Δημήτρης Κίκλης: «Ο Αττίκ κουβαλά έναν ρομαντισμό και μια ευαισθησία που σήμερα μας λείπουν»
Ο Δημήτρης Κίκλης μιλά για τον Αττίκ πίσω από τον μύθο, για τα τραγούδια που κουβαλούν περισσότερη αλήθεια απ’ όση φαίνεται με την πρώτη ματιά και για έναν κόσμο που μοιάζει μακρινός, αλλά εξακολουθεί να συγκινεί.

Η μουσικοθεατρική παράσταση «Αττίκ, Μια Ζωή Χειροκροτήματα» επιστρέφει και φέρνει ξανά στη σκηνή τον κόσμο ενός από τους πιο γοητευτικούς δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού. Με αφορμή τις παραστάσεις στο Επίκεντρο+ της Πάτρας, ο Δημήτρης Κίκλης, που ενσαρκώνει τον Αττίκ, μιλά για τη συνάντησή του με μια μορφή γεμάτη μουσική, έρωτα, νοσταλγία και εσωτερικές αντιθέσεις, αλλά και για το πώς ένας καλλιτέχνης μιας άλλης εποχής συνεχίζει να αγγίζει το σήμερα.
Ο ηθοποιός και ερμηνευτής μιλά στο pelop.gr για τον Αττίκ πέρα από τον μύθο, για τα τραγούδια που κρύβουν βάθος και όχι απλώς νοσταλγία, αλλά και για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη σκηνική γοητεία και την ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Ο Αττίκ είναι μια μορφή που έρχεται ήδη φορτωμένη με εικόνα, μύθο και μια συγκεκριμένη προσδοκία. Όταν μπήκατε σε αυτόν τον ρόλο, ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που έπρεπε να απομακρύνετε για να πλησιάσετε τον πραγματικό άνθρωπο;
Νομίζω πως το πρώτο που έπρεπε να απομακρύνω ήταν οι πολύ γρήγοροι ρυθμοί της σύγχρονης ζωής. Αυτό ήταν το πρώτο που σκέφτηκα. Αν θέλω να προσεγγίσω έναν άνθρωπο που ζούσε και δημιουργούσε σε εκείνη την εποχή, πρέπει να βγω από τον τρόπο με τον οποίο κινούμαστε σήμερα, όχι μόνο στην καθημερινότητα αλλά και στην τέχνη.
Τότε δεν υπήρχαν social media, δεν υπήρχαν τεχνολογικά μέσα, δεν υπήρχε αυτός ο διαρκής θόρυβος. Άρα έπρεπε να μείνω εγώ και το πιάνο μου. Να πω στον εαυτό μου ότι τώρα υπάρχει μόνο αυτό. Ένα φυσικό πιάνο και μελωδίες που δεν ζητούν τον σημερινό, γρήγορο και εύπεπτο τρόπο έκφρασης. Για να βρεις έναν άνθρωπο σαν τον Αττίκ, χρειάζεται να μπεις σε έναν άλλο ρυθμό ζωής.
Αυτή η διαδικασία, εσείς και το πιάνο σας, τι δυσκολίες και τι ευκολίες είχε;
Για μένα αυτό ήταν καθαρά ευκολία. Κινούμαι ούτως ή άλλως πολύ κοντά σε αυτόν τον τρόπο δημιουργίας, μουσικά και καλλιτεχνικά. Οπότε εκεί δεν συνάντησα ιδιαίτερη δυσκολία. Αντιθέτως, ήταν ένα πεδίο πολύ οικείο.
Ο τίτλος «Μια Ζωή Χειροκροτήματα» ακούγεται λαμπερός, αλλά μπορεί να κρύβει και μια πίκρα. Το χειροκρότημα φωτίζει έναν καλλιτέχνη ή κάποιες φορές κρύβει κι εκείνα που δεν φαίνονται όταν πέφτει η αυλαία;
Φυσικά και τα κρύβει. Το βλέπουμε και στην ίδια τη ζωή του Αττίκ. Εγώ πιστεύω πως έφυγε από τη ζωή μέσα σε μια βαθιά κατάθλιψη. Είχε προηγηθεί ο θάνατος της μητέρας του, η απουσία από τη «Μάντρα», μια συνολική απομάκρυνση από όσα τον όριζαν. Ένας άνθρωπος που είχε τραφεί τόσα χρόνια από το χειροκρότημα, βρέθηκε ξαφνικά χωρίς αυτό.
Το χειροκρότημα σε τρέφει, αλλά όταν σταματήσει να σε τρέφει, πρέπει να βρεις τρόπο να το διαχειριστείς. Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Από την άλλη, ο τίτλος της παράστασης δεν είναι τυχαίος. Συνδέεται και με την ταινία «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα, τη μία και μοναδική κινηματογραφική εμφάνιση του Αττίκ, που προβλήθηκε λίγους μόλις μήνες πριν από τον θάνατό του. Ήταν σαν μια τελευταία ελπίδα επιστροφής στο προσκήνιο μέσα από τον κινηματογράφο.
Τα τραγούδια του Αττίκ μοιάζουν συχνά ανάλαφρα, αλλά μέσα τους υπάρχει μια λεπτή πίκρα. Λειτούργησε αυτό σαν κλειδί στην ερμηνεία σας;
Εμένα, για να είμαι ειλικρινής, μόνο ανάλαφρα δεν μου φαίνονται τα τραγούδια του Αττίκ. Είναι κομμάτια με τεράστιες δυσκολίες. Απαιτούν απίστευτη ερμηνευτική δυνατότητα και πολύ βαθύ ψάξιμο.
Μπορεί να ανήκουν σε αυτό που ονομάζουμε «ελαφρό τραγούδι», αλλά έχουν πίσω τους έναν τεράστιο μουσικό, έναν άνθρωπο με σπουδές στο Παρίσι, με μελωδίες βαθιά πατημένες πάνω στην κλασική μουσική. Άρα εγώ το προσέγγισα ακριβώς αντίστροφα: έψαξα σε πολύ μεγάλο βάθος για να αποδώσω αυτή τη βαρύτητα, με την καλή έννοια, που έχουν τα τραγούδια του και που τους αξίζει.
Τι ανακαλύψατε εσείς σε αυτή τη διαδρομή που ίσως δεν γνωρίζατε μέχρι τότε;
Τη σύνδεση του σήμερα με το χθες. Γιατί δεν μπορούσα και ούτε θα ήταν σωστό να τα τραγουδήσω όπως τα έλεγαν τότε. Δεν είναι αυτός ο τρόπος μου και δεν θα εξυπηρετούσε ούτε την παράσταση. Έπρεπε να βρω τη γέφυρα. Να καταλάβω πώς αυτά τα τραγούδια και αυτός ο άνθρωπος μπορούν να ακουστούν αληθινά σήμερα. Αυτό ήταν το μεγάλο ζητούμενο και νομίζω ότι αυτό ανακάλυψα μέσα από την ερμηνευτική διαδικασία.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι στον ρόλο; Η γοητεία ενός γνωστού δημιουργού ή η ευαλωτότητα που κρύβεται πίσω από τη δημόσια εικόνα του;
Το πιο δύσκολο ήταν ότι το έργο περνά από όλες τις φάσεις της ζωής του. Ο ίδιος ο Αττίκ αφηγείται τη ζωή του, άρα πρέπει να περάσεις από όλες τις ηλικίες και όλες τις ψυχικές του καταστάσεις, από το παιδί μέχρι τον άνθρωπο λίγο πριν φύγει από τη ζωή.
Η πρόκληση για μένα ήταν να μπορέσω να ακουμπήσω όλες αυτές τις πτυχές χωρίς να γίνω ψεύτικος. Να μπορώ, μέσα σε πολύ γρήγορες εναλλαγές, να περνώ από τη χαρά στη λύπη, από τον έρωτα στον χωρισμό, από το τραγούδι στη μνήμη. Αυτό ήταν πολύ απαιτητικό αλλά και πολύ όμορφο για έναν ηθοποιό.
Πιστεύετε ότι αυτό που συγκινεί σήμερα το κοινό είναι ο ίδιος ο Αττίκ ή όλα εκείνα που λείπουν πλέον από την εποχή μας;
Νομίζω πως είναι όλα μαζί. Είναι η ίδια η ζωή του Αττίκ, γιατί μιλάμε για έναν τρομερά ευαίσθητο και ρομαντικό καλλιτέχνη. Είναι ο ρομαντισμός των τραγουδιών του, που λείπει πάρα πολύ σήμερα. Είναι η κομψότητα της ζωής του και της τέχνης του, που επίσης λείπει από τη σύγχρονη εποχή.
Ο κόσμος βλέπει σε αυτή την παράσταση μια εποχή που, έστω και για λίγο, θα ήθελε ίσως να τη ζει και σήμερα. Απλώς οι ρυθμοί της ζωής μας και ο τρόπος που έχουμε μάθει να υπάρχουμε πια δεν το επιτρέπουν εύκολα.
