Νίκος Νικολαΐδης: Οι «συγγενείς», οι χαμένες υποθέσεις και το δικαίωμα να μη χωράς

Δεκαεννέα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Νίκος Νικολαΐδης εξακολουθεί να μιλά σε όσους αισθάνονται λίγο παράταιροι μέσα στον κόσμο. Για την παρέα ως καταφύγιο, τον προσωπικό χώρο που πρέπει να υπερασπίζεσαι, τις ετικέτες που γίνονται καινούργια κουτιά και την ανάγκη να αναγνωρίζεις εκεί έξω τους δικούς σου «συγγενείς»

Νίκος Νικολαΐδης: Οι «συγγενείς», οι χαμένες υποθέσεις και το δικαίωμα να μη χωράς Ο Νίκος Νικολαΐδης έχτισε έναν κινηματογραφικό κόσμο γύρω από ανθρώπους που αρνούνται να χωρέσουν σε έτοιμες κατηγορίες και αναζητούν εκεί έξω τους δικούς τους «συγγενείς»

«Για μας είναι πολύ αναγκαίο να ξέρουμε ότι δεν είμαστε μόνοι».

Ο Νίκος Νικολαΐδης δεν μιλούσε για τη ζωή. Μιλούσε για το γιατί έκανε ταινίες.

Έλεγε ότι κοινοποιούσε όσα τον απασχολούσαν για να έρθει σε επαφή με «συγγενείς» και να διαλογιστεί μαζί τους. Ο κινηματογράφος, δηλαδή, όχι ως μικρόφωνο από το οποίο ένας δημιουργός απευθύνεται σε ένα απρόσωπο κοινό, αλλά σαν ένα σήμα που εκπέμπεται στο σκοτάδι με την ελπίδα ότι κάποιος θα το αναγνωρίσει.

Στις 5 Σεπτεμβρίου συμπληρώνονται 19 χρόνια από τον θάνατό του. Ο Νικολαΐδης έφυγε το 2007 αφήνοντας πίσω του έναν κινηματογραφικό κόσμο τόσο συγκεκριμένο, ώστε εξακολουθείς να καταλαβαίνεις πότε έχεις μπει μέσα του πριν ακόμη δεις το όνομά του στους τίτλους.

Δεν είναι μόνο το νουάρ, το rock ‘n’ roll, οι έρημοι δρόμοι, οι κλειστοί χώροι ή οι άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν φτάσει ήδη μετά το τέλος. Είναι κυρίως μια επίμονη ιδέα: τι μένει από έναν άνθρωπο όταν όλα γύρω του προσπαθούν να τον κάνουν πιο βολικό, πιο αναγνωρίσιμο, πιο εύκολα ταξινομήσιμο;

Η ΕΡΤ περιγράφει τους ήρωές του ως αντισυμβατικούς και περιθωριακούς, με σταθερό αίτημα την ανεξαρτησία και τον αυτοπροσδιορισμό. Ο ίδιος ήταν ακόμη πιο απλός: «Δεν ασχολήθηκα ποτέ με “επιτρεπτούς” και “συνήθεις” ήρωες».

Οι «συγγενείς» δεν ήταν ποτέ κοινό

Στα «Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» και στη «Γλυκιά Συμμορία» η παρέα δεν λειτουργεί σαν η γλυκιά υπόσχεση ότι όλα θα πάνε καλά επειδή έχουμε ο ένας τον άλλον.

Μάλλον το αντίθετο. Οι άνθρωποι του Νικολαΐδη μπορεί να είναι κουρασμένοι, σκληροί, αστείοι, αυτοκαταστροφικοί. Δεν τους ενώνει η αισιοδοξία ούτε κάποιο κοινό σχέδιο για ένα καλύτερο αύριο. Τους ενώνει ότι έχουν αναγνωριστεί μεταξύ τους.

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ένας από τους ανθρώπους που ταυτίστηκαν όσο λίγοι με αυτό το σινεμά, τους περιέγραφε ως παιδιά που προέρχονταν «από μια άλλη κοινωνία που είχαν αποφασίσει να φτιάξουν». Για τους ήρωες του Νικολαΐδη έλεγε πως ζουν την ουτοπία και ασχολούνται με χαμένες υποθέσεις, αποκτώντας έτσι κάτι από την αριστοκρατικότητα του Δον Κιχώτη.

Νίκος Νικολαΐδης: Οι «συγγενείς», οι χαμένες υποθέσεις και το δικαίωμα να μη χωράς

Στιγμιότυπο από τα «Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» του 1979. Η παρέα, η χαμένη υπόθεση και η ανάγκη να αναγνωρίζεις τους «δικούς σου» βρίσκονται στον πυρήνα του κινηματογραφικού κόσμου του Νικολαΐδη

Εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο όμορφα πράγματα στον κόσμο του.

Οι «συγγενείς» δεν είναι απαραίτητα οι άνθρωποι που σου μοιάζουν. Είναι εκείνοι μπροστά στους οποίους δεν χρειάζεται να μεταφράσεις συνεχώς τον εαυτό σου.

Και γι’ αυτό η παρέα στις ταινίες του έχει τέτοιο βάρος. Δεν θεραπεύει την ήττα. Την κάνει απλώς λιγότερο μοναχική.

Η αξιοπρέπεια της χαμένης υπόθεσης

Ο κόσμος του Νικολαΐδη δεν υπόσχεται συχνά νίκη.

Η έξοδος είναι μόνιμη εμμονή του, αλλά ακόμη και ο ίδιος αρνιόταν να διαβεβαιώσει ότι υπάρχει. Στη συνέντευξή του στην ΕΡΤ μιλούσε για χαρακτήρες που υπερασπίζονται έναν κλειστό χώρο, μια προσωπική σφαίρα, απέναντι σε κάτι που διαρκώς πλησιάζει απ’ έξω. Για την πρώτη τριλογία του χρησιμοποιούσε την έκφραση «ο εφιάλτης που έρχεται».

Στην Ευρυδίκη ΒΑ2037, στην Πρωινή Περίπολο και αργότερα στο The Zero Years, αυτή η απειλή αλλάζει μορφές αλλά όχι ουσία. Ο άνθρωπος πιέζεται να παραδώσει τον χρόνο του, το σώμα του, τη μνήμη του, την ιδιωτικότητά του, τελικά τον τρόπο με τον οποίο ορίζει τον εαυτό του.

Νίκος Νικολαΐδης: Οι «συγγενείς», οι χαμένες υποθέσεις και το δικαίωμα να μη χωράς

Η «Γλυκιά Συμμορία» του 1983. Στους ήρωες του Νικολαΐδη η ήττα δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με παράδοση και η παρέα λειτουργεί ως ένας δικός της κώδικας απέναντι στον έξω κόσμο

Το εντυπωσιακό σήμερα δεν είναι να ισχυριστούμε ότι ο Νικολαΐδης «προέβλεψε» κάτι. Δεν χρειάζεται τέτοια κατασκευή.

Αρκεί ότι είχε καταλάβει κάτι πολύ παλιότερο και βαθύτερο: ο προσωπικός χώρος δεν είναι απλώς ένα δωμάτιο. Είναι το κομμάτι του ανθρώπου στο οποίο ο έξω κόσμος δεν δικαιούται να εγκατασταθεί χωρίς άδεια.

Και γι’ αυτό οι ήρωές του μπορεί να χάσουν σχεδόν τα πάντα χωρίς η ήττα τους να είναι ποτέ εντελώς ταπεινωτική.

Το πραγματικό τους όριο βρίσκεται αλλού: στο σημείο όπου, για να σωθούν, θα έπρεπε να γίνουν κάτι που δεν αναγνωρίζουν.

Όταν ακόμη και το «διαφορετικός» γίνεται κουτί

Ο Νικολαΐδης είχε ένα ιδιαίτερο πρόβλημα με τις ετικέτες.

«Ροκ σκηνοθέτης». «Καταραμένος». «Περιθώριο». Λέξεις που αρχικά μοιάζουν να περιγράφουν κάτι διαφορετικό από το κυρίαρχο και, πολύ γρήγορα, καταλήγουν να το τακτοποιούν.

Όταν τον ρώτησαν για τη «ροκ συμπεριφορά», απάντησε ότι μόλις την τυποποιήσεις, ουσιαστικά πακετάρεσαι για να πουληθείς. Κι όταν η κουβέντα πήγε στο «περιθώριο» των ηρώων του, η απάντησή του ήταν κοφτή: «Έβαλαν και κει ετικέτα».

Υπάρχει εδώ μια ειρωνεία που μοιάζει πολύ σημερινή. Ο κόσμος αγαπά τη διαφορετικότητα, αρκεί να μπορεί γρήγορα να της δώσει όνομα, αισθητική και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το ανοίκειο γίνεται κατηγορία. Η εξέγερση γίνεται ύφος. Το περιθώριο αποκτά dress code.

Νίκος Νικολαΐδης: Οι «συγγενείς», οι χαμένες υποθέσεις και το δικαίωμα να μη χωράς

Η δυστοπική «Πρωινή Περίπολος» του 1987. Στον κόσμο του Νικολαΐδη, ο προσωπικός χώρος και η δυνατότητα αυτοκαθορισμού βρίσκονται διαρκώς υπό απειλή

Ο Νικολαΐδης αρνιόταν ακόμη και το κουτί που είχε κατασκευαστεί ειδικά γι’ αυτόν.

Όταν ένιωθε ότι η αναγνώριση είχε αρχίσει να τον μετατρέπει σε «εκφραστή» μιας συγκεκριμένης ομάδας, έλεγε πως δεν είχε καμία διάθεση να παίξει το παιχνίδι «μπες κι εσύ μέσα στο κουτάκι σου».

Ίσως γι’ αυτό οι ταινίες του παραμένουν δύσκολο να εξημερωθούν.

Διαβάστε επίσης: Άλκης Παναγιωτίδης: Ό,τι θέλησα να κάνω, το έκανα και τολμώ να πω ότι δεν έχω απωθημένα

Το κοινό έπρεπε επίσης να κάνει κάτι

Αυτή η άρνηση της τακτοποίησης αφορούσε ακόμη και τη σχέση του με τον θεατή.

Ο Νικολαΐδης δεν πίστευε ιδιαίτερα σε ένα σινεμά που προλαβαίνει κάθε ερώτηση και παραδίδει μαζί με την ταινία και τις οδηγίες χρήσης της. Στην ΕΡΤ εξηγούσε ότι, πέρα από το πρώτο αφηγηματικό επίπεδο, οι ταινίες του απαιτούσαν από το κοινό να προσπαθήσει να τις ξεκλειδώσει και να συμμετάσχει αντί να παραμείνει παθητικό. Δεν είναι μικρή λεπτομέρεια.

Οι άνθρωποί του δεν πρέπει να γίνουν ευκολότεροι για να χωρέσουν στον κόσμο και οι ταινίες του δεν πρέπει να γίνουν ευκολότερες για να χωρέσουν στον θεατή.

Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει η ίδια απαίτηση: η συνάντηση χρειάζεται προσπάθεια και από τις δύο πλευρές.

Αυτός ίσως είναι και ο λόγος που το έργο του δημιούργησε τόσο ισχυρές προσωπικές σχέσεις με όσους το αγάπησαν. Δεν προσπαθούσε να κατακτήσει όλους.

Έψαχνε τους «συγγενείς».

Το δικαίωμα να μη χωράς

Θα ήταν εύκολο να πάρουμε όλα αυτά και να τα μετατρέψουμε, δεκαεννέα χρόνια μετά, σε «μαθήματα ζωής από τον Νίκο Νικολαΐδη».

Θα ήταν και βαθιά ξένο προς τον ίδιο. Οι ήρωές του δεν είναι άνθρωποι που θα ήθελες απαραιτήτως να μιμηθείς. Αποτυγχάνουν, πληγώνουν, χάνονται, κάνουν κακές επιλογές. Η κοσμοθεωρία του δεν σου προσφέρει έναν καλύτερο τρόπο να ζήσεις.

Προσφέρει όμως μια επίμονη υποψία.

Ότι η προσαρμογή δεν είναι πάντοτε πρόοδος. Ότι υπάρχει ένα σημείο όπου το να γίνεις πιο αποδεκτός σημαίνει απλώς ότι παρέδωσες αρκετά από όσα σε έκαναν δικό σου. Ότι ακόμη και η διαφορετικότητα χάνει κάτι όταν μετατρέπεται σε έτοιμη ταυτότητα.

Και δίπλα σε όλα αυτά υπάρχει εκείνη η παλιά φράση του, ίσως η πιο τρυφερή μέσα σε ένα έργο γεμάτο σκοτάδι.

Να ξέρουμε ότι δεν είμαστε μόνοι. Ο Νίκος Νικολαΐδης δεν ζητούσε να χωρέσουν όλοι στον ίδιο κόσμο.

Ζητούσε να μπορούν οι άνθρωποι που δεν χωρούν να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον. Αυτό, τελικά, είναι πολύ περισσότερο από ένα μάθημα ζωής. Είναι ένας τρόπος να μη χαθείς.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο