«Σχεδόν Εκεί»: Τρεις ματιές στη ζωγραφική του Χρήστου Γιαννόπουλου στο Πολύεδρο
Η πρώτη ατομική έκθεση του Χρήστου Γιαννόπουλου στην Πάτρα ολοκληρώνεται στο Πολύεδρο, έχοντας ήδη αφήσει πίσω της κάτι περισσότερο από μια σειρά έργων στον χώρο. Η βραδιά της Πέμπτης, με την ανάγνωση τριών κριτικών κειμένων για τη δουλειά του, άνοιξε μια συζήτηση γύρω από τη ζωγραφική, τη μνήμη, τον χρόνο και την απουσία κριτικού λόγου για τα εικαστικά.
Η έκθεση «Σχεδόν Εκεί» του Χρήστου Γιαννόπουλου ολοκληρώνεται σήμερα Σάββατο 4 Ιουλίου στο Πολύεδρο, μετά και τη δεκαήμερη παράτασή της. Πρόκειται για την πρώτη ατομική παρουσίαση του Πατρινού καλλιτέχνη στη γενέτειρά του, με έργα των τελευταίων ετών που κινούνται γύρω από τον χρόνο, την απόσταση, την ανάμνηση και τη θολή περιοχή ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία.
Το βράδυ της Πέμπτης 2 Ιουλίου, στον χώρο του Πολύεδρου, πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον καλλιτέχνη, στη διάρκεια της οποίας διαβάστηκαν τρία κριτικά κείμενα που γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν με αφορμή την έκθεση. Τα κείμενα της Μαίρης Σιδηρά και του Δημήτρη Παπανικολάου και της υπογράφουσας λειτούργησαν ως αφορμή για μια πιο αργή και ουσιαστική προσέγγιση της ζωγραφικής του Γιαννόπουλου.
Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, η Όλγα Νικολοπούλου, από το Πολύεδρο, στάθηκε σε ένα έλλειμμα που αφορά συνολικά την πολιτιστική ζωή: την απουσία συστηματικού κριτικού λόγου για τα εικαστικά. Όπως επεσήμανε, για τα βιβλία, το θέατρο ή άλλες μορφές τέχνης παράγονται πιο συχνά κείμενα, σχόλια και αναγνώσεις, ενώ οι εικαστικές εκθέσεις μένουν πολλές φορές χωρίς το αντίστοιχο κριτικό αποτύπωμα. Εξέφρασε, μάλιστα, τη χαρά της που η συγκεκριμένη έκθεση έγινε αφορμή να παρουσιαστούν τρία διαφορετικά κείμενα, τρεις διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας ζωγραφικής πρότασης.
Ο χρόνος, η νοσταλγία και ο Ταρκόφσκι
Ο Δημήτρης Παπανικολάου προσέγγισε τη ζωγραφική του Χρήστου Γιαννόπουλου μέσα από μια ποιητική και φιλοσοφική ανάγνωση, συνδέοντάς τη με τη μνήμη, τον νόστο, την πνευματικότητα και τον κινηματογραφικό χρόνο.
Στο κείμενό του, ο καλλιτέχνης παρουσιάζεται ως δημιουργός που συνομιλεί με την κινούμενη εικόνα και ειδικά με τον Αντρέι Ταρκόφσκι. Η αναφορά στον «Καθρέφτη» δεν λειτουργεί ως απλή κινηματογραφική συγγένεια. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Γιαννόπουλος μεταφέρει στον καμβά την ακινητοποιημένη διαδρομή του χρόνου, μετατρέποντας την εικόνα σε ύλη ονειρική, πυκνή και συχνά ανερμήνευτη.

Ο Παπανικολάου στάθηκε επίσης στα πρόσωπα της ιστορίας και της προσωπικής μυθολογίας που διατρέχουν τη δουλειά του καλλιτέχνη, από τα πορτρέτα των εκτελεσμένων στο Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων έως τις κινηματογραφικές αναφορές. Μέσα από αυτή την ανάγνωση, η ζωγραφική του Γιαννόπουλου εμφανίζεται ως άσκηση μνήμης, αλλά και ως προσπάθεια να αποδοθεί το συναισθηματικό βάρος όσων επιμένουν να υπάρχουν κάτω από την επιφάνεια.
Στην έκθεση «Σχεδόν Εκεί», σύμφωνα με τον ίδιο, ο καλλιτέχνης επιχειρεί να εμβαθύνει στα υπαρξιακά ερωτήματα, δουλεύοντας με το δίπολο ανάμνησης και νοσταλγίας. Η μνήμη αναδεικνύεται ως η μόνη αληθινή πατρίδα του ονείρου, ενώ η ζωγραφική γίνεται ένας τρόπος να «σμιλευτεί» ο χρόνος.
Η ζωγραφική ως ίχνος του άρρητου
Η Μαίρη Σιδηρά, από την πλευρά της, διάβασε το έργο του Γιαννόπουλου μέσα από μια έντονα ποιητική και εικαστική γλώσσα, ξεκινώντας από στίχους του Οδυσσέα Ελύτη. Στο κείμενό της, η τέχνη του περιγράφεται ως μυστικόπαθη και πολυεπίπεδη, συγκεντρωμένη στο μεταφυσικό ίχνος που εμπεριέχει η ζωγραφική του.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σχέση της δουλειάς του με τον ποιητικό κινηματογράφο, με αναφορές στον Μπέργκμαν και τον Ταρκόφσκι, αλλά και στη γνώση της ιστορικότητας της ζωγραφικής. Η Σιδηρά στάθηκε στη δύναμη της πινελιάς, στο χρώμα, στην κλίμακα του μπλε, στο λευκό ως φως και στην αίσθηση πένθους, ερημίας και απώλειας που διατρέχει πολλά από τα έργα.

