Χρήστος Θεοδωρίδης: «Ζούμε σε μια εποχή τεράτων» – Οι «Πέρσες» του Αισχύλου στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας
Οι «Πέρσες» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, ανεβαίνουν την Παρασκευή 17 και το Σάββατο 18 Ιουλίου, στις 9.30 το βράδυ, στο Θερινό Δημοτικό Θέατρο της οδού Ρίτσου, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας

«Ζούμε σε μια εποχή τεράτων», λέει ο Χρήστος Θεοδωρίδης μιλώντας για τους «Πέρσες» του Αισχύλου, την τραγωδία που ανεβάζει στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή. Στη σκηνή, η καταστροφή έχει ήδη συμβεί· αυτό που μένει είναι η αναμονή του νέου, ο συλλογικός θρήνος και το ερώτημα ποιος πληρώνει τελικά τις αποφάσεις της εξουσίας.
Με τη Μαρία Ναυπλιώτου, τον Δημήτρη Καταλειφό, τον Αναστάση Ροϊλό και τον Σταύρο Σβήγκο στους βασικούς ρόλους, η παράσταση στρέφει το βλέμμα στους ηττημένους, στον απλό λαό, στην απώλεια που περνά από γενιά σε γενιά και στη δυσκολία μιας εποχής που βλέπει καθημερινά εικόνες πολέμου, αλλά δυσκολεύεται να πενθήσει.
Ο σκηνοθέτης μιλά για την επιστροφή του στην Πάτρα, την επιλογή μιας σκηνής χωρίς σκηνικό, τον Χορό ως σώμα απλών ανθρώπων, τον Ξέρξη που επιστρέφει ηττημένος αλλά αλώβητος στην εξουσία, και το μικρό φως που μπορεί να γεννηθεί όταν ο θρήνος γίνεται συνειδητοποίηση.
Η επιστροφή στην Πάτρα και η σκηνή χωρίς σκηνικό
Δεν είναι η πρώτη σου παρουσία στην Πάτρα. Στο Κάστρο, πριν από χρόνια, σε γνωρίσαμε με τον «Παρθενώνα». Επιστρέφεις τώρα με τους «Πέρσες», σε ένα μεγάλο και φορτισμένο έργο. Πώς είναι αυτή η επιστροφή;
Στο Κάστρο, νομίζω, αν δεν κάνω λάθος, ήταν το 2011 ή το 2012, που κατέβηκα με τον «Παρθενώνα». Ήταν η τρίτη μου δουλειά τότε στην Αθήνα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνω ποτέ ακριβώς σε ποιο σημείο βρίσκομαι σε σχέση με τη δουλειά μου, την εξέλιξή μου και αυτό που κάνω. Δεν λέω κάπως ότι μέχρι εδώ ήμουν πρωτοεμφανιζόμενος και από ένα σημείο και μετά είμαι καταξιωμένος. Το μόνο που ξέρω είναι πάντα η δουλειά που έχω μπροστά μου, αυτό που κάνω και αυτό που με ενδιαφέρει να επικοινωνήσω με τον κόσμο.
Αυτό είναι που πάντα με κινεί. Τώρα βρίσκομαι σε ένα καλοκαίρι όπου όλη η δουλειά που έχω κάνει μέχρι σήμερα έχει ανοίξει σε πάρα πολύ περισσότερο κόσμο. Και λόγω της Επιδαύρου και λόγω της περιοδείας, έχει ανέβει μια βαθμίδα η ποσότητα του κόσμου που έρχεται και ελκύει η δουλειά μου. Αυτό είναι σίγουρα κάπως απότομο.
