Από τον «Τσίου» στο σήμερα: Ο Μάκης Παπαδημητράτος για μια κοινωνία που «βλέπει τον γκρεμό και δεν την νοιάζει»

Με αφορμή τη σημερινή προβολή του «Τσίου» στο Θέατρο Λιθογραφείον για τα 34α γενέθλια του «Γυμνού Οφθαλμού», ο Μάκης Παπαδημητράτος επιστρέφει στην ταινία που έγινε σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά. Μιλά στο pelop.gr για τη γλώσσα, το χιούμορ, τη διαχρονικότητα του φιλμ, αλλά και για τη σκοτεινή αντανάκλασή του στο σήμερα.

Από τον «Τσίου» στο σήμερα: Ο Μάκης Παπαδημητράτος για μια κοινωνία που «βλέπει τον γκρεμό και δεν την νοιάζει» (Πηγή φωτογραφίας: tsiou.gr)

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, ο «Τσίου» δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μια cult επιτυχία του ελληνικού σινεμά, αλλά παραμένει μια ταινία που επιμένει να επιστρέφει, να αναγνωρίζεται και να βρίσκει νέο κοινό, επειδή κάτω από το χιούμορ, τις ατάκες και τον φαινομενικό χαβαλέ κρύβει ένα σχόλιο πολύ πιο αιχμηρό για τις ανθρώπινες σχέσεις, το συμφέρον, την κοινωνική αδράνεια και την εποχή που τη γέννησε.

Με αφορμή τη σημερινή προβολή της ταινίας στην Πάτρα, στο Θέατρο Λιθογραφείον, για τα 34α γενέθλια του «Γυμνού Οφθαλμού», παρουσία του ίδιου του σκηνοθέτη, ο Μάκης Παπαδημητράτος μιλά  στο pelop.gr για τον τρόπο που βλέπει πλέον το φιλμ που τον έβγαλε από την αφάνεια, για τις στιγμές που γεννήθηκαν σχεδόν από αληθινά περιστατικά, για τη σχέση του «Τσίου» με το κοινό και για όσα τον εκπλήσσουν ακόμη στη διαδρομή της ταινίας.

Η συζήτηση, όμως, δεν μένει μόνο στο παρελθόν. Ο δημιουργός του «Τσίου» συνδέει ανοιχτά την ταινία με το σήμερα, μιλά για μια κοινωνία που, όπως λέει, «αυτοκτονεί», για τον λήθαργο, την αδιαφορία και την ανάγκη για συλλογικότητα, εξηγώντας γιατί ο ήρωας του φιλμ μπορεί να έχει αλλάξει μορφή, αλλά συνεχίζει να κυκλοφορεί ανάμεσά μας.

Ο «Τσίου» έχει αποκτήσει μία μυθική θέση για πολύ κόσμο. Σήμερα, κοιτώντας αυτή την ταινία, πώς τη βλέπεις; Είναι μια παλιά επιτυχία ή κάτι που συνεχίζει και σε ακολουθεί δημιουργικά;

Δημιουργικά όχι. Αλλά, βλέποντάς την, τη βλέπω κάποιες στιγμές με νοσταλγία, γιατί έχουν περάσει τα χρόνια και μου θυμίζει πράγματα και καταστάσεις ευχάριστες. Σίγουρα την κοιτάω και με ευγνωμοσύνη, γιατί ήταν ένας βατήρας που με βοήθησε – όχι απλά με βοήθησε, με έβγαλε από την αφάνεια, για να είμαι ειλικρινής – και με στήριξε σε ό,τι έχω κάνει από εκεί και πέρα, ακόμα κι αν δεν είναι ακριβώς κινηματογραφικό. Ήταν επίσης ένα πεδίο γνωριμίας με πολλούς ανθρώπους, με τους οποίους μείναμε φίλοι μέχρι σήμερα. Μόνο θετικά, δηλαδή.

Πάντως, η πρώτη σκηνή κατ’ εμέ δείχνει και όλο το πνεύμα της ταινίας.

Θα πρέπει να σου πω ότι πρόκειται για μια σκηνή που μπήκε εκ των υστέρων, δεν υπήρχε στο αρχικό σενάριο. Και, μια που το ανέφερες, να σου πω και κάτι γι’ αυτή τη σκηνή. Είναι αληθινή ιστορία, έχει συμβεί κάπως έτσι. Ήταν ο Παρίσης και ο Κανδυλιώτης και έκαναν πρόβες για την τελετή λήξης της Ολυμπιάδας. Γύριζαν από το ΟΑΚΑ στο κέντρο με το μετρό. Και μέσα στο μετρό τους συμβαίνει αυτό. Ήταν δηλαδή ένα πρεζάκι μέσα, είχε κάτσει έτσι, και πήγαν οι άλλοι και τον ρώτησαν. Και τους είπε αυτή την ατάκα. Μετά ο Παρίσης μού λέει «άκου τι ζήσαμε». Και του λέω: «Ρε φίλε, αυτό κάπου πρέπει να το βάλουμε». Δεν μπορούσε να μπει οργανικά μέσα στο σενάριο, οπότε σκεφτήκαμε να μπει σαν ανέκδοτο στην εισαγωγή, για να δείξει και το ύφος.

Τι ήταν αυτό που ήθελες να πιάσεις τότε με τον «Τσίου»; Μια συγκεκριμένη γενιά, μια κατάσταση παρακμής ή έναν τύπο ανθρώπου που εξακολουθεί να υπάρχει γύρω μας;

Κοίτα, είναι ένα σχόλιο για την κοινωνία του χαβαλέ. Και σήμερα θα ήθελα να ήταν μόνο έτσι, αλλά δεν μπορεί να είναι, γιατί δεν έχουν τα ευρώ. Αν τα είχαν, έτσι θα ήταν, πιστεύω. Δ έχει αλλάξει ο κόσμος. Αν ο καθένας μπορεί να περνάει καλά, δεν τον νοιάζει τίποτα. Ούτε ο διπλανός του, ούτε οι συνθήκες, ούτε το τι βάζει μέσα στο μυαλό του. Είναι λίγο απογοητευτικό αυτό, αλλά αυτό πιστεύω για τους ανθρώπους. Εκείνο το σχόλιο ήταν πάνω σε μια εποχή που, αν θυμάσαι, στην Αθήνα έβγαινες Δευτέρα, τέσσερις το πρωί, και υπήρχε κυκλοφοριακό. Ήταν όλοι έξω. «Διασκεδάζουμε, περνάμε ωραία». Κάπως έτσι σχεδόν.

Ο κόσμος ήταν λίγο στο «έχουμε λεφτά, περνάμε καλά, θα έχουμε πάντα γιατί είμαστε μάγκες, έχουμε ήλιο, είναι ωραία». Λίγο πολύ αυτό ήθελα να παρουσιάσει ο «Τσίου». Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι ο «Τσίου» έγινε γιατί, κατά κάποιο τρόπο, με ανάγκασε να τον κάνω ο παραγωγός μου. Εγώ ήθελα να κάνω τους «Κλέφτες». Διαβάζει το σενάριο και μου λέει: «Είναι λίγο δύσκολο να γίνει. Εκείνη τη μικρού μήκους που είχες κάνει, που ήταν κάτι σε σχέση με τον Τσίου, γιατί δεν το κάνεις μεγάλου μήκους;». Οπότε δεν μπορώ να σου πω ότι ήταν κάτι που το είχα ως μεγάλη έμπνευση και το έγραψα. Ήταν κάτι που υπήρχε, έπρεπε να γίνει και μετά να του δώσω περιεχόμενο. Γεννήθηκε τελείως διαφορετικά. Αυτό δεν μπορώ να σου το πω για τους «Κλέφτες».

Η ταινία ισορροπεί συνεχώς ανάμεσα στο γέλιο και στη θλίψη. Αυτό βγήκε αυθόρμητα ή ήταν από την αρχή συνειδητή επιλογή να μη γίνει ούτε καθαρή κωμωδία ούτε καθαρό δράμα;

Η πρώτη στόχευση ήταν να μη γίνει δράμα, γιατί το θέμα από μόνο του εκεί σε παραπέμπει. Οπότε η δυσκολία ήταν πώς να μη γίνει δράμα ή μελό. Στην παρέα, μας έκανε ο Παρίσης τον Τσίου και γελάγαμε, έτσι ξεκίνησε. Υπήρχε αυτός ο ήρωας. Μας τον έκανε ενώ ο Τσίου ήταν υπό την επήρεια της χρήσης , πράγμα που δεν το ήθελα να γίνει, όχι μόνο γιατί θα τον βάραινε πολύ, αλλά και γιατί θα είχε μια «αργότητα» που δεν βοηθάει. Οπότε σκέφτηκα να βάλουμε τον Τσίου, που πάντα έτσι τον ξέραμε υπό την επήρεα, να μην είναι υπό την επήρεια της πρέζας και να μην μπορεί να βρει. Να είναι λίγο πιο alert, σε μια ένταση που θα βοηθήσει και τον ρυθμό της ταινίας. Και μετά βρέθηκε κιόλας η ιδέα ότι θα ψάχνει όλη μέρα – γι’ αυτό δεν βρίσκει, γιατί είναι Δεκαπενταύγουστος. Ήταν λύσεις που έπρεπε να δώσω για να μη βλέπουμε έναν «πρεζομένο» που ούτε θα ήταν ωραίο, ούτε θα ήθελα να το δείξω έτσι. Δεν ήθελα να είναι κάτι το διδακτικό, ένα δράμα. Αυτό έτσι κι αλλιώς το έχει ο κάθε άνθρωπος όσο το έχει από μόνος του και όσο το κουβαλάει σε οτιδήποτε κάνει. Δεν θα το κάνει επιλογή. Δεν σου κρύβω ότι στο τέλος αυτά τα τα ξανασκεφτόμουν… Έλεγα «μήπως θα έπρεπε να το σοβαρεύαμε λίγο;». Ξέρεις, το μικρό άγχος του νέου δημιουργού: ότι άμα κάνεις κάτι μόνο κωμικό, ίσως να μη σε πάρουν στα σοβαρά. Πρέπει να είναι και λίγο σοβαρό για να σε πάρουν τα φεστιβάλ.

(Πηγή: tsiou.gr)

Πιστεύεις ότι ο «Τσίου» έγινε τόσο αγαπητός επειδή έπιασε τέλεια μια εποχή ή επειδή μιλά τελικά για πράγματα πολύ πιο διαχρονικά;

Ένας συνδυασμός. Πραγματικά δεν ξέρω να σου το απαντήσω. Αν ήξερα, θα είχα κάνει αντίστοιχη επιτυχία ξανά. Και να ξέρεις ότι σε ό,τι κάνω προσπαθώ να ξεπεράσω τον «Τσίου» και φυσικά δεν μπορώ. Έχω προσπαθήσει πάρα πολύ να το αναλύσω. Το ένα ήταν μάλλον η φόρμα του, που θύμιζε στον κόσμο τις παλιές ελληνικές ταινίες. Και έτσι, υποσυνείδητα, το δεχόταν πιο εύκολα. Αυτό όμως και ισχύει και δεν ισχύει. Γιατί η ταινία παίχτηκε και στο εξωτερικό, και ο κόσμος εκεί γελούσε στα ίδια σημεία που γελούσαν και οι Έλληνες. Άρα δεν ήταν μόνο αυτό. Το άλλο είναι ότι μιλάει μια γλώσσα που δεν συνηθιζόταν, σε μια θεματολογία ασυνήθιστη. Είναι η γλώσσα, είναι η αλήθεια. Δηλαδή ξαφνικά είδε κάποιος μια ταινία στη γλώσσα του που δεν του θύμιζε τίποτα άλλο από αυτά που είχε ξαναδεί.

Η γλώσσα της ταινίας, οι ατάκες, ο ρυθμός, όλα αυτά έμειναν ζωντανά στον κόσμο. Το περίμενες ποτέ ότι ο «Τσίου» θα αποκτούσε τέτοια σχέση με το κοινό;

Πλάκα κάνεις; Όχι, όχι. Η αλήθεια είναι ότι όταν την κάναμε, νόμιζα ότι κάνουμε κάτι πολύ underground. Ότι τώρα θα πάμε να ταράξουμε το κοινό, ότι θα παίζει η ταινία, το ένα τρίτο του κοινού θα φεύγει βρίζοντας, το άλλο ένα τρίτο θα κάθεται να τη δει από περιέργεια και το άλλο ένα τρίτο θα του αρέσει. Και από την πρώτη προβολή έφυγαν δυο-τρεις μόνο. Οι υπόλοιποι γελούσαν, χειροκρότηματα στο τέλος, να κοιτιόμαστε και να λέμε: «Κάτσε, εμείς τι νομίζαμε ότι θα κάνουμε; Κάτι underground, και κάναμε κάτι mainstream;». Ήταν σοκ και για μας. Αλλιώς είχαμε στο μυαλό μας το κοινό, αλλιώς την αποδοχή του. Κάπου υποτίμησα το κοινό. Εγώ νόμιζα ότι είναι πιο συντηρητικό.

Θυμάμαι ότι είχα βρεθεί σε ένα σίριαλ – γιατί εγώ βασικά έχω σπουδάσει ηθοποιός, αυτό είναι το βασικό μου επάγγελμα – και ήταν και ο Ρένος Χαραλαμπίδης εκεί. Τον βλέπω στο διάλειμμα να γράφει κάτι. Του λέω: «Γράφεις;». Μου λέει: «Ναι, γράφω ένα νέο μου σενάριο». Πρέπει να έγραφε τα «Μαύρα κοστούμια» ή μπορεί και την «Καρδιά του κτήνους», δεν θυμάμαι. Του λέω κι εγώ: «Κι εγώ κάτι γράφω τώρα». Μου λέει: «Αλήθεια; Τι γράφεις;». Του λέω: «Κωμωδία». Μου λέει: «Μ’ αρέσουν οι κωμωδίες, πες μου την ιστορία». Του λέω: «Είναι 15 Αυγούστου στην Αθήνα. Ένα πρεζάκι ψάχνει να βρει τη δόση του και δεν μπορεί». Μου λέει: «Ωχ, Παναγία μου… κωμωδία; Μην το κάνεις αυτό. Θα φας το κεφάλι σου». Ευτυχώς δεν τον συνάντησα πολύ νωρίτερα, να με αποθαρρύνει.

Αν έβλεπες εσύ σήμερα το «Τσίου» σαν θεατής, όχι σαν δημιουργός, ποιο πιστεύεις ότι θα ήταν το πιο αληθινό ή το πιο αληθινό του σημείο;

Νομίζω όλες οι σχέσεις μεταξύ των φίλων. Εκεί που πάει να του τη φέρει ο ένας του άλλου, που ο άλλος δεν θέλει να του τη δώσει γιατί θέλει να την πουλήσει ακριβότερα – όλα αυτά μου φαίνονται αλήθεια. Πρώτα απ’ όλα, αυτά θα μπορούσες να τα βρεις και σε ένα εμπόριο καναπέδων. Δηλαδή έτσι είναι και το εμπόριο το κανονικό: ο ένας πάει να κερδίσει από τον άλλον, απλώς με πιο καλυμμένο τρόπο. Οπότε όλο αυτό μου βγάζει μια αλήθεια. Και αρκετά σαν τις ερωτικές σχέσεις. Όσο υπάρχει καπιταλισμός και το κέρδος καθορίζει τις σχέσεις, ο «Τσίου» είναι επίκαιρος. Όσο το συμφέρον μπαίνει λίγο πάνω από την ανθρωπιά, τέτοιου είδους ταινίες θα αφορούν τον κόσμο.

Αν πάντως για κάτι ξεχωρίζει –για εμένα- η ταινία είναι οι ατάκες του Λίτση όπως ο θρυλικός «Ταΰγετος» ή η «Τζένη, το κοκάκι».

Τώρα, θέλω να είμαι δίκαιος. Πρώτα όσον αφορά την «Τζένη, το κοκάκι». Αυτό είναι λίγο και μια αναφορά στην ταινία του Γιάνναρη, «Από την άκρη της πόλης», που υπάρχει μια κοπέλα αντίστοιχη. Οι ατάκες, μπήκαν μετά τον ήχο, στην αφήγηση, δεν ήταν όλες δικές μου. Τις σκεφτόμουν μαζί με τον Παρίση, που είναι κι αυτός ατακαδόρος. Οπότε αρκετά από αυτά είναι και του Παρίση. Ο «Ταΰγετος» είναι ατάκα του Λίτση, δεν είναι δική μου. Του ήρθε εκείνη την ώρα στην πρόβα. Του λέω: «Ρε, είναι πάρα πολύ σκληρή η ατάκα». Θυμάμαι τότε είχε τελειώσει την «Ψυχή στο στόμα» του Οικονομίδη. Και η ατάκα αυτή είχε χιούμορ αλλά είχε σκληρό, οικονομιδικό χιούμορ. Όμως, ήταν τόσο καλή που δεν μπορούσα να την αφήσω. Και τελικά την βάλαμε.

(Πηγή: facebook.gr)

Ο «Τσίου» έρχεται τώρα στην Πάτρα, στο Θέατρο Λιθογραφείον, και μάλιστα με παρουσία δική σου. Τι σε έκανε να θελήσεις αυτή τη συνάντηση με το κοινό της Πάτρας και τι ελπίζεις να πάρει μαζί του φεύγοντας από την προβολή;

Η αλήθεια είναι ότι να σου κάνουν μια τέτοια πρόταση είναι σίγουρα πολύ τιμητικό. Η Πάτρα είναι και αρκετά κοντά, δεν είναι κάτι τρομερό να το κάνεις. Και μόνο που σου λένε «έλα για κάτι τέτοιο»… Με τον Νίκο (σ.σ. Καββαδία) γνωριστήκαμε πριν από αρκετά χρόνια, και κατά καιρούς λέγαμε ότι κάποια στιγμή θα μιλήσουμε, θα κανονίσουμε κάτι στην Πάτρα. Τελικά προέκυψε. Μου αρέσει αυτή η πόλη. Κάποτε είχε τύχει να περάσω και να ζήσω κάποιους λίγους μήνες. Οπότε λέω, σούπερ ευκαιρία. Και μακάρι να έχει νέο κόσμο να μιλήσουμε μετά, με αφορμή τον «Τσίου». Δηλαδή κι αυτό μου αρέσει πάρα πολύ, η επικοινωνία.

Αν φεύγοντας από την προβολή στην Πάτρα ήθελες ο κόσμος να κρατήσει μόνο ένα πράγμα από τον «Τσίου», ποιο θα ήθελες να είναι αυτό;

Αν κάτι συμβολίζει το «Τσίου», είναι ότι δημιουργήθηκε χωρίς πολλά φόντα. Οπότε ο καθένας θα μπορούσε να σκεφτεί ότι, στο πεδίο του, θα μπορούσε να κάνει κάτι αντίστοιχο με το «Τσίου», αν πραγματικά το πιστεύει και συνεργαστεί με τα σωστά άτομα. Δηλαδή, έναν χρόνο αφού βγήκε ο «Τσίου», μίλαγα με άτομα που δεν τα ήξερα και μου λέγανε: «Είμαι στη σχολή του Σταυράκου και ο δάσκαλός μου μού λέει “να το κάνετε μόνοι σας, σαν τον Παπαδημητράτο”». Αυτό είναι μια πηγή έμπνευσης για τον οποιονδήποτε. Και ειδικά σε μια σημερινή περίοδο της χώρας, που είναι πολύ διαφορετική από την εποχή του «Τσίου», το εγχείρημα για έναν νέο άνθρωπο είναι δύσκολο να το τολμήσει. Άρα το να του δώσει η ταινία τη δύναμη να πει «όχι ρε φίλε, θα το κάνω με άλλον τρόπο, θα ψαχτώ, δεν θα κολλήσω», αυτό είναι ένα κέρδος.

Αν έκανες σήμερα μια ταινία με την ίδια ελευθερία και το ίδιο ένστικτο που είχε ο «Τσίου», ποιο κομμάτι της σημερινής Ελλάδας θα ήθελες να καταγράψεις;

Θα ήθελα να παίξω με δύο κομμάτια. Δηλαδή, το ένα να είναι το mainstream: ο μέσος σαραντάρης που είναι μέσα στα πράγματα, έχει τη δουλίτσα του, πάει στο γυμναστηριάκι του λίγο να μη γίνει μπάκας, μπορεί να χαλάει και λίγα λεφτά. Και απ’ την άλλη θα με ενδιέφερε να διερευνήσω κάποια νέα παιδιά που προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο με κάποιο τρόπο, έστω και ανορθόδοξο. Ίσως μια επαναστατική ομάδα, κάτι τέτοιο. Και να αντιπαραβάλω αυτούς τους δύο κόσμους. Τι ζητάει ο ένας από τη ζωή, τι ζητάει ο άλλος, πώς προσπαθεί να βελτιώσει τη ζωή του ο ένας, πώς ο άλλος, και αν αυτοί οι δύο κόσμοι μπορούν να συναντηθούν. Θα με ενδιέφερε κάτι τέτοιο, επειδή θεωρώ ότι ζούμε σε μία περίεργη περίοδο και κάθε μήνα αλλάζουν συνέχεια τα δεδομένα.

Την στιγμή που μιλάμε φοβόμαστε και για τη ζωή μας, υπάρχει πόλεμος. Και εντάξει, δεν θα «φάμε» κανά πύραυλο, αλλά οικονομικά θα μας στοιχίσει. Και μιλάμε πως είμαστε σε μία χώρα που είναι ήδη σε κρίση. Για εμάς εδώ είναι η οικονομία. Εκεί κάτω βομβαρδίζονται σχολεία. Κι αν ο άλλος χάνει τα παιδιά του, θα σου πει «εντάξει, θα κλείσω και εγώ τα πάντα, μην έρχεται τίποτα». Αν δεν έρχεται τίποτα, θα βουλιάξει όλη η οικονομία. Και ειδικά οι αδύναμες χώρες και οικονομίες, όπως η Ελλάδα, αλλά και γενικότερα η Ευρώπη που είναι σε παρακμή, θα την ακούσουμε γενναία. Κι άμα την ακούσεις γενναία, θα δεις μετά να ανεβαίνει η εγκληματικότητα, να σε σκοτώνουν για ένα εικοσάευρο. Θέλω να πω, αυτές είναι αντιδράσεις που σίγουρα θα επηρεάσουν τη ζωή μας, όχι προς το καλό.

Αλέξης Παρίσης και μάκης Παπαδημητράτος από τον “Τσίου” (Πηγή: tsiou.gr)

Η κοινωνία αυτή τη στιγμή είναι σε λήθαργο, κι αυτό θα είχε ενδιαφέρον να το δείξεις. Και μάλλον, αν πρέπει να το κάνεις σωστά, θα πρέπει να το δεις και επιστημονικά: να πεις ότι αυτή τη στιγμή οι περισσότεροι έχουν ψυχολογικά προβλήματα τόσο μεγάλα, που ούτε οι ίδιοι μπορούν να το καταλάβουν. Κι αυτός είναι ο λόγος που λέμε «γιατί ψηφίζουμε αυτούς που κυβερνάνε, γιατί ο άλλος δεν πάει να ψηφίσει, γιατί αδιαφορεί;». Και έχουμε βάλει ταμπέλες ότι είναι βλάκες, ότι είναι βολεμένοι. Δεν είναι αυτό, νομίζω. Είναι αυτοκαταστροφικοί, γιατί έχουν ψυχολογικά. Ο άλλος δεν αυτοκτονεί επειδή είναι βλάκας. Αυτοκτονεί επειδή έχει ψυχολογικά.

Η κοινωνία μας αυτοκτονεί αυτή τη στιγμή. Βλέπει τον γκρεμό και δεν την νοιάζει. Σου λέει «μέχρι τον γκρεμό θα έχω ωραίο ζελέ για τα μαλλιά μου;». Ώπα! Τι λες; Είτε καλοχτενισμένος είτε όχι, στον γκρεμό θα πάμε, για σκέψου το. Και παλεύουμε για το άχρηστο. Αυτό δεν είναι νορμάλ. Εκεί πατάνε και οι κυβερνώντες. Έχουν να κάνουν με άτομα που δεν είναι καλά – και δεν τους χαλάει. Αυτοί που δεν είναι καλά, είναι και ήρεμοι. Δεν θα αντιδράσουν. Θα έπρεπε τώρα να είμαστε στους δρόμους όλοι! Να υπάρχουν παντού αντιπολεμικά συλλαλητήρια…

Μιας και μιλάμε για το σήμερα, πιστεύεις ότι ο ήρωας του «Τσίου» είναι απλώς ένας τύπος της εποχής του ή πιστεύεις ότι, με άλλες μορφές, κυκλοφορεί ακόμη ανάμεσά μας;

Κοίτα, ο Τσίου, τη στιγμή που είναι πρεζάκι, μοιραία είναι και εντός και εκτός κοινωνίας. Οπότε, τη στιγμή που είσαι εκτός κοινωνίας – και σήμερα όλοι αυτοί που σου λέω, ουσιαστικά, είναι εκτός κοινωνίας – δεν είναι πρεζάκια, είναι πρεζάκια με άλλα πράγματα. Αυτή είναι η άλλη μορφή.Του Τσίου όλος του ο κόσμος είναι να βρει πρέζα. Δεν ξέρει τι γίνεται δίπλα του και δεν τον νοιάζει. Έτσι είναι και η κοινωνία σήμερα, απλά αντί για πρέζα βάλε το «εγώ μας», βάλε το «να νιώσω καλύτερα» κλπ. Και η νεολαία – δεν θέλω να την κράξω – αλλά κι αυτή πολύ το έχει ρίξει στην ψυχανάλυση και στην αυτοβελτίωση. Κάποιος πρέπει να τους πει ότι θα αυτοβελτιωθείς όταν προσπαθήσεις με τον διπλανό σου να αλλάξεις τον κόσμο. Στην προσπάθειά σου να φτιάξεις τον κόσμο μαζί με τον διπλανό σου, χέρι-χέρι, θα γίνεις κι εσύ καλύτερος. Και θα νιώσεις και καλύτερα. Και αυτό είναι αλήθεια, δεν είναι θεωρίες, αριστερίστικες ή όπως θες να το πεις. Είναι πραγματικότητα. Το ότι θα πας και βοηθήσεις τον διπλανό σου μαζί με κάποιον άλλον και προσπαθήσεις να δώσεις λύση σε αυτό, είναι η καλύτερη ομαδική ψυχοθεραπεία. Εκεί είναι η λύση. Στα κινήματα, στην ομαδικότητα και στην κοινωνικοποίηση αυτού του είδους, πώς θα δώσουμε λύση στα προβλήματά μας εμείς, να δούμε ποιοι είμαστε και πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τη ζωή μας.

Και για να κλείσουμε. Τελικά Μάκη, εκείνο το πάρτι έγινε ποτέ;

Φαντάζομαι θα έγινε. Θα ήταν κανονισμένο. Αν και φαντάζομαι δεν υπήρχε κανένα μεγάλο όνομα. Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα κανείς δεν θα έκανε κανένα μεγάλο πάρτι με κάποιο μεγάλο όνομα. Απλώς θέλαμε κάτι, για δυο-τρεις και τον κούκο. Οπότε κανείς δεν θα έκανε επένδυση να φέρει κάποιο όνομα, να πληρώσει, ενώ δεν είναι βέβαιος ότι θα το πάρει. Παρ’ όλα αυτά, σίγουρα θα έγινε ένα πάρτι. Θα πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125