Candida auris: Ο επικίνδυνος μύκητας που «φωλιάζει» στις τρίχες και ξεγελά το ανοσοποιητικό

Έρευνα στο Science αποκαλύπτει τον μηχανισμό που επιτρέπει στον πολυανθεκτικό μικροοργανισμό να παραμένει επίμονα στην επιδερμίδα και να απειλεί κυρίως ευάλωτους νοσηλευόμενους

Εργαστηριακή απεικόνιση του πολυανθεκτικού Candida auris που μπορεί να αποικίζει το ανθρώπινο δέρμα

Μπορεί να παραμένει για μεγάλο διάστημα πάνω στο δέρμα χωρίς να προκαλεί συμπτώματα. Όταν, όμως, περάσει βαθύτερα στον οργανισμό ενός ευάλωτου ασθενούς, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ή ακόμη και απειλητική για τη ζωή λοίμωξη.

Ο Candida auris, ο πολυανθεκτικός μύκητας που αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τα νοσοκομεία, φαίνεται ότι διαθέτει έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό μηχανισμό επιβίωσης: εγκαθίσταται στους θύλακες των τριχών και ενεργοποιεί μια ανοσολογική αντίδραση που δεν καταφέρνει να τον εξουδετερώσει.

Ο μηχανισμός περιγράφεται σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 6 Αυγούστου 2026 στο Science από επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο (UCSF).

Η κρυψώνα που τον κρατά στο δέρμα

Οι ερευνητές συνέκριναν τον Candida auris με τον συνηθέστερο Candida albicans, χρησιμοποιώντας κυρίως πειραματικά μοντέλα σε ποντίκια.

Η διαφορά ήταν σημαντική. Ο Candida albicans προκάλεσε μια αποτελεσματική αντιμυκητιασική αντίδραση και απομακρύνθηκε μέσα σε λίγες ημέρες. Αντίθετα, ο Candida auris παρέμεινε στο δέρμα, παρουσίασε ιδιαίτερη προτίμηση στους θύλακες των τριχών και προσκολλήθηκε απευθείας στις τρίχες.

Οι θύλακες φαίνεται ότι του προσφέρουν ένα προστατευμένο περιβάλλον, στο οποίο μπορεί να επιβιώνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο παρατεταμένος αποικισμός του δέρματος αυξάνει τις ευκαιρίες μετάδοσης σε επιφάνειες, αντικείμενα και άλλους ασθενείς μέσα στις υγειονομικές μονάδες.

Πώς οδηγεί την άμυνα σε λάθος κατεύθυνση

Κανονικά, όταν το δέρμα εντοπίζει έναν μύκητα, ενεργοποιεί μηχανισμούς που βοηθούν στην απομάκρυνσή του. Ένα από τα βασικά σήματα αυτής της άμυνας είναι η ιντερλευκίνη-17 (IL-17).

Ο Candida auris, ωστόσο, προκαλεί διαφορετική αντίδραση.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, εκθέτει μεγαλύτερη ποσότητα χιτίνης στο εξωτερικό κυτταρικό του τοίχωμα. Η χιτίνη ενεργοποιεί την παραγωγή ιντερφερόνης-γάμμα (IFN-γ), ενός σήματος που συνδέεται κυρίως με άλλου τύπου ανοσολογικές αντιδράσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ιντερφερόνη-γάμμα δεν απομακρύνει τον μύκητα. Αντιθέτως, δρα στα κύτταρα της επιδερμίδας και περιορίζει φυσικούς αντιμυκητιασικούς μηχανισμούς, βοηθώντας τον Candida auris να παραμείνει στους θύλακες.

Με απλά λόγια, ο μικροοργανισμός φαίνεται να στρέφει την άμυνα του δέρματος προς μια λιγότερο αποτελεσματική αντίδραση.

Αποικισμός δεν σημαίνει λοίμωξη

Η παρουσία του Candida auris στο δέρμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο άνθρωπος νοσεί. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται αποικισμός και μπορεί να μην προκαλεί κανένα σύμπτωμα.

Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε ασθενείς με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα, εξασθενημένο ανοσοποιητικό ή επεμβατικές ιατρικές συσκευές, όπως φλεβικοί και ουρολογικοί καθετήρες ή σωλήνες υποστήριξης της αναπνοής.

Μέσω αυτών μπορεί να εισέλθει στον οργανισμό και να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις, μεταξύ άλλων στην κυκλοφορία του αίματος. Σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ, ο Candida auris είναι συχνά ανθεκτικός στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, αν και οι περισσότερες λοιμώξεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με εχινοκανδίνες.

Η ανησυχία και για τα ελληνικά νοσοκομεία

Ο Candida auris αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στην Ιαπωνία το 2009 και έκτοτε έχει εξαπλωθεί σε νοσοκομεία πολλών χωρών.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Σε αξιολόγησή του για τη χώρα μας, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) είχε επισημάνει ότι ο μύκητας εξαπλώθηκε γρήγορα στο ελληνικό σύστημα υγείας, με εκατοντάδες περιστατικά στα νοσοκομεία που είχαν επηρεαστεί μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια.

Η ανθεκτικότητά του στα φάρμακα, η δυνατότητα μακρόχρονης παραμονής στο δέρμα και η επιβίωσή του σε επιφάνειες δυσκολεύουν σημαντικά τον περιορισμό του.

Το πιθανό «αδύναμο σημείο»

Η νέα ανακάλυψη ανοίγει τον δρόμο για τη διερεύνηση διαφορετικών τρόπων αντιμετώπισης.

Οι επιστήμονες εξετάζουν εάν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν παρεμβάσεις που θα περιορίζουν την επίδραση της ιντερφερόνης-γάμμα, θα επαναφέρουν την αποτελεσματικότερη αντιμυκητιασική απόκριση της IL-17 ή θα εμποδίζουν τη δράση της χιτίνης.

Προς το παρόν, αυτές αποτελούν ερευνητικές κατευθύνσεις και όχι διαθέσιμες θεραπείες. Επιπλέον, επειδή μεγάλο μέρος των πειραμάτων πραγματοποιήθηκε σε ζωικά μοντέλα, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί πώς ακριβώς λειτουργεί ο ίδιος μηχανισμός στον άνθρωπο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο