ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


ΜΑΓΝΗΣ


Το βέβαιον τέρμα



Οταν ακούσαμε ότι πέθανε ο Ρέι Κλέμενς, κάναμε πολλές σκέψεις. Η πρώτη και αναπόφευκτη: Ωχ, πεθαίνουν οι ήρωες των παιδικών μας χρόνων, είναι πλέον όλοι γέροι, άρα αλλάξαμε κι εμείς βαγόνι στην αμαξοστοιχία: Μπήκαμε σε εκείνο που αδειάζει όταν μετακινείται η προηγούμενη γενιά προς το βαγόνι της εξόδου.
Η δεύτερη σκέψη, πάλι μελαγχολική: Για τους περισσότερους μεγάλους ποδοσφαιριστές του παρελθόντος μαθαίνουμε νέα τους μόνο όταν πεθαίνουν. Καθώς έχουν αποσυρθεί στις ήσυχες ζωές τους οι περισσότεροι, δεν απασχολούν τη δημοσιότητα, μέχρι που: «Πέθανε ο Ρέι Κλέμενς».
Σκέψη Νο3: Οταν πρωτοείδαμε μπάλα στη ζωή μας, ο βρετανός τερματοφύλακας που μάθαμε και κάναμε είδωλο ήταν ο γκολκίπερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του '70, ο Μπανκς. Ο δεύτερος ήταν ο Μπονέτι, που τον αντικατέστησε σε ένα ματς. Και λίγο αργότερα μάθαμε τον Τζένινγκς, τον Σίλτον, και τον Κλέμενς.
Τον Κλέμενς τον μάθαμε από φωτογραφίες: Δεν παίζονταν «αθλητικά» κάθε μέρα στην τηλεόραση. Στις εφημερίδες βλέπαμε έναν τύπο σε παράλληλη θέση από το έδαφος, σε ύψος πάνω από ένα μέτρο με το ανάποδο χέρι προς τη μπάλα. Η περίφημη «εκτίναξη» που την ξέραμε φυσικά, εξοικειωμένοι με τη γυμναστική-μυθολογική ορολογία του ποδοσφαίρου. Εκτινάσσεται, αποκρούει, αποσοβεί βέβαιον τέρμα. Το «κατεβάζει ρολά» ήταν μιας μεταγενέστερης αργκό. Τότε οι τερματοφύλακες ήταν αίλουροι και κέρβεροι. Και ο Οικονομόπουλος του ΠΑΟ ήταν πουλί. Δεν ξέρουμε πόσο κολακευτικό είναι να σε λένε πουλί. Πάντως του Οικονομόπουλου του άρεσε. Ετυχε να περάσει από τα Αραχωβίτικα με μια παρέα πριν 2-3 χρόνια, ηλικιωμένος πια. Του συστηθήκαμε και απόλαυσε πολύ ότι αναγνωρίζεται από τον κόσμο.
Σκέψη Νο4. Παίζοντας μπάλα η πιτσιρικαρία των δικών μας χρόνων- δεν ξέρουμε αν αυτό γίνεται και σήμερα- το πιο δύσκολο ήταν να δεχθεί κάποιος «να κάτσει τέρμα». Θεωρείτο βαρύ ρίξιμο, μια μορφη μπούλινγκ: Με περνάτε για άταρο και μειονεκτικό, γι' αυτό δεν με αφήνετε να παίξω «μέσα». Το «μέσα» βέβαια ήταν ένα παθιασμένο ατομικό κυνήγι του γκολ. Ο «τέρμας» δεν επρόκειτο να βάλει γκολ. Μόνο να φάει επρόκειτο, και σίγουρα έτρωγε: Τα γκολ πέφτανε σαν το χαλάζι.
Υπήρχαν όμως και ένας- δυο στη συνομοταξία που απολάμβαναν τη θέση και τη διεκδικούσαν. Συνήθως ήταν καλοί. Δεν δίσταζαν να πέφτουν στα τσιμέντα, να ανασηκώνονται τσακισμένοι, ματωμένοι, τσαλακωμένοι και λερωμένοι. Η χαρά της μανούλας τους: Δεν φορούσαμε αθλητικά, όπως κάνουν σήμερα ακόμα και οι 70άρηδες, και παίζαμε με τα πολιτικά.
Οι νέοι που προθυμοποιούνταν να καθήσουν κάτω από τα νοητά δοκάρια του γκολ ποστ (τα τέρματα ορίζονταν με σχολικές σάκες ή καρέκλες καφενείου: τώρα που το σκεφτόμαστε, τον καφετζή τον ρωτούσε κανείς αν την προσφέρει; ααα, γι' αυτό μας την έπαιρνε πίσω, επομένως) ήταν διαποτισμένοι από το σύνδρομο του ηρωισμού. Η πτώση, το τσαλαπάτημα, η βουτιά στα πόδια του επιθετικού, ο αυτοσχεδιασμός για την αναχαίτιση της πορείας του τοπιού, είχε στοιχεία θυσίας και υπέρβασης, παρέπεμπε στην αγωνιώδη μάχη του πολεμιστή που πασχίζει να κρατήσει το ύψωμα αμυνόμενος με εφ' όπλου λόγχη. Στα αυτιά μας αντηχούσαν οι διθυραμβικές περιγραφές των σπορκάστερ του ραδιοφώνου και των συντακτών που μιλούσαν για επικές απογειώσεις σε φάσεις που δεν μπορούσες βέβαια να δεις, αλλά τις φανταζόσουν σαν συγκλονιστικές αερομαχίες χωρίς καύσιμα, μια αδυσώπητη αλλά ποιητική αναμέτρηση με τον νόμο της βαρύτητας, ο οποίος είναι εκείνος που σφραγίζει τις μοίρες μας και δεσμεύει τα σώματά μας, κατευθύνοντάς τα προς το κέντρο της γης και στο χώμα. Αυτό ήταν λοιπόν που πετύχαινε ο γκολκίπερ των παιδικών μας χρόνων ή των γηπέδων. Θάνατο και ανάσταση μαζί, στην ίδια φάση, και ξανά και ξανά, όπως το βόλει που παίζαμε στα νερά, με ομαδική απόφαση: Να στεγνώσει η μπάλα. Στο τέλος η μπάλα πάντα βρεχόταν, αλλά τη βγάζαμε στο πιτς φιτίλι και τη σηκώναμε ξανά ψηλά, και την κρατούσαμε ψηλά, με εκτινάξεις και χτυπήματα χεριών και ποδιών, έως και ανάποδα ψαλίδια. Πέφταμε στο νερό όταν η φάση χανόταν και αντλούσαμε λύτρωση από την ήττα: Μια ευκαιρία για μια αναπνοή. Και λίγο γέλιο.
Πέθανε ο Ρέι Κλέμενς. Δεν σκέφτηκε ίσως κανείς να τον ρωτήσει, ούτε κι εμείς τον Οικονομόπουλο που είδαμε: Οταν έτρωγες γκολ, ένοιωθες ποτέ σου μια ελάφρυνση; Σου έφευγε το άγχος της υποχρεωτικής επιτυχίας; Αυτοί οι μικροί θάνατοι, είναι δόσεις από μια ανακουφιστική απελευθέρωση;
Μπα. Του τύπου του άρεσε να νικάει. Αραγε θεωρούσε μεγαλύτερη νίκη τα γκολ της ομάδας του από τις δικές του μεγάλες αποκρούσεις;
Ο αγώνας του έληξε στα 74 του χρόνια. Σχετικά σύντομα. Είναι το γκολ που κανείς να αποφύγει. Θυμόμαστε τον εκφωνητή να εκφωνασκεί: Κυρίες και κύριοι, αποσόβησε βέβαιον τέρμα.
Αλλά υπάρχει ένα βέβαιον τέρμα που δεν αποσόβησε κανείς. Ρέει ο χρόνος, Ρέι.




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [23:47:50]