Το όνειρο ενός γελοίου: Απόγνωση και φως σε μία στιγμή
Το Όνειρο ενός Γελοίου στο Κιβωτός είναι μια παράσταση που εκθέτει. Καλεί τον θεατή όχι να ταυτιστεί, αλλά να σταθεί απέναντι στον εαυτό του.
Το κείμενο του Ντοστογιέφσκι επιστρέφει στη σκηνή όχι σαν ανάμνηση, αλλά σαν ανοιχτή πληγή. Η Έφη Μπίρμπα και ο Άρης Σερβετάλης το πλησιάζουν ξανά με τη σοβαρότητα ενός δεύτερου ταξιδιού, όταν πια γνωρίζει κανείς τη διαδρομή, αλλά το βάθος παραμένει ανεξερεύνητο. Το Όνειρο ενός Γελοίου μετατρέπεται σε τελετουργία ενδοσκόπησης, σε μια παράσταση που δεν αφηγείται απλώς έναν εφιάλτη, αλλά τον προσφέρει στο κοινό ως καθρέφτη. Η σκηνή γίνεται τόπος αποκάλυψης, εκεί όπου η απελπισία δεν καταπίνεται, αλλά φωτίζεται, και η λύτρωση δεν υπόσχεται σωτηρία — μόνο επίγνωση.
Το Όνειρο ενός Γελοίου είναι από εκείνα τα ντοστογιεφσκικά κείμενα που μοιάζουν μικρά σε έκταση αλλά απύθμενα σε βάθος. Μια εξομολόγηση χωρίς εξομολογητή, ένας μονόλογος που ξεκινά από την απόλυτη παραίτηση και καταλήγει σε μια εύθραυστη, σχεδόν απελπισμένη πίστη στον άνθρωπο. Ο Γελοίος δεν είναι ένας περιθωριακός χαρακτήρας με την κοινωνική έννοια, είναι ο άνθρωπος που έχει αποσυρθεί εσωτερικά από τον κόσμο, έχοντας αποδεχτεί ότι «τίποτα δεν έχει σημασία».
Το όνειρο που ακολουθεί, μια μεταφορά σε έναν ιδεατό κόσμο αθωότητας και αλήθειας, δεν λειτουργεί ως ουτοπία, αλλά ως καθρέφτης. Εκεί, η ανθρώπινη φύση αποκαλύπτεται αδυσώπητα, ακόμη και στην τελειότητα, ο άνθρωπος φέρει μέσα του τη ρωγμή της πτώσης. Η ενοχή, το ψεύδος και η επιθυμία για εξουσία επανεμφανίζονται, καταστρέφοντας το ιδανικό.
Όταν ο ήρωας ξυπνά, δεν έχει σωθεί, έχει όμως δει. Και αυτή η γνώση τον καταδικάζει σε μια νέα μορφή γελοιότητας, να μιλά για αγάπη σε έναν κόσμο που γελά. Ο Ντοστογιέφσκι προσφέρει βαριά ευθύνη κι αυτό καθιστά το κείμενο διαχρονικά ανήσυχο, επικίνδυνα επίκαιρο.
Η σκηνική ανάγνωση του Ονείρου ενός Γελοίου από την Έφη Μπίρμπα και τον Άρη Σερβετάλη δεν επιδιώκει να «ερμηνεύσει» τον Ντοστογιέφσκι. Επιλέγει κάτι πιο αιχμηρό και ριψοκίνδυνο, να τον βιώσει. Η παράσταση δεν οργανώνεται γύρω από την αφήγηση, αλλά γύρω από μια κατάσταση ύπαρξης. Πρόκειται για ένα θέατρο εσωτερικού χρόνου και υγρού χώρου, όπου κάθε κίνηση, κάθε παύση, κάθε ανάσα λειτουργεί ως φορέας νοήματος.
Ο Άρης Σερβετάλης, σε μία από τις πιο ώριμες στιγμές της διαδρομής του, παραδίδει έναν Γελοίο απογυμνωμένο από ψυχολογικές ευκολίες. Δεν καταφεύγει σε συναισθηματική χειραγώγηση ούτε σε εξωτερικές εντάσεις. Αντίθετα, χτίζει έναν ρόλο που μοιάζει να γεννιέται μπροστά μας, μέσα από το σώμα. Η υποκριτική του είναι βαθιά σωματική, σχεδόν ασκητική. Το σώμα του γίνεται το τοπίο όπου συγκρούονται η απόγνωση και η αποκάλυψη, η γελοιότητα και το ιερό. Ο Άρης Σερβετάλης δεν ερμηνεύει, εκτίθεται. Το σώμα του λειτουργεί ως αγωγός μιας ψυχικής καταιγίδας, η φωνή του χαράζει τον χώρο σαν εσωτερικός μονόλογος που απέκτησε σάρκα. Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι δεν παρουσιάζεται ως ρόλος, αλλά ως κατάσταση ύπαρξης, εύθραυστη, παραδομένη, έτοιμη να σπάσει. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απ’ έξω, σύρεται μέσα στο όνειρο, σε μια διαδρομή όπου η συνείδηση διαλύεται για να ξαναγεννηθεί. Κινείται αδιάκοπα μέσα στο συμβολικό τοπίο της παράστασης με αντοχή και εσωτερικό ρυθμό, αποκαλύπτοντας μια δουλειά βαθιά μελετημένη, όπου η καθαρότητα του λόγου δεν είναι τεχνική αρετή, αλλά ηθική στάση.
Η σκηνοθετική ματιά της Έφης Μπίρμπα λειτουργεί με χειρουργική ακρίβεια. Η παράσταση αποφεύγει κάθε ρεαλιστική αναπαράσταση και κινείται σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στο όνειρο και στην τελετή. Η σκηνή δεν «αφηγείται», αλλά υποβάλλει. Η εικαστική εγκατάσταση και τα κοστούμια δεν περιγράφουν χαρακτήρες, αλλά ψυχικές καταστάσεις, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει.
Η παράσταση αποπειράται να διερευνήσει τ’ αδιέξοδα της ανθρώπινης φύσης της οποίας τα υλικά είναι ίδια με αυτά των ονείρων. «Είμαι γελοίος άνθρωπος. Τώρα με λένε τρελό. Αυτός θα ήταν ανώτερος τίτλος, αν δεν έπαυα να είμαι γελοίος για τους ανθρώπους. Μα τώρα πια δεν θυμώνω, γιατί όλοι είναι αρκετά ευγενικοί μαζί μου, και όταν με κοροϊδεύουν, είναι, θα λεγες, ακόμα πιο ευγενικοί» ψιθυρίζει, όχι χωρίς πόνο, ο ηθοποιός κινούμενος με τις πατερίτσες της απελπισίας ανάμεσα στους ηδονοβλεψίες θεατές, την λιμνούλα με το νερό στο κέντρο της σκηνής και στην άκρη της αγωνίας και τα έπιπλα της απόγνωσης που βουτάνε στο νερό και ίπτανται πάνω από τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων.
Η δραματουργική επεξεργασία των Μπίρμπα και Σερβετάλη, αντιμετωπίζει το κείμενο όχι ως ιερό αντικείμενο αλλά ως ζωντανό υλικό. Η γλώσσα του Ντοστογιέφσκι συμπυκνώνεται, αναπνέει και αποκτά ρυθμό, χωρίς να χάνει τη φιλοσοφική της πυκνότητα. Ο λόγος δεν προηγείται του σώματος, γεννιέται από αυτό.
Η μουσική του Vangelino Currentzis δεν συνοδεύει τη δράση, αλλά τη διαπερνά, δημιουργώντας ένα ηχητικό περιβάλλον που εντείνει την αίσθηση μυσταγωγίας και ο φωτισμός του Γιώργου Καρβέλα, λιτός και απολύτως ελεγχόμενος, λειτουργεί σαν εσωτερικό φως, αποκαλύπτει χωρίς να εξηγεί, φωτίζει χωρίς να καθησυχάζει.
Το Όνειρο ενός Γελοίου στο Κιβωτός είναι μια παράσταση που εκθέτει. Καλεί τον θεατή όχι να ταυτιστεί, αλλά να σταθεί απέναντι στον εαυτό του. Και σε μια εποχή όπου το θέατρο συχνά εξαντλείται στο σχόλιο, αυτή η πρόταση υπενθυμίζει κάτι ουσιώδες, ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να είναι πράξη πίστης στον άνθρωπο, ακόμη κι όταν αυτό μοιάζει, πράγματι, γελοίο.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
