11η Σεπτεμβρίου: Οι αφίσες με τα πρόσωπα που δεν γύρισαν ποτέ σπίτι

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, 144 ανέκδοτες φωτογραφίες από τις αφίσες των αγνοουμένων βγαίνουν για πρώτη φορά από ένα κλειστό κουτί. Οι πρόχειρες εκκλήσεις που γέμισαν τη Νέα Υόρκη έγιναν το πιο ανθρώπινο αρχείο μιας ημέρας που άλλαξε τον κόσμο

11η Σεπτεμβρίου: Οι αφίσες με τα πρόσωπα που δεν γύρισαν ποτέ σπίτι Οι 144 φωτογραφίες παρουσιάζονται σε κάθετα ζεύγη που παραπέμπουν στους Δίδυμους Πύργους

Ένα πρόσωπο, ένα όνομα και η λέξη «Missing» με μεγάλα γράμματα. Από κάτω υπήρχαν ένα τηλέφωνο επικοινωνίας, ο όροφος όπου εργαζόταν κάποιος, τα ρούχα που φορούσε το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και κάθε λεπτομέρεια που θα μπορούσε να βοηθήσει στην αναγνώρισή του.

Οι αφίσες των αγνοουμένων άρχισαν να εμφανίζονται στη Νέα Υόρκη λίγες ώρες μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Κολλήθηκαν σε τοίχους νοσοκομείων, βιτρίνες καταστημάτων, τηλεφωνικούς θαλάμους, στάσεις λεωφορείων, εισόδους του μετρό και αυτοσχέδια κέντρα ενημέρωσης συγγενών.

Οι οικογένειες έψαχναν τους ανθρώπους τους μέσα σε μια πόλη γεμάτη καπνό, σκόνη και συγκεχυμένες πληροφορίες. Κάποιοι δεν γνώριζαν εάν ο συγγενής τους είχε καταφέρει να εγκαταλείψει το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Άλλοι ήλπιζαν ότι μπορεί να είχε μεταφερθεί τραυματισμένος σε κάποιο νοσοκομείο χωρίς να έχει αναγνωριστεί.

Εκείνες οι αφίσες δεν περιέγραφαν την επίθεση. Κατέγραφαν την αβεβαιότητα που ακολούθησε.

Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, 144 φωτογραφίες τους παρουσιάζονται για πρώτη φορά συγκεντρωμένες στην έκθεση Countenance: The 9/11 Missing Posters, η οποία φιλοξενείται έως τις 13 Σεπτεμβρίου στην εκκλησία Most Holy Trinity – St Mary’s, στο Μπρούκλιν. Πρόκειται για υλικό που ο φωτογράφος Φιλ Μπίλερ είχε κρατήσει κλεισμένο επί δύο δεκαετίες, επειδή δεν άντεχε να επιστρέψει σε αυτό.

Ο Τζέισον Τζέικομπς τηλεφώνησε στη σύζυγό του από τον 97ο όροφο, λίγο πριν από την πρόσκρουση στον δεύτερο πύργο

Το κουτί που έμεινε κλειστό για 20 χρόνια

Ο Φιλ Μπίλερ είδε την πρώτη αφίσα την ίδια ημέρα της επίθεσης. Ήταν τοποθετημένη στη βιτρίνα ενός μπαρ στην Τραϊμπέκα, το οποίο πρόσφερε νερό και φαγητό στους διασώστες. Επάνω της υπήρχε η φωτογραφία ενός ανθρώπου που δεν είχε επιστρέψει από το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου.

Τις επόμενες δύο με τρεις εβδομάδες ο Μπίλερ διέσχιζε με ποδήλατο την πόλη και φωτογράφιζε τις εκκλήσεις που πολλαπλασιάζονταν. Συγκέντρωσε περίπου 500 εικόνες, καταγράφοντας ταυτόχρονα την καθημερινότητα μιας Νέας Υόρκης που προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί.

Η σχέση του με τους Δίδυμους Πύργους είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Τους φωτογράφιζε από το 1973, όταν ήταν 16 ετών. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 είχε προσκληθεί σε συνέδριο στο εστιατόριο Windows on the World, στην κορυφή του βόρειου πύργου, αλλά είχε απορρίψει την πρόσκληση. Ο άνθρωπος που τον είχε προσκαλέσει σκοτώθηκε στην επίθεση.

Όταν εμφάνισε τις φωτογραφίες των αφισών, τις τοποθέτησε σε ένα κουτί μαζί με δείγματα σκόνης που είχε συγκεντρώσει από τους δρόμους και μία αυθεντική αφίσα, φθαρμένη από τη βροχή. Έβαλε το κουτί σε ένα ψηλό σημείο του εργαστηρίου του και το άφησε εκεί.

