«Ο Επιθεωρητής» στο Μπάρρυ: Το ψέμα, η εξουσία και το γέλιο που κοιτάζει κατάματα το σήμερα – Μιλούν Αναγνώστου, Κόκκαλης, Παπαυγέρη
Λίγο πριν από την πρεμιέρα του «Επιθεωρητή» του Νικολάι Γκόγκολ από το Άρμα Θέσπιδος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας, τρεις ηθοποιοί της παράστασης μιλούν για το ψέμα, τη διαφθορά, τη ματαιοδοξία και την ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν σε μια εικόνα που τους βολεύει. Ο Βασίλης Κόκκαλης, η Χριστίνα Αναγνώστου και η Ελιάννα Παπαυγέρη φωτίζουν τους ήρωές τους και δείχνουν γιατί μια κωμωδία του 1836 μοιάζει σήμερα σχεδόν ανησυχητικά επίκαιρη.
Την Πέμπτη 4 Ιουνίου, στο Θέατρο Μπάρρυ, το Άρμα Θέσπιδος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας ξεκινά τη νέα του θεατρική διαδρομή με τον «Επιθεωρητή» του Νικολάι Γκόγκολ, σε νέα μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία του Χρήστου Στρέπκου. Μια από τις πιο δημοφιλείς κωμωδίες του παγκόσμιου δραματολογίου επιστρέφει στη σκηνή όχι ως μουσειακό κείμενο, αλλά ως ένα ζωντανό, αιχμηρό και σατιρικό σχόλιο για την εξουσία, τη διαφθορά και την ανθρώπινη ανάγκη για κύρος.
Στην υπόθεση του έργου, οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι μιας μικρής πόλης μαθαίνουν πανικόβλητοι ότι ένας επιθεωρητής φτάνει κρυφά για να τους ελέγξει. Από φόβο μήπως αποκαλυφθούν τα «άπλυτά» τους, μπερδεύουν τον Χλεστιακόβ, έναν ασήμαντο κρατικό υπάλληλο που βρίσκεται τυχαία στην πόλη για να ξεφύγει από τα χρέη του στον τζόγο, με τον επικίνδυνο επιθεωρητή. Εκείνος, όταν αντιλαμβάνεται την παρεξήγηση, μπαίνει στο παιχνίδι και οι τοπικοί άρχοντες σπεύδουν να τον κολακέψουν, να τον χρηματίσουν και να εξαγοράσουν την εύνοιά του.
Ο Χρήστος Στρέπκος σημειώνει στο σκηνοθετικό του σημείωμα ότι ο «Επιθεωρητής» γίνεται πιο επίκαιρος από ποτέ μέσα σε ένα ψηφιακό και τεχνοκρατικό περιβάλλον, όπου όλα μπορούν να ελεγχθούν, αλλά «κανένας ισχυρός δεν βρίσκεται ποτέ ένοχος». Περιγράφει την παράσταση ως ένα rock happening, όπου το μεγαλείο και το γελοίο απέχουν ελάχιστα, ενώ θέτει και ένα σημερινό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν στη θέση του επιθεωρητή βρεθεί μια ανάλγητη τεχνητή νοημοσύνη;
Με αφορμή την παράσταση, ο Βασίλης Κόκκαλης, η Χριστίνα Αναγνώστου και η Ελιάννα Παπαυγέρη μιλούν για τους χαρακτήρες που υποδύονται, αλλά και για τον κόσμο που στήνει ο Γκόγκολ: έναν κόσμο όπου το ψέμα λειτουργεί σαν κοινωνική συμφωνία, η αλήθεια μοιάζει απειλή και οι άνθρωποι τρέφουν με τον φόβο, τη φιλοδοξία και τη ματαιοδοξία τους εκείνους που παριστάνουν τους ισχυρούς.

Ο Βασίλης Κόκκαλης βλέπει τον Χλεστιακόβ ως «ένα παιδί που παίζει», έναν άνθρωπο που ονειρεύεται μια ζωή που δεν έχει και αρπάζει την ευκαιρία όταν οι άλλοι του χαρίζουν εξουσία. Η Χριστίνα Αναγνώστου μιλά για τη Μαρία, την κόρη του Επάρχου, ως ένα πρόσωπο ανάμεσα στην ονειροφαντασία και την πραγματικότητα. Η Ελιάννα Παπαυγέρη φωτίζει τη σύζυγο του Επάρχου, μια γυναίκα που γνωρίζει τους κανόνες του κοινωνικού παιχνιδιού και βλέπει στον Επιθεωρητή μια πιθανή έξοδο προς κύρος, λάμψη και εξουσία.
Μέσα από τις απαντήσεις τους, ο «Επιθεωρητής» δεν παρουσιάζεται απλώς ως μια κλασική φάρσα, αλλά ως ένας καθρέφτης που επιστρέφει στον θεατή κάτι πολύ γνώριμο: τον φόβο της αποκάλυψης, τη γοητεία του ψεύτικου κύρους, τη δύναμη της εικόνας και την ευκολία με την οποία μια κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει μόνη της τον «ισχυρό» που μετά θα φοβηθεί.
Χριστίνα Αναγνώστου: «Η Μαρία θυμίζει τον άνθρωπο που υπήρξαμε κάποτε»
Ποιος είναι πιο επικίνδυνος στον “Επιθεωρητή”: αυτός που λέει το ψέμα ή εκείνοι που έχουν ανάγκη να το πιστέψουν;
Ο Επιθεωρητής είναι μια κωμωδία παρεξηγήσεων που αποκαλύπτει τόσο την κοινωνική διαφθορά, όσο και την υποκρισία ανάμεσα στις ανθρώπινες σχέσεις, φωτίζοντας τον νοσηρό μικρόκοσμο που δημιουργούν. Στο έργο η επικινδυνότητα αλλάζει συνεχώς στρατόπεδο ανάλογα με το ποιος έχει την εξουσία και τη δυνατότητα να αποκαλύψει και να εκθέσει το συνομιλητή του. Το ψέμα λειτουργεί περισσότερο σαν εργαλείο απόκρυψης ή παραποίησης της ταυτότητας, δημιουργώντας μια άρρητη συμφωνία ανάμεσα σε εκείνον που το λέει και σε εκείνους που το πιστεύουν. Λειτουργεί ως κοινωνικός καταλύτης και είναι αυτό το οποίο μέχρι και το τέλος του έργου διατηρεί τις ισορροπίες ανάμεσα στους χαρακτήρες, καθώς κάθε φορά υπάρχει ανάγκη από αυτόν που το λέει να γίνεται πιστευτός και από εκείνους που το ακούνε να το πιστεύουν. Ο πραγματικός κίνδυνος στον «Επιθεωρητή» προέρχεται από την αλήθεια και την αποκάλυψη της.

Ο Γκόγκολ γράφει κωμωδία, αλλά κάτω από το γέλιο υπάρχει κάτι πολύ σκοτεινό. Πώς κρατάτε αυτή την ισορροπία στη σκηνή;
Ο Γκόγκολ θα γράψει τον «Επιθεωρητή» σαν μια απόπειρα δημιουργίας ενός σατιρικού έργου για την αυτοκρατορική Ρωσία του 1835. Μάλιστα θα αναζητήσει έμπνευση από τον Πούσκιν, ο οποίος θα του γράψει για μια ιστορία που είχε ακούσει ότι συνέβη σε μια επαρχιακή ρωσική πόλη. Το γέλιο στο έργο προκύπτει κυρίως από τον καθρεφτισμό της αλήθειας.
Η σκηνή σε αυτή την περίπτωση λειτουργεί περισσότερο ως μέσο αντανάκλασης και αποκάλυψης της κοινωνικής πραγματικότητας και των εύθραυστων ισορροπιών. Το κωμικό στοιχείο προκύπτει από την ανάδειξη της σκοτείνής πραγματικότητας. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος που ο «Επιθεωρητής» παραμένει αποκαλυπτικός και απειλητικός στο σήμερα.
Σε έναν κόσμο όπου όλοι προσπαθούν να φανούν κάτι παραπάνω από αυτό που είναι, πόσο κοντά είμαστε τελικά στους ήρωες του Γκόγκολ;
Οι ήρωες του Γκόγκολ είναι παραδόξως πολύ ανθρώπινοι. Οι χαρακτήρες της επαρχιακής πόλης φαντάζουν γνώριμοι, όπως και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν ή οι σχέσεις που αναπτύσουν μεταξύ τους. Παρόλη τη μεγέθυνση και την ανάδειξη των γκροτέσκ χαρακτηριστικών τους, θυμίζουν ανθρώπους που ίσως έχουμε γνωρίσει ή ακόμα και στιγμές που έχουμε βρεθεί και εμείς στη θέση τους.
Η κόρη του Επάρχου μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου η εικόνα, η θέση και η εξουσία φαίνεται να μετρούν περισσότερο από την αλήθεια. Πώς βλέπει εκείνη αυτόν τον κόσμο: με αφέλεια, με φιλοδοξία ή με μια πιο κρυφή επίγνωση;
Η κόρη του Επάρχου φέρει τα στοιχεία του περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνει, ωστόσο έχει τη φιλοδοξία να γνωρίσει το ιδεατό που της προκαλεί η σκέψη της Πετρούπολης, ο έρωτας, οι κοσμικοί χοροί και οι μεγάλοι συγγραφείς. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στην δική της ονειροφαντασία και στην πραγματικότητα. Ένας άνθρωπος που ακόμα δεν έχει παίξει με τους κανόνες του παιχνιδιού και δεν έχει επωμιστεί ακόμα τις συνέπειες. Νομίζω ότι κλείνει το μάτι και σε εμάς, καθώς θυμίζει τον άνθρωπο που υπήρξαμε κάποτε.
Ο Χλεστιακόβ γίνεται για την ηρωίδα σας κάτι περισσότερο από ένας επισκέπτης: γίνεται προβολή, φαντασίωση, πιθανή έξοδος από τον κόσμο της. Τι πιστεύετε ότι βλέπει πραγματικά σε αυτόν;
Ο Χλεστιακόβ για τη Μαρία, είναι ο ξένος που θα δημιουργήσει το πέρασμα από την σκληρή πραγματικότητα στο όνειρο. Η φιγούρα του «ξένου» σε αντίθεση με το «οικείο» αποτελεί μια αφορμή επαπροσδιορισμού του εαυτού. Για εκείνη είναι η αφορμή της να φωτίσει τις επιθυμίες της. Είναι το εισιτήριο της για να φύγει από το σπίτι, από την επαρχιακή πόλη, από την καθημερινότητα, που δεν θυμίζει σε τίποτα όσα έχει διαβάσει στα λογοτεχνικά έργα. Αυτό που βλέπει σε εκείνον είναι ίσως και μια φαντασίωση του μελλοντικού εαυτού της, καθώς είναι ένας χαρακτήρας που φλερτάρει με την επιτέλεση των κοινωνικών κανόνων και με το ρομαντισμό της ελευθερίας.

Βασίλης Κόκκαλης: «Ο Χλεστιακόβ είναι το φαίνεσθαι – Τον βλέπω κάθε μέρα στην τηλεόραση»
Ποιος είναι πιο επικίνδυνος στον “Επιθεωρητή”: αυτός που λέει το ψέμα ή εκείνοι που έχουν ανάγκη να το πιστέψουν;
Πιο επικίνδυνος είναι αυτός που θέλει να πιστεύει το ψέμα. Αυτός είναι, στην ουσία, ο πιο επικίνδυνος: εκείνος που αρέσκεται να ζει μέσα σε ένα ψέμα, αποφεύγοντας να δει την πραγματικότητα.
Το ψέμα μάς περικλείει όλους. Όλοι, πολλές φορές στη ζωή μας, θέλουμε να πιστέψουμε κάτι, ακόμη κι αν είναι επώδυνο. Στην περίπτωση του «Επιθεωρητή», αυτό που συμβαίνει λειτουργεί σαν καθρέφτης. Ο σύγχρονος θεατής μπορεί να δει τον εαυτό του μέσα σε αυτή την ιστορία. Το ψέμα αντανακλά μια κατάσταση που δεν αφορά μόνο την παράσταση, αλλά και την κοινωνική και πολιτική ζωή. Εκεί, ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του.

Ο Γκόγκολ γράφει κωμωδία, αλλά κάτω από το γέλιο υπάρχει κάτι πολύ σκοτεινό. Πώς κρατάτε αυτή την ισορροπία στη σκηνή;
Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να ακολουθήσουμε πιστά τη δραματουργική ιδέα του συγγραφέα. Νομίζω ότι αυτή η ίδια η ιδέα μάς οδηγεί και μας βοηθά να κρατήσουμε τις ισορροπίες, αλλά και να φωτίσουμε τις πραγματικές διαστάσεις του έργου.
Ο «Επιθεωρητής» είναι μια φάρσα, όμως μέσα από αυτήν ο Γκόγκολ αναδεικνύει στοιχεία που παραμένουν ζωντανά μέχρι σήμερα. Τον δεσποτισμό, την ιεραρχία, τα στερεότυπα, όλα εκείνα που εξακολουθούν να μας καταδυναστεύουν. Και φοβάμαι πως θα συνεχίσουν να μας καταδυναστεύουν για πολύ καιρό ακόμη.
Σε έναν κόσμο όπου όλοι προσπαθούν να φανούν κάτι παραπάνω από αυτό που είναι, πόσο κοντά είμαστε τελικά στους ήρωες του Γκόγκολ;
Νομίζω ότι το έργο μιλάει περισσότερο για το σήμερα, παρότι γράφτηκε τη δεκαετία του 1830. Αν κάνουμε μια αναγωγή στη σημερινή εποχή, θα δούμε ότι αυτά που συνέβαιναν τότε όχι μόνο δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά έχουν, κατά κάποιον τρόπο, αναβαθμιστεί.
Το ψέμα είναι σαν ένα δίχτυ που απλώνεται πάνω από την πραγματικότητα. Θα το έλεγα και προπέτασμα καπνού. Καλύπτει αυτό που θα έπρεπε να βλέπουμε καθαρά και έχουμε μάθει να ζούμε μέσα σε αυτό. Ξεχνάμε πολύ εύκολα. Συνηθίζουμε το ψέμα, το δεχόμαστε, το βιώνουμε σαν κανονικότητα. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι ο «Επιθεωρητής» είναι σήμερα πιο επίκαιρος από ποτέ.
Ο Χλεστιακόβ ξεκινά ως ένας ασήμαντος άνθρωπος που βρίσκεται τυχαία στο κέντρο μιας παρεξήγησης και καταλήγει να παίζει με τον φόβο μιας ολόκληρης πόλης. Τον αντιμετωπίσατε περισσότερο ως απατεώνα ή ως καθρέφτη της ανάγκης των άλλων να πιστέψουν σε έναν “ισχυρό”;
Εγώ τον αντιμετώπισα ως παιδί. Ο Χλεστιακόφ είναι ένα παιδί που παίζει. Παίζει, όπως παίζει χαρτιά, που είναι και το μεγάλο του πάθος.
Είναι ένας ονειροπόλος, ένας ιδεαλιστής που προσπαθεί κι αυτός να ζήσει μέσα από ένα ψέμα. Ένα δικό του, προσωπικό ψέμα. Ονειρεύεται τη μεγάλη ζωή. Ονειρεύεται αυτό που θα ήθελε να είναι, αλλά δεν είναι. Και όταν του δίνεται μια ευκαιρία, όταν του «κάθεται» αυτό το μεγάλο λαχείο, το εκμεταλλεύεται.
Βέβαια, απέναντί του υπάρχει ο υπηρέτης του, ο Οσίπ, που λειτουργεί σαν αντίβαρο. Είναι εκείνος που του τραβάει το αυτί, που τον επαναφέρει κάπως στα συγκαλά του. Μέσα σε όλη αυτή την ιστορία ξετυλίγεται η μεγάλη απάτη του Χλεστιακόφ. Μόνο που, στην πραγματικότητα, αυτή την απάτη τού τη χαρίζουν οι άλλοι. Όλοι του δανείζουν λεφτά, όλοι του προσφέρουν τη μεγάλη ζωή που ο ίδιος θα ήθελε να ζήσει. Κι εκείνος, βλέποντάς την μπροστά του, την παίρνει και την εκμεταλλεύεται.
Υπάρχει κάτι πολύ σημερινό στον Χλεστιακόβ: ένας άνθρωπος χωρίς πραγματική δύναμη, που ξαφνικά αποκτά κύρος επειδή οι άλλοι του το χαρίζουν. Τι σας γοήτευσε περισσότερο σε αυτή την πλευρά του ρόλου;
Αυτό που με γοητεύει γενικά, όταν δουλεύουμε πάνω σε κλασικά κείμενα, είναι ότι μέσα στους ήρωες βρίσκεις πάντα μια υπαρξιακή χροιά. Είτε πρόκειται για κωμωδία είτε για δράμα είτε ακόμη και για τραγωδία, οι ρόλοι αυτοί κρύβουν πάρα πολλά στοιχεία που σε οδηγούν αναπόφευκτα στο σήμερα.
Δεν προσπαθείς να «γίνεις» ένας τέτοιος ρόλος. Προσπαθείς να πάρεις τα στοιχεία που έχει και αυτά, μοιραία, θα σε βγάλουν στη σημερινή πραγματικότητα.
Εγώ τον Χλεστιακόφ τον βλέπω κάθε μέρα στην τηλεόραση. Τον βλέπω σε παρουσιαστές, σε διάσημους, σε ανθρώπους που προσπαθούν συνεχώς να προβληθούν. Αν ψάξεις λίγο την ιστορία τους, το υπόβαθρό τους, θα δεις τον Χλεστιακόφ μέσα τους.
Με ενδιαφέρει πάρα πολύ όλο αυτό το θέμα του «φαίνεσθαι». Ο Χλεστιακόφ είναι το φαίνεσθαι. Και αυτό προσπαθούμε να το δείξουμε και σκηνοθετικά, ακόμη και μέσα από την εμφάνισή του, μέσα από την αφέλειά του, μέσα από ένα πολύχρωμο σακάκι που φοράει και που μπορεί να θυμίσει σε κάποιους πρόσωπα που βλέπουμε σήμερα.
Για να είναι αυτό που είναι, πρέπει να έχει και το κοινό του. Και στο έργο το έχει. Ο Χλεστιακόφ δεν αρκείται μόνο στο να πάρει χρήματα ή να κάνει μια κομπίνα. Είναι ένας άνθρωπος που θέλει να ζήσει μια ζωή που δεν έχει.
Αυτό φαίνεται ακόμη και στον τρόπο που μπαίνει ο έρωτας μέσα στο έργο. Βρίσκεται στο σπίτι του επάρχου, φλερτάρει και με τη γυναίκα του και με την κόρη του, φτάνει στο σημείο να ζητήσει σε γάμο την κόρη, ενώ ταυτόχρονα έχει σχέση και με τη μητέρα της.
Όλο αυτό αναδεικνύει μια κατάσταση που, με άλλους τρόπους, τη βλέπουμε και σήμερα να περνά μπροστά μας. Το πρόβλημα είναι ότι επειδή έχουμε συνηθίσει τέτοιες εικόνες, δεν ανοίγουμε πάντα εκείνο το μικρό παραθυράκι για να αναρωτηθούμε γιατί συμβαίνει όλο αυτό. Και κυρίως για να αναρωτηθούμε αν αυτό που βλέπουμε είναι τελικά αλήθεια ή ψέμα.
Γι’ αυτό είπα από την αρχή ότι όλο το έργο είναι ένας καθρέφτης. Αυτή είναι η ουσία του.

Ελιάννα Παπαυγέρη: «Η γυναίκα του Επάρχου βλέπει στον Επιθεωρητή το δικό της τζόκερ»
Ποιος είναι πιο επικίνδυνος στον “Επιθεωρητή”: αυτός που λέει το ψέμα ή εκείνοι που έχουν ανάγκη να το πιστέψουν;
Σίγουρα εκείνοι που έχουν ανάγκη να το πιστέψουν. Διότι εκείνος που λέει το ψέμα δεν είναι επικίνδυνος αν δεν υπάρχουν οι άλλοι που τον πιστεύουν. Για παράδειγμα, ο επιθεωρητής, δε θα υπήρχε χωρίς όλους τους άλλους. Όλοι οι άλλοι τον επαληθεύουν και στην ουσία τον «δημιουργούν», καθώς εκείνος πατάει πάνω στο φόβο και την αγωνία τους για να δημιουργήσει το μύθο και την ψεύτικη εικόνα του. Μια εικόνα την οποία και ο ίδιος τείνει να πιστέψει, μεθώντας από το ίδιο το ψέμα του, σαν ένας άλλος Δον Κιχώτης.

Ο Γκόγκολ γράφει κωμωδία, αλλά κάτω από το γέλιο υπάρχει κάτι πολύ σκοτεινό. Πώς κρατάτε αυτή την ισορροπία στη σκηνή;
Ο Γκόγκολ έχει πιάσει την ουσία της ανθρώπινης φύσης και έχει γράψει την κωμωδία του Επιθεωρητή με πολύ έντεχνο τρόπο. Συνυπάρχει το γέλιο με την συγκίνηση, η φάρσα με την τραγική ειρωνεία και οι ήρωες είναι καθημερινοί άνθρωποι, που έχουν υποκύψει στις αδυναμίες τους. Αυτή ακριβώς την ισορροπία προσπαθούμε να κρατάμε στην σκηνή μέσα από την υποκριτική μας, μέσω της φόρμας που έχουμε ορίσει για τους ρόλους-χαρακτήρες που υποδυόμαστε. Μέσα από αυτή τη φόρμα προκύπτει η αστεία τραγικότητα αυτών των απλών και καθημερινών τύπων, που οριακά σε κάποιες στιγμές μοιάζουν και με κλόουν. Μόνο στο τέλος πια, για λίγο, παίζουμε ρεαλιστικά, την στιγμή που «πέφτουν» οι μάσκες μας και συνειδητοποιούμε ως ρόλοι πόσο πολύ την έχουμε πατήσει, από την ίδια τη ματαιοδοξία μας.
Σε έναν κόσμο όπου όλοι προσπαθούν να φανούν κάτι παραπάνω από αυτό που είναι, πόσο κοντά είμαστε τελικά στους ήρωες του Γκόγκολ;
Οι ήρωες του Γκογκολ είναι φτιαγμένοι από ανθρώπινα, καθημερινά υλικά και αυτό το καθιστά διαχρονικό έργο. Οπότε είμαστε τόσο κοντά στους ήρωες αυτούς, που θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς. Για αυτό και σε αυτούς τους ρόλους εύκολα αναγνωρίζει κανείς μοτίβα και χαρακτηριστικά είτε του ίδιου, είτε του περίγυρού του, είτε προσώπων σε υψηλές θέσεις.
Από πολιτική σκοπιά δε, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Σα να γράφτηκε κυριολεκτικά μια βδομάδα πριν. Αν σκεφτούμε ειδικά ότι γράφτηκε σχεδόν 200 χρόνια πριν, το 1836, και μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει τίποτα απολύτως στην πολιτική σκηνή παγκοσμίως. Κάτι το οποίο θα πρέπει βαθιά να μας προβληματίσει καθώς είναι ένα έργο που μιλάει για τη διαφθορά! Η ερώτηση που υπάρχει στο μυαλό μου από την πρώτη στιγμή που διάβασα το έργο και αρχίσαμε τις πρόβες, είναι το αν τελικά η διαφθορά είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και αν θα μπορέσει ποτέ ο άνθρωπος να τιθασεύσει και να χαλιναγωγήσει τα αισθήματα που τη γεννούν. Επίσης μιλάει και για την ελευθερία. Γιατί τελικά ο Επιθεωρητής είναι ο μόνος από τους ήρωες που ζει ελεύθερος και που εκμεταλλεύεται το σύστημα τεχνηέντως και δεν τον έχει καταπιεί το ίδιο το σύστημα, όπως τους υπόλοιπους ρόλους. Και όπως ο ίδιος λέει στο τέλος για τους άλλους, με δικά μου λόγια θα το πω, μπορεί να είναι όλοι τους λαμόγια και απατεώνες αλλά είναι καλόκαρδοι και φιλόξενοι άνθρωποι. Εκεί είναι και η στιγμή που ο θεατής μπορεί να τους συμπαθήσει και ακόμα και να ταυτιστεί μαζί τους.
Η σύζυγος του Επάρχου ζει μέσα σε έναν κόσμο κοινωνικής εικόνας, φόβου και ματαιοδοξίας. Τι είναι αυτό που την κινεί περισσότερο: η ανάγκη για ασφάλεια, η επιθυμία για κύρος ή ο φόβος της γελοιοποίησης;
Η γυναίκα του Επάρχου, η Άννα Αντρέγιεβνα-Αντόνοβνα, θα πω ότι είναι ένα αρχέτυπο γυναίκας, που επιλέγει να έχει δίπλα της τον ισχυρό άνδρα, τον Έπαρχο της πόλης που ζουν, όχι όμως για ασφάλεια αλλά για να μπορεί και η ίδια να έχει μια μορφή εξουσίας, να κατέχει υψηλή κοινωνική θέση και status. Ειδικά αν σκεφτούμε πως το έργο γράφτηκε 200 χρόνια πριν και αναλογιστούμε τη θέση της γυναίκας τότε, ο μόνος τρόπος να έχει μια αξιοσέβαστη θέση ήταν με έναν ισχυρό κοινωνικά άνδρα δίπλα της. Θεωρώ πως η Άννα Αντρέγιεβνα-Αντόνοβνα είναι μια πολύ δυναμική γυναίκα, με τρομερή φλόγα για ζωή μέσα της, αλλά παράλληλα και τρομερά καταπιεσμένη και υποταγμένη στις κοινωνικές επιταγές και στα κοινωνικά πρότυπα-στερεότυπα. Για αυτό κιόλας μόνο με τον ερχομό του επιθεωρητή, που στα μάτια της είναι φτιαγμένος από υλικά ονείρου, αρχίζει να ονειρεύεται ξανά. Αλλά και πάλι ονειρεύεται τη μεγάλη ζωή, την πολυτέλεια και τη μεγαλοπρέπεια. Όνειρα που κάνει ακόμα και σήμερα η πλειοψηφία των ανθρώπων. Δε λένε πολλοί σχεδόν καθημερινά «αχ, αν εμένα μου τύχαινε το τζόκερ θα έκανα…»… Ε εκείνη πιστεύει πως το δικό της τζόκερ είναι ο Επιθεωρητής. Και για να απαντήσω και στην ερώτησή σας, πιστεύω πως το μεγαλύτερο κίνητρό της είναι η επιθυμία για κύρος.
Στον “Επιθεωρητή” οι γυναίκες του σπιτιού δεν παρακολουθούν απλώς την παρεξήγηση· μπαίνουν κι αυτές στο παιχνίδι της εξουσίας και της κοινωνικής ανόδου. Πώς δουλέψατε αυτή τη γυναικεία πλευρά της σάτιρας του Γκόγκολ;
Αναλογιζόμενη την εποχή που γράφτηκε το έργο, τότε ο μόνος τρόπος κοινωνικής ανόδου των γυναικών ήταν έχοντας δίπλα τους έναν ισχυρό κοινωνικά άνδρα. Κάτι το οποίο ισχύει μέχρι και σήμερα και κάποιες γυναίκες ακόμα το επιλέγουν. Και οι δύο γυναικείοι ρόλοι, η μάνα και η κόρη, είναι γυναίκες γαλουχημένες με τα πρότυπα της κοινωνίας στην οποία ζουν. Είναι γυναίκες που τις συναντάμε και σήμερα και που πιστεύω θα συνεχίζουμε να της συναντάμε. Τα πρότυπα αλλάζουν και υποτασσόμαστε σε άλλα, αλλά συνεχίζει να υπάρχει σίγουρα σε μεγάλο βαθμό, ακόμα και υποσυνείδητα πολλές φορές, ο συμβιβασμός και η υποταγή στα πρότυπα αυτά. Για παράδειγμα σήμερα, το πρότυπο της ομορφιάς και της εικόνας-εξωτερικής εμφάνισης επικρατεί, και πολλές γυναίκες το ακολουθούν, συχνά πιστεύοντας ότι το επιλέγουν από μόνες τους, αλλά το ερώτημα είναι, το επιλέγουν πραγματικά;
Η Άννα Αντρέγιεβνα-Αντόνοβνα είναι μια γυναίκα, μάνα, που ξέρει πως λειτουργούν τα πράγματα και η κοινωνία, ξέρει πως να παίρνει και να διεκδικεί αυτό που θέλει, κάνει κουμάντο στο σπίτι και θα πω πως εκείνη είναι πραγματικά ο «αρχηγός» της οικογένειας. Αν της έβαζα έναν επιθετικό προσδιορισμό θα έλεγα πως είναι μια καπάτσα και έξυπνη γυναίκα. Η Μαρία Αντόνοβνα από την άλλη, η κόρη, είναι μια έφηβη κοντά στην ενηλικίωση, που ακόμα υπάρχει μέσα της η αθωότητα και ο ρομαντισμός και θέλει να ζήσει το ρομάντσο και το μεγάλο έρωτα, σαν αυτόν στα βιβλία που διαβάζει, σα δεύτερη Ιουλιέττα. Και οι δύο μαγεύονται από τους τρόπους, την εμφάνιση, τη μεγαλοπρέπεια και τη γοητεία του Επιθεωρητή, καθώς διαφέρει από όλους όσους έχουν συναντήσει ως τότε, στην επαρχιακή πόλη που ζουν.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
