βι και τη ραδιοφωνία κυρίως, αλλά ένας ήταν ο πρώτος. Καυστικός, πρωτότυπος, ενίοτε και απύλωτος, δεν χάριζε κάστανα (ή ήξερε να κρύβει ότι χάριζε, όταν χάριζε) και έπιασε κοινωνικό σφυγμό: Πρόδρομος του ρεύματος που άρχιζε να αμφισβητεί τις αυθεντίες, στον αθλητισμό, στην πολιτική, στον δημόσιο βίο, του έδωσε και κατάλαβε, περιπαίζοντας και ανατρέποντας στερεότυπα και κατεστημένες αρχές, ακόμα και αν αυτά ακουμπούσαν το θρήσκευμα. Διέκρινες ότι του άρεσε να προβοκάρει για να τραβά την προσοχή, αλλά είχε ενδιαφέρον ότι εμφανιζόταν σαν να αναζητά μια άλλη αγνότητα, έναν επαναπροσδιορισμό της ηθικής βάσης, την ορθή τάξη στα πράγματα, τη μετρημένη και σοφή διαχείριση και οργάνωση, όχι πια του αθλητισμού, αλλά του κόσμου όλου. Για τον πολύ κόσμο, ήταν ένας απολαυστικός σχολιαστής που «τα έλεγε», μέχρι που το στιλ αυτό πνίγηκε μέσα στον ίδιο του τον κύκλο: Η αποδόμηση και η αποκαθήλωση των ηγεσιών και των ιερών κεφαλών κάποια στιγμή προκαλεί κόπωση. Τα είπαμε: Δεν αξίζει κανείς, ο λαός ξέρει καλύτερα τις αλήθειες και το δέον γενέσθαι. Τι άλλο θα πούμε; Κάπου εκεί χάθηκαν τα ίχνη του, αλλά επανήλθε δριμύς, αλλά γλυκύτερος, τα τελευταία δύο χρόνια.
Τώρα πια, ο μηχανισμός της απομυθοποίησης και ης χυμώδους έκφρασης θάλλει στους χειμάρρους και την ανοιχτή θάλασσα του διαδικτύου. Οι φόλοουερς είναι μια σύγχρονη εκδοχή του φαινομένου που λέγαμε. Λιγοστεύουν οι τύποι στις ουρές ή στα τρένα που μπαίνουν με μια φρέσκια εφημερίδα και τη γυρίζουν κατ' ευθείαν στη στήλη που βγάζει τις λεκτικές φωτιές. Μας πλημμυρίζει τώρα ένα «πολύ», που δεν είναι δυνατόν να καταναλωθεί. Τα σπίτια μας είναι γεμάτα αδιάβαστα ένθετα, οι ιστοσελίδες κατεβάζουν φορτία από πληροφορίες και απόψεις. Νοσταλγούμε εκείνο το «λίγο». Τρία χρονογραφήματα την εβδομάδα, ένα διεθνές ματς ανά δεκαπέντε ημέρες, μια έξοδος, γλυκό σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Αντίτιμό του ήταν η μοναξιά και η ανία. Αλλά είναι κι αυτές μια περιουσία, αν το σκεφτείς. Ισως είναι προτιμότερο να σου λείπουν αυτοί που δεν έχεις και που δεν υπάρχουν, παρά να σου περισσεύουν πρόσωπα και πράγματα και να την πατάς σαν τον Μίδα, που ό,τι πατούσε γινόταν μια νέα ανάρτηση που παρίστανε το χρυσάφι και σε τραβάει από το μπατζάκι για να διαβαστεί.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [05:46:10]