Χρειάστηκαν περίπου 20 χρόνια μέχρι να μπορέσει να το ανοίξει ξανά.

Η σημερινή έκθεση περιλαμβάνει 144 από αυτές τις φωτογραφίες. Τοποθετήθηκαν επάνω σε 24 ημιδιαφανή πάνελ, σε κάθετα ζεύγη που παραπέμπουν στο σχήμα των Δίδυμων Πύργων. Δεν αντιμετωπίζονται ως ένα απλό φωτογραφικό ντοκουμέντο, αλλά ως πορτρέτα ανθρώπων που είχαν ζωή, οικογένεια, δουλειά και σχέδια πριν μετατραπούν σε ονόματα ενός μακρού καταλόγου θυμάτων.

Οι αφίσες τοποθετήθηκαν σε νοσοκομεία, βιτρίνες, σταθμούς και δημόσιους χώρους τις ημέρες μετά τις επιθέσεις

Οι λεπτομέρειες που έπρεπε να οδηγήσουν σε έναν άνθρωπο

Το 2001 δεν υπήρχαν smartphones, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ψηφιακά άλμπουμ με εκατοντάδες εύκολα προσβάσιμες φωτογραφίες. Οι συγγενείς έψαχναν στα σπίτια τους μια καθαρή εικόνα του ανθρώπου που αναζητούσαν. Συχνά κατέληγαν σε οικογενειακά στιγμιότυπα, φωτογραφίες διακοπών ή εικόνες από γάμους και γενέθλια.

Αρκετές αφίσες φτιάχτηκαν σε φωτοτυπικά καταστήματα. Άλλες γράφτηκαν με το χέρι. Δίπλα στο ύψος, το βάρος και την ηλικία σημειώνονταν μικρές σωματικές λεπτομέρειες: ένα τατουάζ, μια χειρουργική ουλή, το ρολόι που φορούσε κάποιος ή το χρώμα της γραβάτας με την οποία είχε φύγει για τη δουλειά.

Μία από τις φωτογραφίες έδειχνε έναν πατέρα μαζί με τα παιδιά του και συνοδευόταν από την παράκληση «Please find daddy». Σε άλλη αφίσα βρισκόταν ο Τζέισον Τζέικομπς, ο οποίος είχε τηλεφωνήσει στη σύζυγό του από τον 97ο όροφο για να της πει ότι ένα αεροπλάνο είχε χτυπήσει τον διπλανό πύργο και ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί. Λίγο αργότερα, το δεύτερο αεροσκάφος έπεσε στο κτίριο όπου βρισκόταν. Η κόρη τους ήταν λίγο μεγαλύτερη από ενός έτους.

Ανάμεσα στις αφίσες που διατηρεί το Εθνικό Μνημείο και Μουσείο της 11ης Σεπτεμβρίου βρίσκεται εκείνη της Τόνιελ ΜακΝτέι. Ήταν 25 ετών, εργαζόταν ως αναλύτρια πληροφορικής στον 97ο όροφο του βόρειου πύργου, έγραφε ποίηση και τραγουδούσε γκόσπελ. Στην κορυφή της αφίσας της, η λέξη «Missing» είχε προστεθεί με το χέρι.

Όταν η ελπίδα άλλαξε τη σημασία των αφισών

Τις πρώτες ώρες, κάθε αφίσα ήταν μια πρακτική έκκληση για πληροφορίες. Οι συγγενείς περίμεναν ότι κάποιος μπορεί να τηλεφωνήσει, να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο ή να επιβεβαιώσει πως είχε δει τον αγνοούμενο να εγκαταλείπει το κτίριο.

Όσο περνούσαν οι ημέρες, οι πιθανότητες εντοπισμού επιζώντων μηδενίζονταν. Οι αφίσες παρέμεναν στους δρόμους, αλλά ο λόγος της παρουσίας τους άλλαζε. Από εργαλεία αναζήτησης μετατρέπονταν σε δημόσια μνημεία.

Η βροχή άρχισε να διαλύει το χαρτί και το μελάνι. Σε ορισμένες αφίσες τα χαρακτηριστικά των προσώπων ξεθώριαζαν ή εξαφανίζονταν. Οι φωτογραφίες του Μπίλερ διέσωσαν λεπτομέρειες που διαφορετικά θα είχαν χαθεί μαζί με το ίδιο το υλικό.

Περισσότερες από 300 αφίσες που είχαν τοποθετηθεί μέσα και έξω από το νοσοκομείο St. Vincent’s σώθηκαν από το προσωπικό του. Όταν το νοσοκομείο έκλεισε το 2010, παραδόθηκαν στο Μουσείο της 11ης Σεπτεμβρίου. Στο σχετικό αρχείο επισημαίνεται ότι, καθώς έσβηνε η ελπίδα για επιζώντες, οι αφίσες γίνονταν οι ίδιες μνημεία των νεκρών.

Μια έκθεση μέσα σε εκκλησία

Η επιλογή του χώρου για την έκθεση δεν ήταν τυχαία. Οι φωτογραφίες δεν τοποθετήθηκαν στους λευκούς τοίχους μιας εμπορικής γκαλερί, αλλά μέσα σε μια εκκλησία του 19ου αιώνα, σε μια ενορία όπου τελούνται λειτουργίες στα αγγλικά, τα ισπανικά και τα πολωνικά.

Η διάταξη αντλεί στοιχεία από τη θρησκευτική προσκύνηση εικόνων και τη διαδρομή των Σταθμών του Σταυρού. Ο επισκέπτης περνά από το ένα πρόσωπο στο άλλο και διαβάζει όσα είχαν γράψει οι δικοί του άνθρωποι σε μια στιγμή απελπισμένης αναζήτησης.

Η τοποθεσία έχει και έναν ακόμη δεσμό με την τραγωδία. Ο Μάικαλ Τζατζ, ιερέας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας της Νέας Υόρκης και το πρώτο επισήμως αναγνωρισμένο θύμα των επιθέσεων, ανήκε στο τάγμα των Φραγκισκανών, το οποίο συνδέεται και με την εκκλησία που φιλοξενεί την έκθεση.

Οι δημιουργοί της εγκατάστασης υπογραμμίζουν ότι το υλικό αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η 11η Σεπτεμβρίου περνά από τη ζωντανή μνήμη στην ιστορία. Μια ολόκληρη γενιά ενηλίκων έχει γεννηθεί μετά το 2001 και γνωρίζει την επίθεση κυρίως μέσα από τις επαναλαμβανόμενες τηλεοπτικές εικόνες των αεροπλάνων και της κατάρρευσης.

Οι αφίσες φωτίζουν όσα συνέβησαν έξω από αυτό το γνωστό κάδρο: τις οικογένειες που έψαχναν φωτογραφίες στα συρτάρια, τους ανθρώπους που μοίραζαν αντίγραφα στους δρόμους και την πόλη που γέμισε με ονόματα πριν ακόμη γνωρίζει πόσοι είχαν σκοτωθεί.

Η μνήμη της 11ης Σεπτεμβρίου μέσα από τα αντικείμενα

Η έκθεση στο Μπρούκλιν εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να παρουσιαστεί η 11η Σεπτεμβρίου μέσα από τα προσωπικά της τεκμήρια. Για την 25η επέτειο, το Smithsonian εκθέτει σπάνια αντικείμενα που συνήθως παραμένουν στις συλλογές του: ζώνες ασφαλείας και ένα κουμπί κλήσης αεροσυνοδού από την πτήση 93, μια τσάντα με κλειδιά και πορτοφόλι από τα συντρίμμια του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, καθώς και το τηλέφωνο στο οποίο έφθασε μία από τις κλήσεις επιβάτη αεροπειρατεμένου αεροσκάφους.

Ορισμένα είναι τόσο εύθραυστα ώστε, σύμφωνα με τη διεύθυνση του Μουσείου Αμερικανικής Ιστορίας, πιθανότατα δεν θα εκτεθούν ξανά. Στόχος είναι η σύνδεση της νέας γενιάς με ένα γεγονός που έχει αρχίσει να εγκαταλείπει το πεδίο της προσωπικής μνήμης και να περνά οριστικά στην Ιστορία.

Η 25η επέτειος συνοδεύεται από τις καθιερωμένες τελετές και την ανάγνωση των ονομάτων των 2.977 θυμάτων., ενώ σε μια διαφορετική αποτύπωση της επετείου ο Τζορτζ Μπους ζωγράφισε όσα θυμάται από την 11η Σεπτεμβρίου.

Οι φωτογραφίες των αγνοουμένων καταγράφουν τη μικρότερη, προσωπική κλίμακα της ίδιας ιστορίας. Πριν από τους επίσημους αριθμούς, τα μνημεία και τις επετειακές τελετές, υπήρχαν χιλιάδες οικογένειες που περίμεναν να χτυπήσει ένα τηλέφωνο. Στους τοίχους της Νέας Υόρκης είχαν αφήσει ένα πρόσωπο και μια τελευταία έκκληση να επιστρέψει σπίτι.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο