Ανοιχτός εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά!
Στην τελική ρήξη οδήγησε η μεταχείριση των μεσαίων και βαρέων φορτηγών που κατασκευάζονται στον Καναδά.

Μια εμπορική συμφωνία που μέχρι πριν από λίγες ημέρες παρουσιαζόταν ως σχεδόν δεδομένη κατέληξε σε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Καναδά, με την Ουάσιγκτον να ενεργοποιεί δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα και την Οτάβα να ετοιμάζει αντίστοιχα αντίποινα.
Η ανατροπή ήταν εντυπωσιακή, καθώς ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αφήσει να εννοηθεί ότι οι δύο πλευρές είχαν ουσιαστικά καταλήξει σε συμφωνία. Οι τελευταίες ώρες των διαπραγματεύσεων, ωστόσο, αποδείχθηκαν καθοριστικές, με νέες απαιτήσεις, διαφορετικές ερμηνείες όσων είχαν συμφωνηθεί και εσωτερικές διαφωνίες στην αμερικανική κυβέρνηση να οδηγούν τελικά τις συνομιλίες σε ναυάγιο.
Η αποτυχία των συνομιλιών έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ΗΠΑ και Καναδάς διαθέτουν μία από τις στενότερα συνδεδεμένες εμπορικές σχέσεις στον κόσμο, με εφοδιαστικές αλυσίδες που εκτείνονται από την αυτοκινητοβιομηχανία και τα μέταλλα έως την αγροτική παραγωγή, την ξυλεία και τα καταναλωτικά προϊόντα.
Οι διαπραγματεύσεις είχαν εντατικοποιηθεί τις τελευταίες ημέρες, μετά την απειλή της Ουάσιγκτον για επιβολή νέων δασμών. Μάλιστα, στις 20 Αυγούστου, ο Καναδός υπουργός Εμπορίου Ντομινίκ ΛεΜπλάν δήλωνε ότι οι δύο χώρες βρίσκονταν «πολύ κοντά» σε συμφωνία.
Στο τραπέζι βρισκόταν ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να μειώσει τους δασμούς στα καναδικά αυτοκίνητα από το 25% στο 15%, αλλά και να περιορίσει τις επιβαρύνσεις σε χάλυβα και αλουμίνιο. Ο Τραμπ είχε μάλιστα αναστείλει για τρεις ημέρες την εφαρμογή των νέων δασμών, αναφέροντας δημόσια ότι ΗΠΑ και Καναδάς είχαν συμφωνήσει, με μόνη εκκρεμότητα την οριστικοποίηση των σχετικών εγγράφων.
Πίσω από τη δημόσια εικόνα αισιοδοξίας, όμως, παρέμεναν ανοιχτά ορισμένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα των συνομιλιών.
Στο επίκεντρο βρίσκονταν οι δασμοί στα αυτοκίνητα, στον χάλυβα και στο αλουμίνιο, αλλά και οι όροι που θα καθόριζαν ποια καναδικά προϊόντα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από χαμηλότερες επιβαρύνσεις.
Ένα από τα βασικά σημεία που οδήγησαν στην τελική ρήξη ήταν η μεταχείριση των μεσαίων και βαρέων φορτηγών που κατασκευάζονται στον Καναδά.
Η αμερικανική πλευρά υποστήριξε ότι η κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ επιχείρησε την τελευταία στιγμή να αλλάξει τους όρους, ζητώντας πρόσθετες μειώσεις δασμών στα συγκεκριμένα οχήματα.
Η Οτάβα παρουσίασε εντελώς διαφορετική εκδοχή. Σύμφωνα με τον Κάρνεϊ, οι ΗΠΑ ήταν εκείνες που επιχείρησαν να εξαιρέσουν συγκεκριμένες κατηγορίες φορτηγών από τη γενικότερη συμφωνία για μείωση των δασμών στα αυτοκίνητα στο 15%.
Ο Καναδός πρωθυπουργός κατηγόρησε μάλιστα την αμερικανική πλευρά ότι δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για τις εξαιρέσεις, οι οποίες θα επηρέαζαν ακόμη και οχήματα αμερικανικών εταιρειών όπως η Ford και η General Motors που παράγονται σε καναδικά εργοστάσια.
Σημαντικό ρόλο στο ναυάγιο φαίνεται να έπαιξαν και οι διαφορετικές γραμμές στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης.
Σύμφωνα με το παρασκήνιο των συνομιλιών, στο επίκεντρο βρέθηκαν ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ και ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ.
Ο Γκριρ είχε αναλάβει κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, ωστόσο κρίσιμα ζητήματα, όπως οι δασμοί σε αυτοκίνητα και μέταλλα, βρίσκονταν στην αρμοδιότητα του υπουργείου Εμπορίου.
Ο Λευκός Οίκος αρνείται ότι υπήρξε ουσιαστική σύγκρουση μεταξύ των δύο αξιωματούχων. Από την καναδική πλευρά, ωστόσο, καλλιεργήθηκε η εικόνα ότι δεν υπήρχε ενιαία αμερικανική γραμμή ως προς το τελικό περιεχόμενο της συμφωνίας.
Ο ίδιος ο Κάρνεϊ ήταν χαρακτηριστικός, δηλώνοντας ότι η καναδική ομάδα διατήρησε ενιαία θέση σε όλη τη διάρκεια των συνομιλιών, προσθέτοντας με νόημα ότι «δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο» για την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Η διαφωνία δεν περιορίστηκε, πάντως, σε επιμέρους δασμούς.
Για την κυβέρνηση Κάρνεϊ, ορισμένες από τις αμερικανικές απαιτήσεις άγγιζαν ευρύτερα ζητήματα οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του Καναδά.
Η Οτάβα εξέφρασε ανησυχίες ότι κάποιες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν ζητήματα πολιτιστικής πολιτικής και προστασίας της γαλλικής γλώσσας, αλλά και να περιορίσουν μελλοντικά την ελευθερία του Καναδά να συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες.
Η αμερικανική πλευρά απέρριψε αυτή την ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι οι σχετικές προτάσεις αφορούσαν αποκλειστικά την οικονομική συνεργασία και ασφάλεια των δύο χωρών.
Για τον Κάρνεϊ, όμως, το περιθώριο πολιτικών υποχωρήσεων ήταν περιορισμένο, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η σκληρή στάση απέναντι στις απαιτήσεις Τραμπ φαίνεται να απολαμβάνει ευρεία υποστήριξη στον Καναδά.
Με την κατάρρευση των συνομιλιών, η Ουάσιγκτον ενεργοποίησε δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων.
Τα συγκεκριμένα προϊόντα αντιστοιχούν περίπου στο 5% των συνολικών καναδικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ. Παρότι το ποσοστό δεν αφορά το σύνολο του διμερούς εμπορίου, η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική πολιτικά, καθώς σηματοδοτεί έναν νέο γύρο εμπορικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο χώρες.
Η σύγκρουση δημιουργεί προβλήματα και σε επιχειρήσεις που λειτουργούν με ενιαίες βορειοαμερικανικές αλυσίδες παραγωγής, στις οποίες πρώτες ύλες, εξαρτήματα και τελικά προϊόντα περνούν επανειλημμένα τα σύνορα ΗΠΑ και Καναδά.
Ο Κάρνεϊ ανακοίνωσε ότι ο Καναδάς θα εφαρμόσει από τις 8 Σεπτεμβρίου ανταποδοτικούς δασμούς «δολάριο προς δολάριο» σε αμερικανικά προϊόντα.
Στη λίστα αναμένεται να περιλαμβάνονται προϊόντα από τον χάλυβα και τα γαλακτοκομικά έως ηλεκτρονικές συσκευές, αγροτικό εξοπλισμό, οικιακές συσκευές, χαρτοπολτό και χαρτί.
Ο Καναδός πρωθυπουργός χαρακτήρισε τα αντίμετρα «στοχευμένη απάντηση» για την προστασία της καναδικής βιομηχανίας, ενώ κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι έθεσε την τελευταία στιγμή όρους που ήταν οικονομικά και πολιτικά απαράδεκτοι για τη χώρα του.
Οι επιχειρηματικοί φορείς και στις δύο πλευρές των συνόρων προειδοποιούν πλέον για τις συνέπειες μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία υπάρχει στους κλάδους της αυτοκινητοβιομηχανίας, της γεωργίας και της ξυλείας, ενώ το Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ έχει καλέσει τις δύο κυβερνήσεις να επιστρέψουν στις διαπραγματεύσεις, προειδοποιώντας ότι ένας διαρκής κύκλος δασμών και αντιποίνων θα αυξήσει τις τιμές και θα επιβαρύνει την οικονομική ανάπτυξη.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News