Η χώρα που μετρά νεκρές γυναίκες και μετά ψάχνει τι δεν είδε

Στους πρώτους πεντέμισι μήνες του 2026, η Ελλάδα μετρούσε ήδη πέντε γυναικοκτονίες πριν προστεθεί η υπόθεση της Δράμας. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε προηγηθεί και η διπλή δολοφονία στο Αίγιο, με θύμα μια 54χρονη γυναίκα και τον 26χρονο γιο της. Το μοτίβο επιστρέφει με άλλα ονόματα, άλλες πόλεις, την ίδια βαριά ερώτηση: πόσο νωρίς παίρνουμε στα σοβαρά μια γυναίκα που κινδυνεύει;

Η χώρα που μετρά νεκρές γυναίκες και μετά ψάχνει τι δεν είδε

Υπάρχει ένας αριθμός που δεν χωρά εύκολα σε μια κανονική είδηση. Στους πρώτους πεντέμισι μήνες του 2026, η χώρα είχε ήδη καταγράψει πέντε γυναικοκτονίες. Μετά ήρθε η Δράμα. Λίγες ημέρες πριν, το Αίγιο είχε ήδη αφήσει πίσω του μια 54χρονη γυναίκα και τον 26χρονο γιο της νεκρούς, σε μια υπόθεση που ερευνάται με κατηγορούμενο τον σύντροφό της.

Σχεδόν μία γυναίκα τον μήνα. Αυτή είναι η φράση που μένει. Σχεδόν μία γυναίκα τον μήνα σκοτώνεται από κάποιον που κάποτε δήλωνε ότι την αγαπά, ότι νοιάζεται, ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εκείνη. Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις λέξεις, η αγάπη χρησιμοποιείται ακόμη σαν άλλοθι για την κτητικότητα, την εμμονή, την άρνηση, τον έλεγχο.

Κάθε φορά αλλάζει η πόλη. Καλαμάτα. Αίγιο. Δράμα. Άλλο σπίτι, άλλη γειτονιά, άλλη οικογένεια, άλλη ηλικία. Η δημόσια συζήτηση όμως γυρίζει στο ίδιο σημείο. Τι είχε προηγηθεί; Υπήρχαν εντάσεις; Είχε μιλήσει σε κάποιον; Φοβόταν; Είχε ζητήσει βοήθεια; Ήξερε κανείς; Και όταν πλέον μπαίνουν αυτά τα ερωτήματα, η γυναίκα έχει ήδη χαθεί.

Η γυναικοκτονία σπάνια αρχίζει τη στιγμή του εγκλήματος. Συνήθως έχει δρόμο πριν από αυτήν. Έχει τη ζήλια που παρουσιάζεται σαν πάθος. Τον έλεγχο που βαφτίζεται ενδιαφέρον. Την παρακολούθηση που γίνεται «αγωνία». Την άρνηση του χωρισμού που περιγράφεται σαν αδυναμία. Έχει μικρές και μεγάλες παραβιάσεις που συχνά αντιμετωπίζονται σαν ιδιωτικές εντάσεις, μέχρι να φτάσουν στο σημείο που κανείς πια δεν μπορεί να τις αγνοήσει. Μόνο που τότε είναι αργά.

Διαβάστε επίσης: Γυναικοκτονία στη Δράμα: Τη ζήλευε, δεν δεχόταν τον χωρισμό – Τι εξετάζει η ΕΛΑΣ

Η φράση «δεν δεχόταν τον χωρισμό» ακούγεται πολύ συχνά. Πάρα πολύ συχνά. Σαν να περιγράφει μια συναισθηματική δυσκολία και όχι μια επικίνδυνη συνθήκη. Ο χωρισμός όμως δεν χρειάζεται έγκριση. Η άρνηση μιας γυναίκας δεν χρειάζεται διαπραγμάτευση. Η απόφασή της να φύγει, να απομακρυνθεί, να συνεχίσει τη ζωή της, δεν αποτελεί πρόκληση προς κανέναν.

Η κοινωνία έχει μάθει να αναγνωρίζει τη βία όταν πια έχει αφήσει σημάδι στο σώμα. Δυσκολεύεται ακόμη να την αναγνωρίσει όταν βρίσκεται στις φράσεις, στις απειλές, στην επιμονή, στην απομόνωση, στα τηλεφωνήματα, στην απαίτηση λογαριασμού, στην αίσθηση ότι μια γυναίκα πρέπει να εξηγήσει γιατί δεν θέλει άλλο. Εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος του κινδύνου. Στο πριν, ένα «πριν» είναι που χάνεται ξανά και ξανά.

Μετά από κάθε γυναικοκτονία έρχεται η ίδια αλληλουχία. Η είδηση, οι λεπτομέρειες, οι δηλώσεις, οι αναλύσεις, οι μαρτυρίες. Για λίγες ημέρες όλοι μιλούν για την έμφυλη βία. Έπειτα η δημόσια προσοχή μετακινείται, μέχρι την επόμενη γυναίκα. Αυτός ο κύκλος έχει καταντήσει σχεδόν μηχανικός. Και κάθε μηχανική επανάληψη σε ένα τόσο βαρύ θέμα είναι από μόνη της μια αποτυχία.

Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει συγκίνηση. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει πρόληψη. Αν οι υπηρεσίες ξέρουν να αξιολογούν τον κίνδυνο. Αν η Αστυνομία, η Δικαιοσύνη, οι κοινωνικές δομές, το εργασιακό περιβάλλον, η γειτονιά, οι φίλοι, οι συγγενείς μπορούν να δουν εγκαίρως αυτό που συχνά φαίνεται μόνο μετά. Αν μια γυναίκα που λέει «φοβάμαι» θα ακουστεί πριν χρειαστεί να αποδειχθεί ο φόβος της με τον χειρότερο τρόπο.

Δεν χρειάζονται μεγάλες λέξεις. Χρειάζονται λειτουργικοί μηχανισμοί. Χρειάζεται εκπαίδευση. Χρειάζεται σοβαρή εκτίμηση επικινδυνότητας. Χρειάζονται ασφαλείς διαδρομές διαφυγής. Χρειάζεται να πάψει η βία μέσα στη σχέση να αντιμετωπίζεται σαν οικογενειακή υπόθεση που θα «τακτοποιηθεί». Γιατί πολλές γυναίκες δεν πρόλαβαν να τακτοποιήσουν τίποτα. Πρόλαβαν μόνο να γίνουν είδηση.

Οι γυναίκες που δολοφονήθηκαν δεν ήταν αριθμοί. Είχαν ονόματα, παιδιά, δουλειές, φίλους, καθημερινότητα, φόβους, σχέδια που έμειναν στη μέση. Η καταγραφή του αριθμού είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Αν μείνουμε μόνο στο μέτρημα, θα συνεχίσουμε να μετράμε.

Σχεδόν μία γυναίκα τον μήνα. Η φράση ακούγεται ψυχρή, ακριβώς επειδή είναι πραγματική. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο: να αντέξουμε να τη διαβάσουμε χωρίς να την κάνουμε συνήθεια.

Η χώρα που μετρά γυναικοκτονίες δεν χρειάζεται άλλες εκ των υστέρων απορίες. Χρειάζεται να μάθει να ακούει το πριν. Γιατί εκεί κρίνονται όλα. Πριν από την τελευταία κλήση. Πριν από το ασθενοφόρο. Πριν από τις δηλώσεις. Πριν από το επόμενο όνομα.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125