Αντώνης Τουμανίδης: «Τα παραμύθια του Άντερσεν γίνονται ο χάρτης του δολοφόνου»

Με το μυθιστόρημα «Άντερσεν», ο Αντώνης Τουμανίδης ανοίγει την «τριλογία των δολοφόνων» και στήνει ένα σκοτεινό σύμπαν όπου το αστυνομικό μυστήριο συναντά τον τρόμο, το παραμύθι και τη λογοτεχνική μνήμη. Στη συνέντευξή του μιλά για τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, τη γοητεία του εγκλήματος ως σκηνοθετημένης εικόνας και τον δολοφόνο που δεν σκοτώνει απλώς, αλλά αφήνει πίσω του σύμβολα.

Αντώνης Τουμανίδης: «Τα παραμύθια του Άντερσεν γίνονται ο χάρτης του δολοφόνου»

Ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό στην Πλάκα. Ένα σώμα πάνω σε ξύλινη κουνιστή καρέκλα. Η μία πλευρά του καμένη, η άλλη μεταμορφωμένη σε κέρινο ομοίωμα. Απέναντι, ένας ραγισμένος καθρέφτης που θυμίζει ιστό αράχνης. Από αυτή την εικόνα ξεκινά ο «Άντερσεν» του Αντώνη Τουμανίδη, το πρώτο μέρος της «τριλογίας των δολοφόνων», ένα μυθιστόρημα που παίρνει το αστυνομικό είδος και το οδηγεί σε πιο σκοτεινά, πιο υβριδικά μονοπάτια.

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν βρίσκεται στον πυρήνα της ιστορίας. Τα παραμύθια του γίνονται κώδικας, σκηνικό, εμμονή και πιθανό κλειδί για μια σειρά εγκλημάτων με τελετουργικό χαρακτήρα. Ο βασικός ύποπτος, όπως αναφέρεται στην ιστορία, είναι νεκρός εδώ και 150 χρόνια· κι όμως, ακριβώς αυτή η αδύνατη εκδοχή είναι που ανοίγει την πόρτα στο μυστήριο.

Στον «Άντερσεν», ο Αντώνης Τουμανίδης πιάνει τα παραμύθια από εκεί που συνήθως τα ξεχνάμε: από τη σκληρή, ανήσυχη πλευρά τους. Εκεί όπου η παιδική μνήμη συναντά κάτι πιο βαθύ και πιο απειλητικό, τα παραμύθια γίνονται υλικό για ένα αστυνομικό μυστήριο με τελετουργικά εγκλήματα, σύμβολα, εμμονές και έναν δολοφόνο που αφήνει πίσω του εικόνες σαν σκηνές θεάτρου.

Ο Τουμανίδης δεν έρχεται σε αυτό το υλικό τυχαία. Έχει σπουδάσει ιστορία της τέχνης και αρχαιολογία στην Ελλάδα, καθώς και τεχνοκριτική, κινηματογράφο και θρησκειολογία στη Γαλλία, ενώ είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη θρησκευτική γλυπτική από το Πανεπιστήμιο του Μπορντό. Συγγραφέας, βραβευμένος σεναριογράφος, παραγωγός, μέλος του WGA East και της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία, το σενάριο και τη δημόσια αφήγηση, έχοντας συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με τον Γιάννη Ζουγανέλη και τον Στέφανο Κασσελάκη.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τον παραμυθά των παραμυθάδων, για τη γέννηση της πρώτης σκηνής του βιβλίου, για τους δολοφόνους που δεν σκοτώνουν τυχαία, για το όριο της βίας στη λογοτεχνία και για το ελληνικό κοινό που δείχνει πλέον έτοιμο να ακολουθήσει ιστορίες όπου το crime συναντά τον τρόμο και το παραμύθι ξαναβρίσκει την πιο σκοτεινή του δύναμη.