Στο δικό της βλέμμα, ο άνθρωπος εμφανίζεται συχνά ως απουσία. Ως θολή μορφή, ως ίχνος, ως ανάμνηση ή ως κενός χώρος που φανερώνει ότι κάποτε κατοικήθηκε. Ακόμη και οι άδειες πλαστικές καρέκλες σε κατάστρωμα πλοίου μπορούν να λειτουργήσουν ως μαρτυρία μιας παρουσίας που έχει ήδη αποσυρθεί.
Η ζωγραφική του Γιαννόπουλου, όπως αναδείχθηκε μέσα από το κείμενό της, ακουμπά στην ακαδημαϊκή γνώση, αλλά δεν μένει σε αυτή. Τη μεταποιεί σε προσωπική γλώσσα, ποιητική και υπαρξιακή, με μικρόσωμους πίνακες που κουβαλούν μια μεταφυσική αχλή και μια διαρκή αναζήτηση γύρω από τον άνθρωπο.
Η μνήμη που δεν επιστρέφει καθαρή
Με βασικό εκφραστικό μέσο το λάδι σε μουσαμά, ο Χρήστος Γιαννόπουλος δημιουργεί έργα που δεν εξαντλούνται στην πρώτη ματιά. Οι μορφές, τα τοπία και οι επιφάνειές του μοιάζουν να έρχονται από μια μνήμη που δεν έχει αποφασίσει αν θα φανερωθεί ή αν θα μείνει βυθισμένη στη δική της ομίχλη.
Στο κείμενο της Αλεξάνδρας Παναγοπούλου, η ζωγραφική του Γιαννόπουλου περιγράφεται ως μια διαδικασία αργής συσσώρευσης και σκόπιμης απομάκρυνσης. Ο καλλιτέχνης στρώνει χρώμα, δημιουργεί βάθος, πυκνώνει την εικόνα και στη συνέχεια την αφήνει να θολώσει. Ο θεατής δεν καλείται να αναγνωρίσει αμέσως ένα πρόσωπο, ένα τοπίο ή ένα γεγονός. Καλείται να σταθεί περισσότερο.

Η μνήμη, στο έργο του, δεν επιστρέφει σαν καθαρή εικόνα. Επιστρέφει με κενά, σκιές, φωτεινά σημεία και περιοχές που χάνονται. Το «σχεδόν» του τίτλου γίνεται ζωγραφικός χώρος. Σχεδόν μπροστά στην εικόνα, σχεδόν μέσα σε μια ανάμνηση, σχεδόν κοντά σε κάτι που πάει να αποκτήσει σχήμα και τελικά κρατά κάτι από το μυστικό του.
Διαβάστε επίσης: «Σχεδόν εκεί»: Ο Χρήστος Γιαννόπουλος ζωγραφίζει τη μνήμη που δεν επιστρέφει καθαρή
Η ασάφεια στα έργα του Γιαννόπουλου δεν λειτουργεί ως αδυναμία. Αντίθετα, αφήνει χώρο στον θεατή να φέρει πάνω στη ζωγραφική επιφάνεια τις δικές του εσωτερικές εικόνες. Ένα χρώμα, μια σκιά, μια πυκνή στρώση, μια κίνηση που μόλις διακρίνεται, μπορούν να ανοίξουν έναν προσωπικό δρόμο προς το έργο.
Τρεις αναγνώσεις, ένα έργο που ζητά χρόνο
Η βραδιά στο Πολύεδρο είχε ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν επιχείρησε να κλείσει το έργο του Χρήστου Γιαννόπουλου σε μία εξήγηση. Τα τρία κείμενα στάθηκαν σε διαφορετικά σημεία: στη μνήμη που θολώνει, στον χρόνο που σμιλεύεται, στο μεταφυσικό ίχνος της εικόνας, στην απουσία του ανθρώπου, στην ποιητική συγγένεια με τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία.
Η ζωγραφική του Γιαννόπουλου ευνοεί αυτή την πολλαπλότητα. Δεν προσφέρεται για γρήγορη κατανάλωση. Θέλει παραμονή μπροστά στον πίνακα, δεύτερη ματιά, αποδοχή της αβεβαιότητας. Τα έργα δεν ζητούν από τον θεατή να βρει αμέσως τι βλέπει. Του ζητούν να αντέξει για λίγο αυτό που δεν φαίνεται καθαρά.
Σε μια εποχή όπου οι εικόνες περνούν μπροστά από τα μάτια με ταχύτητα και συχνά χάνονται χωρίς να αφήσουν ίχνος, η έκθεση «Σχεδόν Εκεί» λειτούργησε ως υπενθύμιση μιας άλλης σχέσης με το βλέμμα. Πιο αργής, πιο σιωπηλής, πιο απαιτητικής.
Η ολοκλήρωση της έκθεσης στο Πολύεδρο κλείνει έναν κύκλο για την πρώτη ατομική παρουσίαση του Χρήστου Γιαννόπουλου στην Πάτρα. Η συζήτηση που άνοιξε, όμως, αφορά κάτι ευρύτερο: την ανάγκη να συνοδεύονται τα εικαστικά γεγονότα από λόγο, σκέψη, κριτική και χρόνο. Όχι για να εξηγηθεί η τέχνη μέχρι τέλους, αλλά για να αποκτήσει ο θεατής περισσότερους τρόπους να σταθεί απέναντί της.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