Μέχρι τώρα υπήρχαν προφανώς άνθρωποι που ακολουθούσαν τη δουλειά μου, μια μερίδα ανθρώπων που επικοινωνούσε με αυτό που κάνω. Εδώ έχει ανοίξει σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό. Και αυτό είναι πάντα ένα στοίχημα για μένα: πώς επικοινωνεί αυτή η δουλειά με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τα χαρακτηριστικά μου, τι μελετάω, τι κυνηγάω. Από τις αντιδράσεις μέχρι τώρα, και από τη μισή περιοδεία που έχει ήδη γίνει και από την Επίδαυρο, είμαι πολύ ευχαριστημένος.
Διαβάστε επίσης: Πάτρα: Οι «Πέρσες» στο Θερινό Δημοτικό Θέατρο – Ναυπλιώτου, Καταλειφός, Ροϊλός και Σβήγκος σε μια τραγωδία-κραυγή
Η πρώτη εικόνα της παράστασης ξεχωρίζει. Το εικαστικό αποτέλεσμα είναι πολύ δυνατό, ακόμη και για όποιον δεν έχει δει την παράσταση.
Ήταν επιλογή μου να μην έχω καθόλου σκηνικό. Αυτό είναι το βασικό που όρισε κάπως τα πράγματα. Ο χώρος δόθηκε σαν ένα μεγάλο δοχείο, για να μπορέσει ο άνθρωπος που κάνει τα φώτα, ο Τάσος, οι συνεργάτες μου σε σχέση με τη μουσική και τα υπόλοιπα στοιχεία, να τον γεμίσουν κάπως διαφορετικά.
Το εικαστικό αποτέλεσμα οφείλεται πολύ σε αυτόν τον άδειο, εν πρώτης, χώρο που είχα ως επιλογή.
Η αναμονή της καταστροφής και η τραγωδία των νικημένων
Οι «Πέρσες» δεν δείχνουν μάχες. Δείχνουν την αναμονή, το σοκ της απώλειας και το σώμα που δεν αντέχει να ακούσει την αλήθεια. Ήταν αυτό για σένα το πιο σκληρό κομμάτι του έργου;
Αυτό ήταν σίγουρα ένας μεγάλος οδηγός. Στο ίδιο το έργο υπάρχει σε πολύ μεγάλο ποσοστό η αίσθηση της αναμονής ενός νέου. Η καταστροφή της Σαλαμίνας έχει ήδη γίνει και βρισκόμαστε στην Περσία, όπου κανείς δεν ξέρει ακόμη. Υπάρχει αυτή η πολύ μεγάλη αίσθηση της αναμονής. Έρχεται το νέο, επιβεβαιώνει την ανησυχία και τον φόβο όλων και μετά το υπόλοιπο έργο είναι πώς θα διαχειριστούν αυτό το νέο.
Αυτή είναι και μια μεγάλη δυσκολία της τραγωδίας. Φαινομενικά, εξωτερικά, μοιάζει σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Όλο βρίσκεται μέσα στον ψυχισμό των ηρώων και συγκεκριμένα του Χορού, που βρίσκεται σε όλη τη διάρκεια του έργου στη σκηνή και βιώνει αυτό το ταξίδι από τον τεράστιο φόβο στην ανησυχία, στην επιβεβαίωση των νέων, στην απώλεια, στη διαχείριση της απώλειας και μετά στο ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν.
Περνούν όλο αυτό το συναισθηματικό και νοητικό ταξίδι. Εκεί βρίσκεται η εσωτερική πλοκή και σίγουρα αυτό είναι το δυσκολότερο κομμάτι της παράστασης.
Ο Αισχύλος βρίσκεται στην πλευρά των νικητών, αλλά γράφει την τραγωδία των νικημένων. Τι σημαίνει σήμερα να δίνεις σκηνικό χώρο στον αντίπαλο, στον άλλον, σε εκείνον που έχασε;
Αυτό χρειάζεται τεράστια γενναιοδωρία και τεράστια ενσυναίσθηση για το τι σημαίνει η απώλεια, η οποία είναι πανανθρώπινη και παγκόσμια.
Το σίγουρο είναι ότι το έργο γράφτηκε και για να αναδείξει τη νίκη των Ελλήνων. Γράφεται οκτώ χρόνια μετά το ιστορικό γεγονός και παρουσιάζεται στα Μεγάλα Διονύσια. Στην αρχή, όταν το διάβασα, πίστευα ότι ήταν κυρίως για να καταλάβει την πλευρά των νικημένων. Όταν μπήκα στη διαδικασία να το μελετήσω, κατάλαβα ότι προφανώς υπάρχει και αυτό, που χρειάζεται τεράστια γενναιοδωρία για να μπορείς να το κάνεις.
Αλλά το γράφει και με έναν τρόπο για να αναδείξει το μέγεθος της νίκης των Ελλήνων στα ελληνικά αυτιά και ταυτόχρονα να τους προειδοποιήσει ότι η αλαζονεία και η ύβρις που επέδειξε ο Ξέρξης μπορεί να φέρει την καταστροφή ενός ολόκληρου λαού.
Το έκανε και για να καταδείξει μια συμπεριφορά που άρχισε να υπάρχει στους Αθηναίους αρχηγούς από εκείνα τα χρόνια. Ζούσαν λίγο, όπως μου αρέσει να λέω, ένα ολυμπιακό κλίμα του 2004, όπως ζούσαμε εμείς στην Αθήνα, που νομίζαμε ότι ήμασταν ανίκητοι και είχαμε τα πάντα. Είχαν την ίδια αίσθηση και έμπαιναν σε μια εποχή μεγάλης έπαρσης, με την Αθηναϊκή Συμμαχία στη Δήλο. Τα γεγονότα μετά επιβεβαίωσαν τον Αισχύλο, γιατί αυτή η έπαρση και η αλαζονεία κατέληξαν τελικά να φέρουν και την καταστροφή της Αθηναϊκής Αυτοκρατορίας.
Οπότε, για μένα, το γράφει και για τους νικημένους και για τους νικητές. Και για να καταλάβει την πλευρά των νικημένων, το τι σημαίνει η απώλεια, που είναι για όλους μας το ίδιο, αλλά και για να προειδοποιήσει τους Αθηναίους να μην κάνουν τα ίδια, ώστε να μην επέλθει η αντίστοιχη καταστροφή σε αυτούς.
«Ζούμε σε μια εποχή τεράτων»
Έχεις προσεγγίσει τους «Πέρσες» ως μια αντιπολεμική κραυγή. Πώς μπορεί να σκηνοθετηθεί μια αντιπολεμική κραυγή χωρίς να γίνει σύνθημα;
Δεν ξέρω πώς γίνεται να σκηνοθετηθεί χωρίς να γίνει σύνθημα, γιατί αυτό έχει να κάνει με την πρόσληψη του καθενός. Ο καθένας μπορεί να θεωρεί κάτι σύνθημα ή να θεωρεί ότι δεν έφτασες σε αυτόν τον βαθμό.
Ξέρω σίγουρα τι επέλεξα εγώ να κάνω. Αυτό που με απασχολεί πάρα πολύ είναι η εποχή στην οποία έχει μπει ο κόσμος, μια εποχή τεράτων και μια εποχή απροκάλυπτης λαχτάρας πάλι του πολέμου και ανάγκης για καταστροφή. Ουσιαστικά μια μανιακή αυτοκαταστροφή μάς έχει πιάσει.
Οι ηγέτες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη θέση να παίρνουν αποφάσεις για την ανθρωπότητα δεν έχουν πλέον κανένα πρόσχημα και οδηγούν τον κόσμο στην καταστροφή. Αισθανόμενος αυτή την κατάσταση, δεν μπορούσα παρά να ασχοληθώ και να μιλήσω γι’ αυτό.
Από εκεί και πέρα, το κατά πόσο αυτό μπορεί να συνθέσει ένα σύνθημα ή όχι δεν το γνωρίζω. Έχει να κάνει πολύ με τον θεατή, με το πόσο έτοιμος είναι κάποιος και με το τι θεωρεί ακριβώς σύνθημα.
