ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Σοφία Διονυσοπούλου: Πιο πολεμική η σχέση μου με τη γλώσσα

Σοφία Διονυσοπούλου: Πιο πολεμική η σχέση μου με τη γλώσσα



Η Σοφία Διονυσοπούλου (Κάιρο, 1966) σπούδασε στη Σορβόννη συγκριτική λογοτεχνία και στην Ελλάδα κλασσικό τραγούδι και φωτογραφία. Έχει γράψει τη συλλογή μικρών πεζών Με τις ευλογίες των νεκρών (Άγρα, 1997), το μυθιστόρημα Η κόρη του ξενοδόχου ( Άγρα, 2012), τα ποιητικά πεζά Ψυχές στην ερημιά του (Το Ροδακιό, 2016), την ποιητική σύνθεση Σε ονομάζω Χιουρρέμ, (Το Ροδακιό, 2019) και τα θεατρικά ποιητικά κείμενα: Νυχτωδία, (Άγρα, 1999), Νεροπομπή, (Νεφέλη, 2001), Ιφιγένεια της Ευριπίδου, (Νεφέλη, 2010) και Μήδεια∙ μηδέν στο κόκκινο (Sestina, 2016). Η Νυχτωδία έχει αποσπάσει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα και παίχτηκε στο φεστιβάλ Intercity της Φλωρεντίας (2001). Η Μήδεια ταξίδεψε σε φεστιβάλ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Νόβα Βες - Σλοβακία, Λούμπλιν - Πολωνία, Σιρίντζε - Τουρκία). Από το 2000 ασχολείται και με τη σκηνοθεσία και έχει ανεβάσει, μέχρι σήμερα, οχτώ παραστάσεις. Έχει μεταφράσει επίσης πολλούς συγγραφείς, μεταξύ των οποίων Καζανόβα, Σαιν Τζον Περς, Μολιέρο, Μπαλζάκ, Ζολά, Σαντ, ερωτική ποίηση του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (Μουχιμπί), καθώς και λιμπρέτα για την Εθνική Λυρική Σκηνή. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Κύκλου Ποιητών και της Αναγνωστικής εταιρείας Κέρκυρας.


Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε; Αλλαξε κάτι από τότε;
Ένα παιδί παρατηρεί τον κόσμο. Νιώθει εντός κι εκτός. Σκηνοθετεί τις εικόνες. Ρουφάει τον πόνο. Καταπίνει την ομορφιά. Στέκει στο ένα πόδι. Κουρνιάζει σαν ροζ φλαμίνγκο. Φοβάται την κακία. Αποκρούει τα χτυπήματα. Δεν τα επιστρέφει. Αδιαφορεί. Γράφει. Ποτέ ημερολόγιο. Πάντοτε στίχους. Σκίζει. Πετάει. Κρατάει. Δεν μεγαλώνει ποτέ. Μονάχα μαθαίνει: Όταν πέφτει, ποτέ να μην κλαίει.

Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;
Είναι μέτζο σοπράνο η φωνή μου. Στα χαμηλά με γρέζια για να γδέρνει και στα ψηλά με μέταλλο οξύ. Ανάμεσα στα δύο -στα μεσαία- ένα κρυφό ρυάκι κελαρύζει.
Ε
πίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;
Δεν με θεωρώ επίγονο κανενός γιατί ο καθένας μας είναι ξεχωριστός. Είναι δεδομένο ότι μέσα μου κολυμπούν στίχοι και σκοτάδια που ανήκουν σε άλλους προγενέστερους που αγάπησα, το ίδιο όμως συμβαίνει και με τις αναμνήσεις, τους εφιάλτες και τα βιώματά μου. Από όλα διαμορφώνεται κανείς. Κι όταν παλεύει με τις λέξεις είναι αυτός κι ο εαυτός του.

Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στον βίο σας;
Δεν αδικεί η ποίηση τον ποιητή αλλά αυτή η χώρα. Οπου δεν υπάρχουν υποτροφίες, όπου δίνονται συντάξεις πείνας σε άπορους και μόνο ποιητές. Οπου δεν υπάρχει κανένας σεβασμός σε αυτή την τέχνη. Την ποίηση την αντιμετωπίζω επαγγελματικά γιατί είμαι επαγγελματίας τεχνίτρα. Και αυτή η ιστορία με τη λέξη ερασιτέχνης με απωθεί. Μόνο που επαγγελματίας στην ποίηση σημαίνει άνεργος. Ετσι, όπως και πολλοί συνάδελφοί μου, μεταφράζω.

Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι' αυτές;
Δεν με επισκέπτονται ιστορίες, αλλά πρόσωπα και ατμόσφαιρες. Αλλοτε έπειτα από σκέψη, άλλοτε από μόνα τους, στον ύπνο ή στον ξύπνιο. Στο ταβάνι ή στο κρεβάτι. Εισβάλλουν με τον δικό τους τρόπο. Μιλάνε. Ρίχνουν στον τοίχο ένα βλέμμα. Αφήνουν πίσω τους μια ευωδιά ή κάποια λέξη. Μαζί τους έρχεται η στιγμή. Αν είμαι ευεπίφορη, την πιάνω. Αν όχι, αυτό σημαίνει πως το κλείστρο δεν θέλει να συλλάβει αυτό το ποίημα.

Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών σας;
Οι θεατρικές και μουσικές καταβολές μου προσθέτουν δραματικότητα στο λυρισμό μου. Η επιμέρους χρήση της προφορικότητας σπάει τη μελωδικότητα, δίχως να πεζοποιεί το ποίημα. Η χρήση του χρόνου είναι πιο υλική, λιγότερο αφηρημένη απ' ότι σε αρκετούς ομοτέχνους μου. Τέλος, ως προς τη γλώσσα, με ενδιαφέρει η πολυεπίπεδη και τραβηγμένη στα άκρα χρήση της.

Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;
Οι αψιμαχίες είναι δύο ειδών: οι καλλιτεχνικής φύσης και εκείνες του μπουντουάρ. Την πρώτη κατηγορία θα μπορούσε να τη σεβαστεί κανείς γιατί εμπνέεται από το πάθος, αν και δίνει τροφή σφόδρα στο εγώ. Η δεύτερη είναι κατάπτυστη και ιδιαιτέρως κουραστική. Προσωπικά δεν με αφορά καμία διότι ξιφουλκώ μόνο με τον εαυτό μου.

Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;
Δεν σχεδιάζω τίποτα ποτέ. Παρατηρώντας όμως την πορεία μου, βλέπω ότι οδηγούμαι διαρκώς προς την ελλειπτικότητα, ότι δεν μπορεί να υπάρξει πισωγύρισμα προς πιο συμπαγείς ποιητικές μορφές και πως η σχέση μου με τη γλώσσα γίνεται όλο και πιο πολεμική, λες και ζητώ το αίμα της λέξης και το λιώσιμο του περιβλήματος.

Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που η ίδια φιλοτεχνείτε;
Δεν είναι κάτι που έχω σκεφτεί και ούτε με ενδιαφέρει. Με δεδομένο μάλιστα το πώς αντιμετωπίζονται παγκοσμίως οι ποιήτριες, δεν νομίζω καν ότι έχει νόημα να μπω συναισθηματικά σε μια τέτοια διαδικασία.

Πώς ορίζετε το ποίημα που «αντέχει στον χρόνο»;
Το ποίημα που αντέχει στον χρόνο πρέπει να διαθέτει πολλά χαρακτηριστικά. Να μην είναι επικαιρικό. Να είναι βαθιά συμπυκνωμένο. Να έχει επενδύσει την αλήθεια του ο ποιητής. Η προσωπικότητα του ίδιου του ποιητή να είναι ξεχωριστή. Κακά τα ψέματα. Μέτριες προσωπικότητες δεν αντέχουν στην πάλη με αυτό το στοιχειό. Κι αν δικά τους ποιήματα αντέχουν στον χρόνο, είναι επειδή κάποιοι, ακόμη μετριότεροι, τους κατασκεύασαν.
Γράφει ο Αντώνης Σκιαθάς





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [07:03:59]