Αντώνης Τουμανίδης: «Τα παραμύθια του Άντερσεν γίνονται ο χάρτης του δολοφόνου»

Στο «Άντερσεν» δεν χρησιμοποιείτε απλώς έναν γνωστό παραμυθά ως αναφορά, αλλά τον κάνετε σχεδόν μέρος του εγκληματικού μηχανισμού. Τι σας ενδιέφερε σε αυτή τη μετατροπή της λογοτεχνικής μνήμης σε αστυνομικό μυστήριο;

Ο «Άντερσεν» δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι ένα παραμύθι, μεταμορφωμένο σε αστυνομική ιστορία, που εισάγει ποικίλα στοιχεία τρόμου. Ο παραμυθάς των παραμυθάδων δεν είναι, απλώς, μια αναφορά που θα αναγνωρίσει ο αναγνώστης και θα προσπεράσει. Βρίσκεται στον πυρήνα της ιστορίας. Τα παραμύθια του γίνονται ο χάρτης πάνω στον οποίο κινείται ο δολοφόνος, η γλώσσα μέσα από την οποία επικοινωνεί και ταυτόχρονα το κλειδί που θα μπορούσε, ίσως, να οδηγήσει στη σύλληψή του.

Στο οπισθόφυλλο αναφέρεται ένα έγκλημα που μοιάζει σκηνοθετημένο: σώμα, καθρέφτης, θερμότητα, κερί, τελετουργία. Πώς γεννήθηκε αυτή η εικόνα; Ήρθε πρώτα η σκηνή ή η ιδέα της ιστορίας;

Γεννήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα. Συνήθως εμφανίζεται πρώτα μια δυνατή εικόνα και την ίδια στιγμή το χέρι αρχίζει να την καταγράφει, σαν να υπαγορεύει η ίδια την ιστορία της. Πάντα σκέφτομαι κινηματογραφικά και συχνά οι ιστορίες μου ξεκινούν από μια σκηνή που δεν με αφήνει να ησυχάσω. Είδα μπροστά μου ένα δωμάτιο που έμοιαζε περισσότερο με θεατρική σκηνή παρά με τόπο εγκλήματος. Ένα σώμα, ένα κερί, ένας καθρέφτης, μια αίσθηση ότι κάποιος δεν σκότωσε απλώς ένα θύμα αλλά έστησε μια παράσταση. Ποιος θα είχε την ανάγκη να δημιουργήσει μια τόσο συμβολική εικόνα και γιατί;

Ο βασικός ύποπτος είναι «νεκρός εδώ και 150 χρόνια». Τι σας γοήτευσε σε αυτή την ιδέα; Ότι το παρελθόν μπορεί να επιστρέφει ως απειλή;

Ακριβώς αυτό. Με γοητεύει η σκέψη ότι το παρελθόν δεν είναι ποτέ πραγματικά νεκρό. Οι άνθρωποι πεθαίνουν αλλά οι ιδέες, οι ιστορίες και οι εμμονές τους συνεχίζουν να υπάρχουν. Στο «Άντερσεν» παίζω με αυτή την αμφιβολία. Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που πέθανε πριν από ενάμιση αιώνα να βρίσκεται πίσω από μια σειρά φόνων; Φυσικά η λογική λέει όχι. Αρκεί όμως μια φράση για να γεννηθεί το μυστήριο. «Κι αν;».

Αντώνης Τουμανίδης: «Τα παραμύθια του Άντερσεν γίνονται ο χάρτης του δολοφόνου»

Το έγκλημα στη λογοτεχνία συχνά δεν είναι μόνο πράξη βίας, αλλά και μήνυμα. Στο δικό σας βιβλίο, τι θέλει να «πει» το έγκλημα;

Ο δολοφόνος θέλει να τραβήξει την προσοχή, να στείλει ένα μήνυμα, να αναγκάσει τους άλλους να κοιτάξουν έναν κόσμο που θεωρούσαν ξεχασμένο. Το γιατί… θα το ανακαλύψει ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο.

Πόσο σας ενδιαφέρει ο δολοφόνος ως ψυχολογικό προφίλ και πόσο ως φορέας μιας ιδέας, μιας εμμονής ή μιας αισθητικής;

Ένας δολοφόνος χωρίς ψυχολογικό βάθος είναι απλώς ένας μηχανισμός της πλοκής. Από την άλλη, οι πιο ενδιαφέροντες λογοτεχνικοί δολοφόνοι κουβαλούν πάντα μια ιδέα, μια εμμονή ή μια προσωπική κοσμοθεωρία. Στον «Άντερσεν» με ενδιέφερε ιδιαίτερα αυτή η δεύτερη διάσταση. Ο δολοφόνος δεν σκοτώνει τυχαία. Δημιουργεί εικόνες, συμβολισμούς και αφηγήσεις. Είναι ταυτόχρονα εγκληματίας και σκηνοθέτης μιας γκροτέσκας και παράλογης θεατρικής παράστασης.

Στο «Άντερσεν» υπάρχει έντονο τελετουργικό στοιχείο. Η θρησκειολογία και οι σπουδές σας στην τέχνη και την αρχαιολογία επηρέασαν τον τρόπο που στήνετε το έγκλημα ως εικόνα και ως σύμβολο;

Νομίζω πως κάθε μου σπουδή έχει αφήσει το αποτύπωμά της στον τρόπο που γράφω. Η ιστορία της τέχνης με δίδαξε τη δύναμη των συμβόλων και της εικόνας. Και η θρησκειολογία με έφερε σε επαφή με μύθους, τελετουργίες και με τις πιο αρχέγονες ανθρώπινες αγωνίες: τον φόβο του θανάτου, την ανάγκη για πίστη, τη σύγκρουση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Όλα αυτά, συνειδητά ή ασυνείδητα, περνούν μέσα στις ιστορίες μου. Ίσως γι’ αυτό οι ιστορίες μου δεν είναι ποτέ μόνο ιστορίες εγκλήματος, μόνο μυστηρίου ή μόνο τρόμου. Είναι ένας χώρος συνάντησης διαφορετικών κόσμων που με διαμόρφωσαν ως άνθρωπο και δημιουργό.

Έχετε και την ιδιότητα του σεναριογράφου. Τι σας έμαθε το σενάριο για την οικονομία, την ένταση και την αγωνία μιας αφήγησης;

Το σενάριο με δίδαξε πειθαρχία. Στον κινηματογράφο κάθε σκηνή πρέπει να υπηρετεί έναν σκοπό. Δεν υπάρχει χώρος για περιττές παρεκβάσεις. Αυτή η λογική έχει περάσει και στα μυθιστορήματά μου. Προσπαθώ κάθε κεφάλαιο να κινεί την ιστορία προς τα εμπρός, να αποκαλύπτει κάτι νέο ή να αυξάνει την ένταση. Παράλληλα, το σενάριο με βοήθησε να σκέφτομαι τις σκηνές οπτικά, σαν να ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη.

Υπάρχει ένα όριο στη γραφή του τρόμου και της βίας; Πώς αποφεύγει ένας συγγραφέας να γίνει η βία απλώς θέαμα;

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένα αντικειμενικό όριο στη γραφή του τρόμου ή της βίας. Κάθε συγγραφέας θέτει τα δικά του όρια, ανάλογα με τη θεματολογία, την αισθητική και τις προθέσεις του. Ειδικά στον συγγραφικό τρόμο, όπου σκοπός είναι συχνά να εξερευνηθούν οι πιο ακραίες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, το ερώτημα των ορίων δεν τίθεται με τον ίδιο τρόπο. Αυτό που έχει σημασία είναι η συνέπεια απέναντι στον κόσμο που χτίζει ο δημιουργός και η ειλικρίνεια με την οποία αφηγείται την ιστορία του στους αναγνώστες.

