Δεν φταίει η «κακιά στιγμή», αλλά το χέρι που σηκώθηκε
Κάθε φορά που ένα έγκλημα μάς παγώνει, ακούγεται η ίδια φράση: «ήταν η κακιά στιγμή». Μια φράση βολική, σχεδόν ύπουλη, που μικραίνει τη βία και κάνει την ευθύνη να μοιάζει με ατυχία.
Λένε πως δεν υπάρχουν πονηρές, ένοχες λέξεις. Και όμως συνθέτοντας παραπάνω από 2-3 λέξεις μπορείς να φτιάξεις φράσεις που δεν είναι αθώες. Είναι φράσεις που μοιάζουν καθημερινές, σχεδόν λαϊκές αλλά κουβαλούν μέσα τους έναν ολόκληρο μηχανισμό συγκάλυψης. Μία από αυτές είναι η «κακιά στιγμή» ή η «κακιά η ώρα», όπως λέμε συχνά, με εκείνον τον μοιρολατρικό τόνο που όλα τα σκεπάζει.
Κάθε φορά που γίνεται ένα έγκλημα, κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται, κάθε φορά που ένας άνθρωπος χάνει τη ζωή του από βία, κάπου θα ακουστεί. Από συγγενείς, από γνωστούς, από γείτονες, από τους ίδιους τους θύτες σχεδόν όλες τις φορές, από ανθρώπους που θέλουν να εξηγήσουν το ανεξήγητο χωρίς να το κοιτάξουν κατάματα.
Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει φράσεις όπως: «Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος», «Του γύρισε το μυαλό», «Ήταν η κακιά στιγμή», «Ήταν η κακιά η ώρα». Ή όπως τραγουδούσε ο Στέλιος Διονυσίου “Κ’ ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς”, σλόγκαν που κρατάει ως τα σήμερα. (Εμείς θα πούμε «ναι, φταίει» αλλά πάμε παρακάτω).
Μόνο που η κακιά στιγμή δεν κρατά μαχαίρι, δεν στήνει καρτέρι, δεν δίνει ραντεβού έχοντας τον φόνο ή τουλάχιστον την επίθεση στο πίσω μέρος του μυαλού της, σε καρφώνει το μαχαίρι στην καρδιά του άλλου, δεν χτυπά με μανία, δεν αποφασίζει ότι η ζωή του άλλου αξίζει λιγότερο από τον θυμό, την προσβολή, την κτητικότητα, τον εγωισμό. Η κακιά ώρα δεν σκοτώνει, οι άνθρωποι σκοτώνουν.
Κι αυτό είναι που δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να πούμε καθαρά.
Γιατί η «κακιά στιγμή» είναι μια βολική κουβέρτα. Τη ρίχνουμε πάνω από το έγκλημα για να μη φαίνεται ολόκληρο, για να μη φαίνεται η διαδρομή που προηγήθηκε, οι απειλές που ίσως είχαν προηγηθεί, η βία που είχε κανονικοποιηθεί. Η αντίληψη ότι κάποιος έχει δικαίωμα πάνω στη ζωή, στο σώμα, στις επιλογές, στην ελευθερία του άλλου.
Το έχουμε δει σε τόσες γυναικοκτονίες. Γυναίκες που δεν «έτυχε» να βρεθούν μπροστά σε μια κακή ώρα, αλλά βρέθηκαν απέναντι σε άνδρες που δεν άντεχαν το «όχι», τον χωρισμό, την απόρριψη, την αυτονομία τους. Κι όμως, ακόμη και τότε, ακούστηκε η ίδια παλιά δικαιολογία. Ότι «ξέφυγε», ότι «θόλωσε», ότι «ήταν μια στιγμή».
Μα όταν κάποιος «θολώνει» τόσο ώστε να αφαιρεί ζωή, το πρόβλημα δεν είναι η στιγμή. Είναι όλα όσα του επέτρεψαν να πιστέψει πως μπορεί να φτάσει μέχρι εκεί.
Το είδαμε και στην πρόσφατη δολοφονία στον Άγιο Δημήτριο. Πάλι η ίδια προσπάθεια να χωρέσει το έγκλημα σε μια φράση μικρότερη από το βάρος του. Δεν ήταν προαποφασισμένο, είπε ο δράστης. Δεν ήταν σχεδιασμένο, ήταν η κακιά στιγμή. Έτσι είπε στην απολογία του, παρόλο που αποφάσισε να καθαρίσει το μαχαίρι και να το κρύψει. Ήταν η κακιά στιγμή, η κακιά η ώρα.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι δεν ήταν προαποφασισμένο. Από πότε αυτό μικραίνει μια δολοφονία; Από πότε το ότι κάποιος δεν σχεδίασε ψύχραιμα ένα έγκλημα τον απαλλάσσει από το γεγονός ότι το διέπραξε; Από πότε η απουσία σχεδίου γίνεται σχεδόν συγχωροχάρτι;
Υπάρχει μια επικίνδυνη τρυφερότητα με την οποία η κοινωνία αγγίζει μερικές φορές τους δράστες. Ψάχνει να βρει τι τους συνέβη, τι τους οδήγησε εκεί, τι τους «έσπρωξε». Και βέβαια κάθε έγκλημα έχει συνθήκες, κανείς δεν λέει να μη διερευνώνται. Αλλά άλλο η εξήγηση και άλλο η δικαιολογία.
Η «κακιά στιγμή» δεν εξηγεί τίποτα, αντίθετα ξεπλένει. Τι ξεπλένει; Ξεπλένει τη βία από την πρόθεση. Ξεπλένει την ευθύνη από την πράξη. Ξεπλένει τον δράστη από το βάρος της επιλογής του. Και στο τέλος αφήνει το θύμα ξανά μόνο του, ακόμη και μετά θάνατον, σαν να έτυχε να βρεθεί στο λάθος σημείο, τη λάθος ώρα, απέναντι σε μια ατυχία. Ε, λοιπόν δεν ήταν ατυχία… Ήταν έγκλημα, και ας σταματήσουμε επιτέλους να φοβόμαστε τόσο πολύ τη λέξη.
Γιατί κάθε φορά που λέμε «κακιά ώρα», μετακινούμε ανεπαίσθητα το κέντρο της ιστορίας. Δεν κοιτάμε πια αυτόν που έδρασε. Κοιτάμε το σύμπαν, τη μοίρα, την ένταση, την ατυχία, το «πώς τα φέρνει η ζωή». Λες και η ζωή τα έφερε έτσι από μόνη της. Λες και δεν υπήρξε χέρι, επιλογή, οργή, απόφαση, επίθεση.
Η γλώσσα έχει σημασία. Δεν είναι λεπτομέρεια. Με τις λέξεις χτίζουμε κατανόηση, αλλά με τις λέξεις χτίζουμε και άλλοθι. Και η «κακιά στιγμή» είναι από τα πιο ανθεκτικά άλλοθι που διαθέτουμε.
Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που τη χρησιμοποιεί θέλει να δικαιολογήσει έναν δράστη. Πολλές φορές είναι αμηχανία, είναι τρόμος, είναι η ανάγκη να πιστέψουμε ότι το κακό δεν έχει λογική, γιατί αν έχει, τότε πρέπει να δούμε τι κάνουμε λάθος ως κοινωνία. Πώς μεγαλώνουμε ανθρώπους που δεν ξέρουν να διαχειρίζονται την απόρριψη. Πώς ανεχόμαστε απειλές μέχρι να γίνουν πράξεις. Πώς ακούμε για βία και τη βαφτίζουμε «οικογενειακή υπόθεση», «ένταση», «καβγά», «πάθος».
Αλλά η βία δεν είναι πάθος. Δεν είναι έρωτας. Δεν είναι στιγμή.
Είναι εξουσία, είναι έλεγχος, είναι η βαθιά πεποίθηση ότι ο άλλος μπορεί να γίνει στόχος επειδή μας πλήγωσε, μας αρνήθηκε, μας θύμωσε, μας εμπόδισε, μας ακύρωσε. Και αυτή η πεποίθηση δεν γεννιέται ξαφνικά μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, αλλά καλλιεργείται και τρέφεται και συχνά προειδοποιεί.
Γι’ αυτό και χρειάζεται να είμαστε πιο αυστηροί με τις λέξεις μας. Όχι πιο απάνθρωποι. Πιο έντιμοι.
Όταν μια ζωή χάνεται από βία, δεν είναι «κακιά στιγμή». Είναι το τελικό σημείο μιας πράξης που έχει δράστη και θύμα. Έχει ευθύνη. Έχει συνέπειες. Έχει δικαιοσύνη που πρέπει να αποδοθεί.
Η «κακιά η ώρα» ανήκει στα δυστυχήματα, στις συμπτώσεις, στις αναποδιές της ζωής, όχι στις δολοφονίες. Στις δολοφονίες δεν φταίει η ώρα, αλλά εκείνος που αποφάσισε ότι μπορεί να την κάνει τελευταία ώρα για κάποιον άλλον.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
