Άρση της μονιμότητας στο ΕΣΥ: Ποιος θα μείνει να υπηρετήσει τη δημόσια υγεία;
Ο Γεώργιος Μώρος είναι υποψήφιος βουλευτής Αχαΐας «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ – ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΣ»
Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε γύρω από το ενδεχόμενο άρσης της μονιμότητας για τους νεοπροσλαμβανόμενους στο Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των γιατρών και των νοσηλευτών του Εθνικού Συστήματος Υγείας, προκαλεί εύλογο προβληματισμό.
Πριν ακόμη εξεταστεί το συνταγματικό σκέλος μιας τέτοιας αλλαγής, αξίζει να τεθεί ένα απλό αλλά κρίσιμο ερώτημα: ποιο πρόβλημα επιχειρεί να λύσει η Πολιτεία;
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα υπερπληθώρας προσωπικού. Αντιθέτως, αντιμετωπίζει δραματικές ελλείψεις. Νοσοκομεία και Κέντρα Υγείας λειτουργούν με χιλιάδες κενές οργανικές θέσεις, οι εφημερίες καλύπτονται χάρη στην υπερπροσπάθεια του υπάρχοντος προσωπικού και πολλές προκηρύξεις για θέσεις γιατρών καταλήγουν άγονες, καθώς δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι.
Και όμως, αντί η Πολιτεία να αναζητά τρόπους ώστε το ΕΣΥ να γίνει πιο ελκυστικό για τους νέους επιστήμονες, ανοίγει μια συζήτηση που δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη εργασιακή αβεβαιότητα.
Η Ελλάδα έχει ήδη πληρώσει πολύ ακριβά το φαινόμενο της φυγής των επιστημόνων. Περίπου 17.500 Έλληνες γιατροί εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό, στελεχώνοντας συστήματα υγείας που δεν επένδυσαν ούτε ένα ευρώ για την εκπαίδευσή τους. Είναι επιστήμονες που σπούδασαν στα ελληνικά πανεπιστήμια, εκπαιδεύτηκαν στα ελληνικά νοσοκομεία και στη συνέχεια αναζήτησαν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αμοιβές εκτός συνόρων.
Η διάσταση αυτή δεν είναι μόνο κοινωνική ή επιστημονική. Είναι και βαθιά οικονομική.
Κάθε απόφοιτος Ιατρικής αποτελεί προϊόν μιας πολυετούς επένδυσης του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Διεθνείς και ελληνικές μελέτες εκτιμούν ότι η συνολική επένδυση για την εκπαίδευση ενός γιατρού μπορεί να υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ, ενώ άλλες προσεγγίσεις, που συνυπολογίζουν το συνολικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος, ανεβάζουν το ποσό ακόμη και στις 300.000 ευρώ ή περισσότερο ανά γιατρό.
Αυτό σημαίνει ότι μόνο για τους περίπου 17.500 Έλληνες γιατρούς που εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό, η επένδυση που έχει χαθεί για τη χώρα ανέρχεται τουλάχιστον σε 1,75 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ με βάση υψηλότερες εκτιμήσεις μπορεί να προσεγγίζει ακόμη και τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Με άλλα λόγια, ο Έλληνας φορολογούμενος χρηματοδότησε την εκπαίδευση χιλιάδων επιστημόνων, οι οποίοι σήμερα ενισχύουν τα δημόσια συστήματα υγείας της Γερμανίας, της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Σουηδίας και πολλών ακόμη χωρών.
Ανάλογη είναι η εικόνα και για τους νοσηλευτές. Το ελληνικό κράτος επενδύει σημαντικούς πόρους για την πανεπιστημιακή εκπαίδευσή τους, όμως όταν οι αμοιβές, οι συνθήκες εργασίας και οι προοπτικές δεν είναι ανταγωνιστικές, οι καλύτερα καταρτισμένοι επαγγελματίες αναζητούν διέξοδο στο εξωτερικό. Έτσι, η Ελλάδα χρηματοδοτεί την εκπαίδευση προσωπικού που τελικά αξιοποιείται από άλλα κράτη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση περί κατάργησης της μονιμότητας δημιουργεί εύλογες ανησυχίες. Για έναν νέο γιατρό που καλείται να επιλέξει μεταξύ ενός νοσοκομείου στη Γερμανία, στη Γαλλία ή στις σκανδιναβικές χώρες και ενός ελληνικού νοσοκομείου, η εργασιακή ασφάλεια αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συνεκτιμά. Όταν οι μισθολογικές απολαβές στην Ελλάδα παραμένουν αισθητά χαμηλότερες, οι συνθήκες εργασίας είναι ιδιαίτερα απαιτητικές και προστίθεται πλέον και αβεβαιότητα ως προς τη μονιμότητα, η επιλογή του εξωτερικού γίνεται ακόμη πιο ελκυστική.
Το ίδιο ισχύει και για τους νοσηλευτές, οι οποίοι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά κάθε σύγχρονου συστήματος υγείας. Η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να αποθαρρύνει ανθρώπους που ήδη εργάζονται σε δύσκολες συνθήκες, με υψηλή ευθύνη και σημαντικές ελλείψεις προσωπικού.
Φυσικά, κανείς δεν υποστηρίζει ότι το Δημόσιο δεν πρέπει να αξιολογείται. Η αξιολόγηση αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για τη βελτίωση κάθε δημόσιας υπηρεσίας. Όμως η αξιολόγηση δεν ταυτίζεται με την εργασιακή ανασφάλεια. Ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να διαθέτει αντικειμενικά συστήματα αξιολόγησης, να επιβραβεύει τους άξιους, να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις περιπτώσεις ανεπάρκειας και ταυτόχρονα να δημιουργεί ένα σταθερό και ελκυστικό εργασιακό περιβάλλον.
Η πραγματική πρόκληση για το ΕΣΥ δεν είναι να γίνει λιγότερο ελκυστικό ως εργοδότης. Είναι να γίνει ένας χώρος όπου οι νέοι γιατροί και οι νοσηλευτές θα θέλουν να εργαστούν, να εξελιχθούν και να παραμείνουν.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα αρθεί η μονιμότητα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα επιλέξει να μείνει στην Ελλάδα όταν οι αμοιβές παραμένουν χαμηλές, οι συνθήκες εργασίας δύσκολες, οι ελλείψεις προσωπικού αυξάνονται και η εργασιακή ασφάλεια αμφισβητείται.
Αν η χώρα συνεχίσει να χάνει τους ανθρώπους που η ίδια εκπαιδεύει, δεν θα εξάγει μόνο επιστημονικό δυναμικό. Θα εξάγει μαζί του και δισεκατομμύρια ευρώ δημόσιας επένδυσης, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο το Εθνικό Σύστημα Υγείας και στερώντας από τους Έλληνες πολίτες το πολυτιμότερο αγαθό: την πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας.
Γεώργιος Μώρος,Φυσικοθεραπευτής – PT MSc (Healthcare Management), RNS
Πρόεδρος Φυσικοθεραπευτών Π.Τ. Αχαϊας και Ηλείας του Π.Σ.Φ.
ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΑΧΑΪΑΣ
«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ – ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΣ»
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