Αντώνης Τουμανίδης: «Τα παραμύθια του Άντερσεν γίνονται ο χάρτης του δολοφόνου»

Το «Άντερσεν» είναι το πρώτο μέρος της «τριλογίας των δολοφόνων». Τι ενώνει αυτή την τριλογία; Οι φόνοι, οι εμμονές των δολοφόνων ή ένας βαθύτερος κόσμος που θέλετε να χτίσετε;

Οι φόνοι και οι εμμονές των δολοφόνων είναι σημαντικά στοιχεία της τριλογίας αλλά δεν είναι αυτά που την ορίζουν στον πυρήνα της. Αυτό που πραγματικά την ορίζει είναι ένας βαθύτερος κόσμος που χτίζεται βιβλίο με βιβλίο. Ένας κόσμος όπου το παρελθόν, τα παραμύθια, οι ιστορίες και οι ανθρώπινες εμμονές διασταυρώνονται με τρόπους συχνά σκοτεινούς και απρόβλεπτους. Κάθε ιστορία φωτίζει μια διαφορετική πλευρά αυτού του σύμπαντος και αποκαλύπτει λίγο περισσότερο τους κανόνες, τα μυστικά και τις σκιές του.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα έχει δυναμώσει τα τελευταία χρόνια. Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό είναι πλέον πιο έτοιμο για σκοτεινές, υβριδικές ιστορίες που συνδυάζουν crime, τρόμο και λογοτεχνική αναφορά;

Νομίζω πως ναι. Οι αναγνώστες σήμερα είναι πολύ πιο ανοιχτοί σε υβριδικές αφηγήσεις. Διαβάζουν διεθνή λογοτεχνία, βλέπουν σειρές και ταινίες που συνδυάζουν διαφορετικά είδη και δεν αισθάνονται την ανάγκη να μπουν σε αυστηρά καλούπια. Το crime μπορεί να συναντήσει τον τρόμο, το παραμύθι, την ιστορία ή τη φιλοσοφία. Αν η ιστορία είναι καλή, το κοινό θα την ακολουθήσει όπου κι αν το οδηγήσει.

Όταν γράφετε μαζί με ένα δημόσιο πρόσωπο, όπως ο Γιάννης Ζουγανέλης ή ο Στέφανος Κασσελάκης, ποιο είναι το πιο δύσκολο: να βρείτε τη φωνή του άλλου ή να κρατήσετε τη δική σας απόσταση;

Το πιο δύσκολο είναι να ακούσεις πραγματικά τον άλλον. Κάθε δημόσιο πρόσωπο διαθέτει μια δημόσια εικόνα όμως πίσω απ’ αυτήν υπάρχει ένας άνθρωπος με τις δικές του εμπειρίες, αμφιβολίες και προβληματισμούς. Ο συγγραφέας οφείλει να βρει εκείνη τη φωνή χωρίς να την παραμορφώσει. Η δική μου παρουσία πρέπει να λειτουργεί υποστηρικτικά. Όχι να επισκιάζει αλλά να βοηθά την ιστορία να ειπωθεί με τον πιο αυθεντικό τρόπο.

Αν ο «Άντερσεν» είναι η είσοδος στην τριλογία, τι υπόσχεται στον αναγνώστη για τη συνέχεια; Περισσότερο σκοτάδι, περισσότερη έρευνα ή μια ακόμη βαθύτερη κάθοδο στον κόσμο των δολοφόνων;

Το δεύτερο μέρος θα έχει τη δική του πλοκή, κορύφωση και λύση. Ωστόσο, θα υπάρχουν σαφείς αναφορές στον «Άντερσεν», μικρές γέφυρες που θα ενώνουν τα βιβλία μεταξύ τους. Κάποιοι χαρακτήρες θα κάνουν την επανεμφάνισή τους −έστω και για λίγο− λειτουργώντας σαν συνδετικοί κρίκοι και υπενθυμίζοντας ότι όλα ανήκουν στο ίδιο σύμπαν. Το τρίτο μέρος παρόλο που, επίσης, θα διατηρεί την αυτονομία του σε επίπεδο αφήγησης, θα έχει έναν επιπλέον ρόλο: εκείνον της κατακλείδας. Εκεί, η σύνδεση με τα προηγούμενα βιβλία δεν θα είναι απλώς παρούσα, θα είναι απαραίτητη και ουσιαστική.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125