Είναι πολύ δύσκολο να μην εμφυσήσεις στη δουλειά σου την ιδεολογία σου, τα πράγματα που πιστεύεις, τα πράγματα που σου είναι συναισθηματικά οικεία και κοντά. Άλλωστε, αυτό κάνει ένας καλλιτέχνης. Από εκεί και πέρα, η αξιολόγηση βρίσκεται στα χέρια του κοινού και του θεατή.
Μίλησες για το σήμερα, για τις αποφάσεις που παίρνουν οι ισχυροί, ενώ το τίμημα το πληρώνουν πάντα οι πολλοί, πάντα ο λαός. Είναι αυτό η πιο σύγχρονη ανάγνωση των «Περσών»;
Δεν ξέρω αν είναι σύγχρονη. Ξέρω σίγουρα ότι αυτό ήθελα να κάνω. Αυτή ήταν και η απόφαση που πήρα κατεβάζοντας ηλικιακά τον Χορό. Κανονικά, στο έργο, είναι Χορός γερόντων, που πέρα από την ηλικία βρίσκονται και ταξικά πολύ κοντά στην Άτοσσα και στη βασιλική εξουσία. Είναι άνθρωποι που έχουν χρήματα, έχουν θέση ισχύος, ανήκουν σε ανώτερη τάξη.
Στην ουσία, στο ίδιο το έργο μιλούν για τον λαό, αλλά ο λαός δεν φαίνεται στη σκηνή. Αυτή είναι η αλλαγή που έχω κάνει εγώ σε σχέση με τον Χορό. Ήθελα να φέρω στη σκηνή έναν Χορό απλών ανθρώπων, όλων των ηλικιών και όλων των φύλων, γιατί ήθελα ακριβώς να δείξω τι επίδραση έχουν οι αποφάσεις των ισχυρών στον απλό λαό.
Ήθελα να δείξω πόσο η εξουσία, όσο καταστροφικές κι αν είναι οι αποφάσεις της και όσο δραματικές κι αν είναι οι συνέπειες αυτών των αποφάσεων, παραμένει πάντα αλώβητη και ποτέ δεν δέχεται η ίδια τις επιδράσεις των δικών της αποφάσεων. Πάντα τις δέχονται οι πολλοί, πάντα τις δέχεται ο απλός λαός. Αυτός ήταν και ο λόγος της μεταφοράς του Χορού.
Η απώλεια, οι εικόνες πολέμου και η δύναμη του λόγου
Ζούμε σε μια εποχή που καθημερινά βλέπουμε εικόνες καταστροφής και πολέμου από όλες τις οθόνες, από κινητά, υπολογιστές, τηλεόραση. Πιστεύεις ότι έχουμε ακόμη την ικανότητα να πενθούμε συλλογικά ή έχουμε εκπαιδευτεί να προσπερνάμε την απώλεια;
Μας έχουν εκπαιδεύσει να την προσπερνάμε. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε αποκτήσει ένα πολύ σκληρό πετσί και μια παράλογη, μη ανθρώπινη αδιαφορία προς τον συνάνθρωπο, ακριβώς γιατί οι ειδήσεις έρχονται σχεδόν καθημερινά στο newsfeed, στην τηλεόραση, παντού.
Αυτό είναι και ένας μηχανισμός αντίστασης, ανθρώπινος. Πόσο να αντέξεις; Δεν μπορείς να αντέχεις καθημερινά αυτή την καταβύθιση στην ανθρώπινη καταστροφή. Αποκτάμε σιγά σιγά μια αδιαφορία και μια ανικανότητα πένθους.
Δεν είμαι σίγουρος ότι έχει χαθεί. Αυτό με απασχόλησε σε όλη τη διάρκεια των προβών της παράστασης. Εδώ, αντί για τη δύναμη της εικόνας, που υπάρχει πολύ συχνά μέσα στο 24ωρο σήμερα, υπάρχει η δύναμη του λόγου. Τον λόγο προσπάθησα να τον αντιμετωπίσω με πολύ μεγάλη κυριολεξία. Να καταλάβουμε 100% αυτό που υπονοείται, σαν ένα μικρό τρυπάνι που μπαίνει μέσα στο μυαλό και ανοίγει μια τρύπα, για να καταλάβουμε και να προσλάβουμε πράγματα που ίσως, με τις πολλές εικόνες, το μυαλό μας έχει σταματήσει να αποκωδικοποιεί.
Οι εικόνες περνούν μπροστά μας χωρίς να καταλαβαίνουμε ακριβώς τι γίνεται.
Επικεντρωνόμαστε στην εικόνα και χάνουμε το νόημα;
Δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τι αντιπροσωπεύει πια η εικόνα. Επειδή έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε μόνο εικόνες, στην ουσία δεν έχουμε πλέον τη δυνατότητα αποκωδικοποίησής τους. Περνούν απλώς από μπροστά μας χωρίς πραγματικά να καταλαβαίνουμε τι βλέπουμε.
Με τη δύναμη του λόγου προσπάθησα να μετακινήσω τον κόσμο. Με την κυριολεξία, την απόλυτη δύναμη του λόγου, με αυτό το υπέροχο κείμενο του Αισχύλου, που φέρει την καταστροφή, τον θρήνο και την απώλεια με πολύ μεγάλο ποιητικό τρόπο, όπως και η μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά.
Δεν ξέρω αν το καταφέρνω. Μπορεί να είναι ατελέσφορη αυτή η επιδίωξη. Και εγώ δεν ξέρω κατά πόσο είμαστε πια σε θέση να μετακινηθούμε. Ελπίζω πως είμαστε. Αλλά δεν είμαι σίγουρος.
Ο Ξέρξης, η εξουσία και το φως στο τέλος
Ερχόμαστε στον Ξέρξη. Επιστρέφει ηττημένος, απογυμνωμένος, χωρίς το μεγαλείο και τη βεβαιότητα της ισχύος που είχε μέχρι χθες. Σε έναν κόσμο που λατρεύει την επιτυχία, την εικόνα και τη δύναμη, πόσο δύσκολο είναι να σταθεί ένας άνθρωπος γυμνός από αυτά;
Η απάντησή μου έχει να κάνει πάλι με το ταξικό. Εξαρτάται σε ποια τάξη ανήκει. Ο Ξέρξης γυρίζει, όπως ακριβώς λες, αλλά γνωρίζει ότι η βασιλεία του θα συνεχίσει. Θα συνεχίσει να βρίσκεται αλώβητος στη θέση της εξουσίας που είχε και πριν. Προφανώς με ένα τεράστιο μελανό σημάδι, το οποίο όμως, αν ανήκει σε αυτή την τάξη, πολύ εύκολα ξεχνιέται.
Οι πραγματικές ήττες των ανθρώπων που βρίσκονται σε άλλες τάξεις και σε άλλη κοινωνική διαστρωμάτωση είναι αυτές που τους συνοδεύουν εφ’ όρου ζωής, γιατί συνοδεύονται από απώλειες όχι μόνο συναισθηματικής φύσεως, αλλά και από απώλειες χρημάτων, δύναμης, οικογένειας.
Οι χαμένοι της ιστορίας είναι πάντα οι μικρότεροι. Αυτοί που θα κληθούν να θρηνήσουν έναν άνθρωπο που έχασαν σε έναν πόλεμο και αυτοί για τους οποίους αυτή η απώλεια θα αποτελέσει μια τεράστια αλλαγή στη ζωή τους, που δεν θα μπορέσουν ποτέ να την προσπεράσουν και να τη χωνέψουν.
Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία αντιμετωπίζουν τις απώλειες και τις ήττες ως μικρά πταίσματα καθημερινά.
Αν οι «Πέρσες» είναι μια παράσταση για την απώλεια, υπάρχει μέσα της δυνατότητα παρηγοριάς ή η μόνη παρηγοριά είναι να μη σταματήσουμε να θυμόμαστε;
Το ίδιο το έργο φέρνει τον Χορό, στην επιστροφή του Ξέρξη, να τον κατακρίνει για τις επιλογές του και να τον εγκαλεί για όλες αυτές τις αποφάσεις. Αυτό, για τον Χορό στο έργο του Αισχύλου, τον Χορό των γερόντων, και στη δική μου παράσταση για τον Χορό των νέων ανθρώπων όλων των ηλικιών, τον φέρνει στο χείλος μιας συνειδητοποίησης που μπορεί να του αλλάξει τη ζωή. Αυτό φέρνει ένα φως.
Στο ίδιο το έργο, βέβαια, ο Ξέρξης μέσα από τον θρήνο καταφέρνει να προσπεράσει αυτή την κριτική του Χορού. Ενώνονται μαζί στον θρήνο και πηγαίνουν όλοι μαζί ήσυχα προς το παλάτι, οπότε τα πράγματα συνεχίζουν όπως ήταν και πριν από την έναρξη του έργου.
Στη δική μου παράσταση πήρα την απόφαση ο Χορός να μην ανταποκριθεί στις εντολές του Ξέρξη. Να αποφασίσει ότι ο θρήνος είναι μόνο δικός του και όχι του Ξέρξη. Ο Ξέρξης φεύγει στην αγκαλιά της μητέρας του και πηγαίνει προς το παλάτι για να συνεχίσει τη ζωή του. Ο Χορός αποφασίζει να θρηνήσει μόνος του, γιατί αυτός ο θρήνος είναι μόνο δικός του.
Μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση υπάρχει σίγουρα ένα φως για μια αλλαγή. Δεν ξέρω κατά πόσο την επόμενη μέρα θα συνεχίσει αυτή η συνειδητοποίηση, γιατί έχουμε αποδειχθεί οι άνθρωποι λίγο χρυσόψαρα σε αυτά. Πράγματα που μας ξυπνούν μία μέρα, την επόμενη μέρα, επειδή αγαπάμε πάρα πολύ τις συνήθειες, τα ξεχνάμε και επιστρέφουμε στα ίδια. Αλλά σίγουρα υπάρχει ένα φως στο τέλος. Το φως μιας έστω στιγμιαίας συνειδητοποίησης, που μπορεί να γίνει και μακροπρόθεσμη αλλαγή.
Η παράσταση
Στους βασικούς ρόλους εμφανίζονται: Άτοσσα: Μαρία Ναυπλιώτου, Δαρείος: Δημήτρης Καταλειφός, Ξέρξης: Αναστάσης Ροϊλός, Αγγελιοφόρος: Σταύρος Σβήγκος.
Στον Χορό, αλφαβητικά, συμμετέχουν οι: Πάρης Αλεξανδρόπουλος, Αγγελική Δεληθανάση, Γιώργος Δερμεντζίδης Κρητικός, Γιώργος Εξακοΐδης, Ξένια Θεμελή, Γιώργος Κισσανδράκης, Γιώργος Κωνσταντινίδης, Ντένης Μακρής, Δημήτρης Μανδρινός, Νίκος Μανωλάς, Αγγελική Πατερμαλή, Τατιάνα-Άννα Πίττα, Πέννυ Σακελλαριάδη, Σαββίνα Σωτηροπούλου, Βασίλης Τρυφουλτσάνης, Βασίλης Τσαλίκης και Σαμψών Φύτρος.
Συντελεστές: Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς, Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης, Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης, Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας, Μουσική: Jeph Vanger, Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή, Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης, Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος, Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου.
Η πώληση εισιτηρίων γίνεται μέσω more.com. Η γενική είσοδος είναι 25 ευρώ, ενώ για ΑμεΑ, ανέργους, φοιτητές και μαθητές η τιμή είναι 20 ευρώ.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News