Αν έπρεπε να διαλέξετε μία αντίφαση που κάνει τον Αττίκ τόσο γοητευτικό και τόσο ανθεκτικό στον χρόνο, ποια θα ήταν;
Ίσως ακριβώς αυτό: ότι κουβαλά μια ευαλωτότητα και έναν ρομαντισμό που σήμερα λείπουν, κι όμως επιμένουν να μας αγγίζουν. Όσο κι αν δεν το παραδεχόμαστε, όλοι θα θέλαμε σε κάποιες στιγμές της ζωής μας να έχουμε αυτή την ευαισθησία, αυτή τη λεπτότητα, αυτή τη ρομαντική ματιά.
Ο Αττίκ έχει συνδεθεί με μια πιο κομψή, κοσμοπολίτικη Αθήνα. Πώς αποφεύγει μια παράσταση σαν κι αυτή να γίνει απλώς μια όμορφη καρτ ποστάλ μιας άλλης εποχής;
Εκεί νομίζω παίζει τεράστιο ρόλο η ματιά του σκηνοθέτη μας, του Αλέξανδρου Λιακόπουλου. Έχει χτίσει την παράσταση με έναν τρόπο πολύ γρήγορο, αλλά ταυτόχρονα πολύ αληθινό. Και αυτό είναι που την κρατά μακριά από το να γίνει κάτι μουσειακό.
Βλέπουμε όλες τις πτυχές της ζωής του Αττίκ με έναν τρόπο που ο σύγχρονος θεατής μπορεί να καταλάβει και να νιώσει. Δεν βλέπει απλώς μια φιγούρα μιας άλλης εποχής. Βλέπει έναν άνθρωπο.
Υπάρχει κάποια στιγμή στην παράσταση που αισθάνεστε πως ο Αττίκ παύει να είναι ένα ιστορικό πρόσωπο και γίνεται σχεδόν σύγχρονός μας;
Για μένα όλες οι στιγμές έχουν αυτό το στοιχείο. Έτσι περπάτησα τον ρόλο. Τον έβαλα απέναντί μου και συνομίλησα μαζί του. Ως ηθοποιός, ως καλλιτέχνης, ως τραγουδιστής, για να βρω στοιχεία του ρόλου, έκανα μια πολύ ουσιαστική συνομιλία μαζί του μέσα από την έρευνα.
Βρήκα κοινά στοιχεία, βρήκα διαφορές, τον είδα μπροστά μου. Αν μπορώ να το πω έτσι, ήπια μαζί του καφέ.
Και σε αυτόν τον “καφέ”, τι θα θέλατε να του πείτε;
Θα ήθελα πραγματικά να τον είχα μπροστά μου και να συζητούσαμε πώς θα μπορούσε να ζει στη σημερινή εποχή. Με την ελευθερία που τον διέκρινε, με τον τρόπο που δημιουργούσε, με τη μουσική του, με τη στάση του απέναντι στη ζωή, θα μπορούσε να επιβιώσει σήμερα;
Εκεί βρήκα και κάτι πολύ προσωπικό, γιατί κι εγώ ως άνθρωπος και καλλιτέχνης έχω έντονη αίσθηση ελευθερίας. Αυτό έγινε το κλειδί για να τον ερμηνεύσω. Μαζί με τον ρομαντισμό. Σαν να ήθελα να του περιγράψω πώς είναι η ζωή σήμερα και να δω πώς θα στεκόταν ο ίδιος μέσα σε αυτή.
Για να κλείσουμε: ποιο τραγούδι του Αττίκ έχετε πραγματικά ζηλέψει και θα θέλατε να το είχατε πει εσείς;
Δύο τραγούδια. Το πρώτο είναι το «Ζητάτε να σας πω», που το αγαπώ πάρα πολύ, όπως και όλος ο κόσμος. Και το δεύτερο, που επίσης αγαπώ ιδιαίτερα και θα ήθελα πολύ να το είχα πει εγώ, είναι το «Τόσοι σου ‘παν σ’αγαπώ».
ΙΝΦΟ
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Λιακόπουλος
Κοστούμια: Νόρα Πόντι
Κινησιολογία: Μαρία Αγγέλου
Φωτισμοί: Αλέξανδρος Λιακόπουλος
Παίζουν οι: Δημήτρης Κίκλης, Βασιλική Σούτη, Ιωάννα Μαρμάρου, Δανάη Καλοπήτα, Νικόλας Ζήσου, Αννίτα Μαυρομιχάλη.
Παραστάσεις: Τετάρτη 1 Απριλίου (19:00 και 21:15)
Τιμές εισιτηρίων : 18 ευρώ, 15 ευρώ ( φοιτητικό, ΑμεΑ)
Διάρκεια παράστασης: 100 λεπτά
Προπώληση: ticketservices.gr
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News