Επί προσωπικού – Βασίλης Λαδάς: Η ηθική του ανήθικου

Ο Κωνσταντίνος Μάγνης σκιαγραφεί την προσωπογραφία του Αρη Σπηλιωτόπουλου

Επί προσωπικού - Βασίλης Λαδάς: Η ηθική του ανήθικου

Για πολλά χρόνια, υπέγραφε ως Βασίλης Αρφάνης τα ποιητικά του κείμενα, ενώ ως Βασίλης Λαδάς υπηρετούσε τη Δικαιοσύνη, επαγγελματικά και ακτιβιστικά. Αλλά δεν επρόκειτο για σχήμα Ντόκτορ Τζέκυλ- Μίστερ Χάιντ: ο Βασίλης Λαδάς ουδέποτε έκρυψε τον εαυτό του, τις ιδέες του, τις ευαισθησίες αλλά και τις ιδιορρυθμίες του. Ισως και να απολάμβανε την ευθύτητά του, σαν μια περήφανη αντίσταση απέναντι στις συμβάσεις και τους συντηρητισμούς. Στα μάτια του η ευθύτητα ίσως και να είναι μια μορφή δικαιοσύνης.

Σαν πνευματικός άνθρωπος ήταν και είναι πολυδιάστατος. Ποίηση, νουβέλες, δοκίμιο, αφήγημα. Κοινός παρανομαστής: η διάθεσή του να φωτίσει τις αντιηρωικές όψεις του αστικού μας χώρου, να εκθέσει τα ταμπού της τοπικής κοινωνίας, να διεγείρει συνειδήσεις, να φέρει το περιθώριο στο προσκήνιο της δημόσιας ζωής. Να αναδείξει την αλήθειά μας, που αγνοούμε ή παρακάμπτουμε.

Τον γοητεύει να ενοχλεί; Αυτό το ξέρει ο ίδιος. Σίγουρα πάντως στα μάτια του η «αστική αισθητική» είναι ένας κούφιος πουριτανισμός όταν δεν μπορεί να διακρίνει την ομορφιά και τους χυμούς της ψυχής του αποσυνάγωγου στοιχείου. Η λίμπιντο, άλλωστε, δεν είναι σνομπ. Κάθε άλλο, όπως δίδαξαν οι μεγάλοι λογοτέχνες και κινηματογραφιστές.
Μεγάλο μέρος της δράσης και του έργου του εστιάστηκε στο μεταναστευτικό δράμα και τις όψεις του που αφορούσαν τον πατραϊκό κοινωνικό ιστό. Δεν δίστασε να γίνει δυσάρεστος. Μάλλον το επιδίωξε, ως στάση συνέπειας απέναντι στην αριστερή του ταυτότητα, τις αρχές του αλλά και τον χαρακτήρα του. Σε ολόκληρη τη διαδρομή του δεν διαπραγματεύθηκε τίποτα από τα τρία, όποιο κόστος κι αν είχε αυτό.

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1946, όπου και άσκησε τη δικηγορία μέχρι και τις μέρες μας, παράλληλα με τη συγγραφική του δραστηριότητα και τις προσωπικές του πνευματικές ενασχολήσεις, στις οποίες κεφαλαιώδη θέση είχε -και έχει- η αγάπη του για το ποιοτικό σινεμά. Η λάμψη της τελευταίας παραμένει ενεργή εντός του και σαν νοσταλγία πάνω στην εποχή των νεανικών αναζητήσεων και των συγκινήσεων που πυροδότησε η άνθιση της 7ης τέχνης, σαν ένα αίτημα για κοινωνικές τομές, δημοκρατία, νομιμοποίηση του ερωτισμού και για προοδευτική κοινωνικοποίηση.

Εμφανίστηκε στα γράμματα ως Βασίλης Αρφάνης το 1973, τον καιρό που άρχιζε να γονιμοποιείται η ανήσυχη λογοτεχνική δράση στην Πάτρα και οι δάσκαλοι της ποίησης ενέπνευσαν και αποκτούσαν μαθητές, ζυγισμένους ή βιαστικούς. Ως ποιητής ο ίδιος εμπνεύστηκε -με αθώα εξομολογητική διάθεση- από το προσωπικό βίωμα αλλά και από την περιρρέουσα κοινωνική και πολιτική συνθήκη. Δεν έπαψε ποτέ να ζει την εποχή του, κάτι στο οποίο συνέβαλε παραγωγικά η επαγγελματική του ιδιότητα που του επέτρεπε να αγγίζει τον κοινωνικό σφυγμό, τα φαινόμενα, τα ρεύματα, τους ταπεινούς ανθρώπους αλλά και τους τοπικούς ηγέτες και ηγετίσκους. Η τριβή του με γεγονότα και καταστάσεις μετασχηματιζόταν πάντα σε πνευματικό έργο, κάτι που του απέδωσε το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το 2013. Ο ίδιος δεν επιδίωκε ποτέ το χειροκρότημα, αλλά σίγουρα δεν αρνήθηκε αυτή τη δικαίωση, που ήταν άλλωστε δικαίωση της προσωπικής του ματιάς και στάσης απέναντι στην αγωνία του αδύναμου ανθρώπου.

Χαρακτηριστικός σταθμός διαδρομής, η «Ανήθικη Ποίηση», μια ανθολόγηση ποιημάτων γύρω από τον διαχρονικό αγοραίο, με τη μορφή παράστασης στην «Πολιτιστική Πρωτεύουσα» του 2006, μια συμβολική αντιστροφή, σαν σάτιρα και αιρετική παρωδία στο αμφιλεγόμενο και εν τέλει θνησιγενές όραμα της ανώριμης αλλά και πομπώδους διοργάνωσης. Στην ουσία ήταν μια υπόμνηση του πραγματικού παρελθόντος της πόλης και μιας ουσιώδους πτυχής της ιστορικής της ταυτότητας, όπου το απόκρυφο αποτελούσε κανονικότητα, κάτι φυσιολογικό για μια πόλη με λιμενική ζωή και σφοδρές κοινωνικές ανισότητες που περιθωριοποιούσαν ένα μέρος του πληθυσμού.

Ευρυμαθής, καυστικός, επίκαιρος, γενναίος, παραπέμπει σε διανοητή της αρχαίας αγοράς. Πατρινός με χαρακτήρα, επέπλευσε σε εποχές χαρακτηρισμένες και αχαρακτήριστες, έκανε συμπάθειες και αντιπάθειες. Δεν ξέρουμε αν έζησε όπως ακριβώς ήθελε, αλλά σίγουρα όπως του πήγαινε. Και συνεχίζει με το ίδιο βλέμμα και τον ίδιο μορφασμό που κινείται ανάμεσα στο χαμόγελο και την κομψή ειρωνεία.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο