Νικόλας Ανδρουλάκης: «Ο Ηλίθιος θέλει άσκηση, έστω λίγο κάθε μέρα»
Ο Νικόλας Ανδρουλάκης επιστρέφει στην Πάτρα με τον «Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι», μια παράσταση που δεν τελειώνει στη σκηνή. Σε μια κουβέντα που κινείται ελεύθερα, συνειρμικά και αποκαλυπτικά, μιλά για τον Μίσκιν, τα 40 ευρώ βενζίνη, τον τζόγο, την πίστη, την καλοσύνη, τα όρια, την Αθήνα, την Πάτρα και την καθημερινή άσκηση του να μη φοβάσαι τον άνθρωπο.
Η κουβέντα με τον Νικόλα Ανδρουλάκη δεν χωρά εύκολα στη φόρμα μιας κλασικής ερώτησης και απάντησης. Δεν ακολουθεί ευθεία γραμμή. Ξεκινά από το τσιγάρο που κόπηκε, περνά στο αλκοόλ, στον τζόγο, στα χρέη, στην βενζίνη, στον Μίσκιν, στον Θεό, στην καλοσύνη και καταλήγει στην Πάτρα και στην Αθήνα.
Ο ίδιος δεν μιλά για τον «Ηλίθιο» (ο οποίος θα παρουσιαστεί στο θέατρο Λιθογραφείον στις 13, 14 και 15 Μαΐου), σαν να πρόκειται απλώς για έναν ρόλο, αλλά τον αντιμετωπίζει σαν άσκηση. Σαν μια καθημερινή δοκιμή απέναντι στον φόβο, στην ανάγκη, στο μέτρο, στην επιθυμία να βοηθήσεις και στο όριο του πόσο μπορείς να αντέξεις.
«Ο τζόγος αυξάνει πάρα πολύ επικίνδυνα»
Πριν φτάσουμε στον Ντοστογιέφσκι, η συζήτηση περνά από τις εξαρτήσεις. Και ο Νικόλας Ανδρουλάκης τις βάζει σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. «Νομίζω ότι πίσω από όλα τα σχήματα στα οποία προσπαθούμε να βρούμε φοβερούς δαίμονες, πίσω από την κοινωνική βία, τις νευρώσεις, αυτόν τον αέναο θυμό, υπάρχουν πολλές τεράστιες εξαρτήσεις. Το αλκοόλ, ο τζόγος και τρίτα τα ναρκωτικά είναι τρεις μεγάλες μάστιγες. Και εξίσου μεγάλη εξάρτηση είναι και τα τεράστια χρέη και δάνεια».
Για τον τζόγο μιλά με ιδιαίτερη ανησυχία. Όχι μόνο ως εθισμό, αλλά ως μια νοοτροπία που απλώνεται σε όλο και περισσότερα πεδία. «Ο τζόγος αυξάνει πάρα πολύ επικίνδυνα. Και βλέπεις και απόψεις τύπου να κεφαλαιοποιηθεί, να κρατικοποιηθεί. Δηλαδή, αντί να δούμε πώς μπορεί η κοινωνία να απεξαρτηθεί από όλη αυτή την κατάσταση, προσπαθούμε να το κάνουμε καλύτερη business. Το οποίο είναι τρέλα».
Διαβάστε επίσης: Πάτρα: Ο «Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι δια χειρός Νικόλα Ανδρουλάκη επιστρέφει στο Λιθογραφείον
Και μετά έρχεται εκείνο που τον ανησυχεί περισσότερο: η μετατροπή του μέλλοντος σε στοίχημα. «Στην Αμερική έχουμε πάει στο επόμενο στάδιο. Έρχεται και εδώ. Αυτό το “όλοι τζογάρουν μελλοντολογικά στο τι θα γίνει”. Από εκλογικά αποτελέσματα μέχρι πολεμικές καταστάσεις. Φτάνουν να τζογάρουν οι ίδιοι οι πολεμιστές. Όπως ήταν παλιά με τους αγώνες στο ποδόσφαιρο. Βλέπεις ότι αυτή η μανία, το αν είμαστε Πινόκιο ή Τζεπέτο, μας κάνει να κατασκευάζουμε πολλές τέτοιες καταστάσεις».
Τα βενζίνη και το μέτρο
Η πρώτη ερώτηση μου γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας για να κλείσουμε τελικά το ραντεβού. Τον πέτυχα την ώρα που έβαζε βενζίνη στο αυτοκίνητο για να έρθει στην Πάτρα. “Το φουλάρεις και φεύγεις;” τον ρώτησα για να πάρω την απάντηση πως ποτέ δεν το φουλάρει γιατί δεν του αρέσει το «φουλάρισμα». Του φαίνεται υπερβολή. Σχεδόν σύμπτωμα.
«Η υπερχείλιση, αυτό το full, μου φαίνεται λίγο κιτς. Μου αρέσει να υπάρχει μια αίσθηση μέτρου στα πράγματα».
Το λέει και το πάει αμέσως αλλού. Από το ρεζερβουάρ στη ζωή. Από τη βενζίνη στην αγωνία της εποχής. «Από τη στιγμή που δεν είμαστε σε πολεμική κατάσταση αγωνίας, να φτάσουμε στις αναθυμιάσεις, μου αρέσει το να βάλω καύσιμο έχοντας πίστη ότι θα ξαναβρώ να ξαναβάλω. Μου αρέσει να μην είμαι τίγκα. Και προσπαθώ να μην είμαι με την τελευταία σταγόνα, σε μια οριακή κατάσταση αγωνίας».
Για τον ίδιο, αυτή η ακραία σχέση με τα πράγματα δεν είναι αθώα. «Έχουμε γεμίσει στην εποχή μας, και σε παλαιότερες, από ένα συλλογικό passive-aggressive. Το οποίο είναι να ζούμε σε ακραίες καταστάσεις και συνήθως να τις μετακινούμε στους άλλους. Αργούμε σε ραντεβού επειδή έχουμε iPhone να στείλουμε μήνυμα “παρκάρω, φτάνω, έρχομαι”, αντί να προσπαθήσουμε να φτάσουμε στην ώρα μας. Να μην αργήσουμε, αλλά ούτε να πάμε και πολύ νωρίς και να φέρουμε στον άλλον το ότι άργησε ενώ δεν άργησε».
Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να υπάρχει αλήθεια ακόμη και στο «δεν μπορώ». «Αν δεν μπορέσουμε, να πούμε “ρε εσύ, δεν μπόρεσα” και να το εννοούμε. Γιατί στα πολλά “δεν μπορώ”, “δεν γίνεται”, “πρέπει”, είσαι ψεύτης. Αυτό είναι το δικό μου στοίχημα. Όταν δεν μπορώ πραγματικά, να έχω υπερβεί την προσπάθεια».

«Από τον Μίσκιν κράτησα όσα κόλλησαν πάνω μου»
Όταν η συζήτηση φτάνει στον Μίσκιν, ο Νικόλας Ανδρουλάκης δεν απαντά θεωρητικά. Δεν απομονώνει τον ήρωα από τη δική του ζωή. Μιλά για όσα του ταίριαξαν. «Από τον Μίσκιν κράτησα όσα κόλλησαν πάνω μου. Άρα όσα μου ταίριαζαν». Και εκεί ανοίγει ένα προσωπικό κομμάτι. Μιλά για τον φόβο, για την αγχώδη διαταραχή, για αυτό που ο ίδιος ονομάζει «ηλίθια αίσθηση θανάτου».
«Εδώ και αρκετά χρόνια, το δικό μου μεγάλωμα των 30 ήρθε με μια επίπονη άσκηση όλου του φάσματος των διαταραχών του φόβου, με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, που μου δημιουργεί αυτή την ηλίθια αίσθηση θανάτου». Την εμπειρία αυτή τη συνδέει με τον Μίσκιν, με την επιληψία, με την ευαισθησία απέναντι στον κίνδυνο, αλλά και με την προσπάθεια να σταθεί αλλιώς απέναντι στον άνθρωπο.
«Είμαι σε μια ευαισθησία αυτά τα χρόνια που τον σπουδάζω. Άρα μπορώ εύκολα να ξεφοβηθώ ξεκινώντας από τον άνθρωπο. Το λέω συχνά και το εννοώ: δεν φοβάμαι κανέναν άνθρωπο και αγαπάω όλο τον κόσμο». Ακόμη και όταν φέρνει μια ακραία εικόνα, δεν οδηγείται στον φόβο του άλλου ανθρώπου. «Θα σου πω κατευθείαν ότι προτιμώ ένας να με σημαδέψει με πιστόλι και να μου ζητήσει τα λεφτά μου και τη ζωή μου και να δω πώς θα το διαχειριστώ, παρά μια ακατάληπτη πυρκαγιά ή έναν φονικό σεισμό ή κάτι που μοιάζει έξω από τον άνθρωπο». Και αμέσως διορθώνει, γιατί τίποτα δεν είναι τόσο απλό: «Βέβαια, πολλές φορές κι αυτά έχουν τον άνθρωπο μέσα: ένα κατασκευασμένο κτίριο, ένας εμπρησμός. Αλλά τον προσωπικό άνθρωπο προσπαθώ να μην τον φοβάμαι».
Αυτό δεν μένει σε επίπεδο ιδέας. Θέλει να γίνεται πράξη. «Θα ζητήσω βοήθεια κι από ένα φαρμακείο κι από έναν τυχαίο περαστικό. Και θα δώσω, θα μοιράσω βοήθεια όσο μπορώ. Προσπαθώ αυτό να το εξελίσσω όσο περνούν τα χρόνια».
«Γιατί δεν βοηθάμε; Γιατί περιμένουμε τον σωτήρα»
Από τον Μίσκιν και τον φόβο, η κουβέντα περνά στους ανθρώπους στον δρόμο. Στους άστεγους. Στην πολύ πρακτική, σχεδόν απλή δυνατότητα να βοηθήσει κανείς χωρίς να περιμένει πάντα κάποιον άλλον.
«Ειδικά σε μικρότερες πόλεις από την Αθήνα, μαζευτείτε 50 άνθρωποι και όταν βλέπετε έναν άστεγο, ειδικά ηλικιωμένο, βάλτε από 10 ευρώ τον μήνα και νοικιάστε του μια γκαρσονιέρα. Σώστε τον. Δεν είναι παιδάκι, δεν χρειάζεται να μεσολαβήσει καν ίδρυμα και κράτος. Είναι τόσο απλό να βοηθήσουμε. Απλώς χρειάζεται η πρωτοβουλία».
Όταν το ερώτημα έρχεται αυθόρμητα — γιατί δεν το κάνουμε αφού είναι τόσο εύκολο; — η απάντησή του είναι κοφτή. «Γιατί χαζεύουμε. Γιατί περιμένουμε τον πρόεδρο, περιμένουμε τον σωτήρα. Άλλος δεν το κάνει κανείς αυτό για εμάς. Στο τέλος ψηφίζουμε τον από μηχανής θεό και ανακυκλώνεται αυτό. Έτσι ήταν και στον Ντοστογιέφσκι, έτσι ήταν και στην αρχαιότητα, έτσι είναι και τώρα». Και όμως, ο ίδιος δεν το λέει με απελπισία. «Παρ’ όλα αυτά βλέπεις ότι ο πολιτισμός προσπαθεί, οι άνθρωποι προσπαθούν. Νομίζω ότι bottom up, από κάτω προς τα πάνω, αυτό είναι ο Ηλίθιος».
Και δίνει την πιο χαρακτηριστική εικόνα του: «Ένας βλάκας με λαδί πουκάμισο που σου δίνει την κάρτα του και σου λέει “πάμε μαζί, πάρε με τηλέφωνο”. Και αυτό το θεωρώ τον τρόπο του μέλλοντος. Σε κοινωνία κλίμακας, από τη γειτονιά, από την περιοχή και προς τα έξω». Για εκείνον, αυτό είναι μια άλλη πρόταση κοινωνικής οργάνωσης. Όχι από πάνω προς τα κάτω. Από κοντά προς τα έξω. «Το άλλο μοντέλο κατέληξε στους Simpsons και τώρα ζούμε Simpsons στα αλήθεια με αυτούς τους πλανητάρχες και αυτή την κατάσταση. Άρα επιστρέψαμε στη φεουδαρχία, ξέρεις, με αλγόριθμους. Και νομίζω ότι το επόμενο στάδιο είναι ξανά μια πραγματική αυτοοργάνωση και συνύπαρξη, παγκοσμιοποιημένη, γιατί η τεχνολογία είναι εκεί να μας βοηθήσει».

«Όριο βάζουμε σε εμάς, ποτέ στους άλλους»
Ο Ηλίθιος μπορεί να κληθεί να βοηθήσει, να συμφιλιώσει, να λύσει έναν κόμπο. Αυτό ακούγεται τρυφερό, αλλά μπορεί να γίνει και επικίνδυνο. Πώς βάζει κανείς όρια σε έναν ήρωα που δεν κρατά αποστάσεις; Ο Νικόλας Ανδρουλάκης απαντά χωρίς να απομακρύνεται από την ευθύνη, αλλά χωρίς να τη μετατρέπει σε αυτοθυσία.
«Ως ενήλικας σαν παιδί, επί της αρχής, όριο βάζουμε σε εμάς, ποτέ στους άλλους. Το δικό μας όριο εξερευνούμε. Της δικής μας υπομονής, της δικής μας αντοχής, της δικής μας γενναιότητας». Για εκείνον, το όριο δεν είναι φράχτης απέναντι στον άλλον. Είναι επίγνωση του εαυτού. «Εγώ εδώ με τον κάθε άνθρωπο θα εκφράσω την επιθυμία μου. Γιατί εδώ είναι το θεμελιώδες, και αυτό είναι και στο μανιφέστο του ήρωα που το λέω επί σκηνής: η ανταπόκριση χρειάζεται να συνομιλεί με την εκπλήρωση για να είναι ευτυχής μια εκπλήρωση δική μου».
Δεν πιστεύει σε μια βοήθεια που γίνεται μαρτύριο. «Εκπληρώνω τη δική μου ευτυχία μέσω των δικών μου επιθυμιών και αναγκών, συναντώμενη αυτή με την ανάγκη του άλλου. Αλλιώς νομίζω ότι είναι ανεξοικονόμητο, είναι καπρίτσιο, είναι αυτό που λέγαμε και για τους γονείς, το μαρτύριο του Σισύφου και του Προμηθέα. Αυτό δεν είναι ευτυχές. Εγώ επιζητώ την ευτυχία. Άρα το μέτρο χρειάζεται, γιατί έχουμε θνητή πραγματικότητα».
Και εδώ έρχεται μια από τις πιο χαρακτηριστικές του μεταβάσεις. Από το άπειρο της φαντασίας στην ανάγκη για καναπέ. «Στη φαντασία έχουμε το άπειρο. Πιο γρήγορα από το φως πάει η φαντασία. Κατά φαντασία είμαστε θεοί. Αυτό όμως δεν χρειάζεται να είναι ίχνος αφέλειας, μπορεί να είναι ίχνος σοφίας. Άρα έχω τον Θεό μέσα μου και αποδέχομαι τη θνητή μου φύση. Αυτή η θνητή φύση έχει ανάγκη υδρογόνο, διοξυγόνο, ζεστούλα, αγκαλίτσα, χρόνο, καναπέ, τρέξιμο. Αυτά».
«Δεν νομίζω ότι είναι ανθρώπινα δυνατή ύπαρξη έξω από την πίστη»
Η παραπάνω ατάκα του, ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τον Θεό μέσα του μου φέρνει στα χείλη αυτόματα την επόμενη ερώτηση. “Νικόλα, πιστεύεις;”. Ο ίδιος δεν μένει στη θρησκευτική έννοια. Μιλά για την πίστη ως μια ανθρώπινη συνθήκη. «Μπορείς να το ονοματίσεις όπως θες. Δεν νομίζω ότι είναι ανθρώπινα δυνατή ύπαρξη έξω από την πίστη. Ακόμα και ο βαθιά άθεος, επί της αρχής φιλοσοφικά, πιστεύει στην απουσία του Θεού. Άρα αυτή είναι η πίστη του. Άρα αυτό είναι ο Θεός του».
Για τον ίδιο, η έννοια του Θεού έχει φορτωθεί με αιώνες εκκλησιαστικών αποχρώσεων, με αποτέλεσμα να χάνεται κάτι πιο βαθύ. «Έχουμε διαποτίσει με εκκλησιαστικές αποχρώσεις την έννοια του Θεού ανά τους αιώνες και έχουμε ξεχάσει το θεμελιώδες: ότι είμαστε ένθεες οντότητες. Όχι μόνο επειδή το πιστεύουμε, αλλά επειδή φέρουμε τη θεϊκή αυτή δυνατότητα του απείρου».
Την εντοπίζει στη φαντασία, στον λόγο, στις έννοιες, στις εικόνες. «Τη στιγμή που στη φαντασία μας μπορούμε να υπερβούμε κάθε τι θεμιτό και να συνομιλήσουμε με τα θεμελιώδη συμπαντικά υλικά μέσω του λόγου, των εννοιών, των λέξεων αλλά και των εικόνων, φαίνεται σχεδόν αυταπόδεικτα ότι έχουμε ένα σημείο που αγγίζει κάτι θείο. Άρα δεν γίνεται να μην αποδεχτούμε αυτή μας τη θεία φύση». Και καταλήγει σε έναν ορισμό της πίστης που, όπως λέει, είναι η δική του φιλοσοφική θέση: «Η πίστη είναι η ολοκλήρωση της γνώσης και όχι μια αποποίηση της γνώσης. Γι’ αυτό βιάζονται όλα τα δόγματα να λένε “πίστεψέ το” και η επιστήμη σου λέει “περίμενε λίγο πριν το πιστέψεις, ερεύνησέ το”. Η πίστη είναι η ολοκλήρωση της γνώσης και όχι μια αποποίηση της γνώσης. Αυτό τουλάχιστον είναι η δική μου φιλοσοφική θέση».
«Ο Ηλίθιος θέλει άσκηση, έστω λίγο κάθε μέρα»
Από όλα όσα λέει για τον Ηλίθιο, υπάρχει μία φράση που μοιάζει να κρατά τον πυρήνα της σχέσης του με τον ρόλο. «Το πιο σημαντικό που έχω μάθει από τη σπουδή μου στον Ηλίθιο είναι ότι θέλει άσκηση, έστω λίγο κάθε μέρα». Δεν το αντιμετωπίζει ως κάτι που κατακτήθηκε. Δεν είναι μια παράσταση που παίχτηκε, μια μέθοδος που ολοκληρώθηκε, ένας ρόλος που κλείδωσε.
«Όπως οι κοιλιακοί του χθες δεν σου εγγυώνται τη γράμμωση του αύριο, έτσι και η ασκητική του χθες δεν είναι πανάκεια».
Και εξηγεί πού αρχίζει η φθορά: «Τη στιγμή που θα προσπεράσεις, που θα πεις “αύριο, έλα μωρέ, εντάξει, τώρα δεν πειράζει”, που θα πεις “δεν έκανα ψηλά, δεν έκανα χοντρά, άλλος θα βοηθήσει τον γείτονα”, εκεί μπαίνει η μοιρολατρία από το παραθυράκι». Αλλά δεν πιστεύει ούτε στην υπερπροσπάθεια ως νεύρωση. «Και στο άκρο της υπερπροσπάθειας, αν γίνει νεύρωση, τελικά είναι πάλι τεμπελιά».
Όταν ακούει τη λέξη «χρυσή ισορροπία», την αλλάζει. «Είναι μια ισορροπία. Δεν θα την έλεγα χρυσή. Το χρυσό βγάζει μάτι. Αυτό θέλει λίγο να βεβαιωθείς ότι είναι εκεί. Σαν τζάμι που μπορεί να κουτουλήσεις».

«Το καλό είναι το αρεστό του άλλου»
Στο ερώτημα τι είναι καλοσύνη, η απάντησή του είναι άμεση και εντελώς δική του. «Το καλό είναι το αρεστό του άλλου. Για μένα είναι πολύ απλός ο φιλοσοφικός μου ορισμός. Έχω ασκηθεί πολύ σε αυτό. Ο ηθικός άξονας για μένα είναι η αντανάκλαση του αισθητικού πάνω στους άλλους».
Το καλό, για τον ίδιο, δεν είναι αφηρημένη ηθικολογία. Είναι κάτι που φαίνεται στις ανάγκες του άλλου. Σε αυτό που τον διευκολύνει, τον προστατεύει, τον σέβεται. «Το καλό είναι το αρεστό του άλλου και αυτό είναι τεράστια ευθύνη. Γιατί μπορείς να ρωτήσεις τον άλλον τι του αρέσει. Και όσο πιο κοντά στην αλήθεια σας βρεθείτε, χωρίς περιστροφές και επιπλοκές και φόβους και πόκερ, είμαστε πιο ευτυχισμένοι».
Και αμέσως το φέρνει σε κάτι απλό, καθημερινό. «Καλό είναι να μην παρκάρεις στη ράμπα για έναν ανάπηρο άνθρωπο, γιατί δεν του αρέσει που δεν μπορεί να μπει στο σπίτι. Καλό είναι να μην φτάσεις 200 κιλά, γιατί δεν θα σου αρέσει που θα αρχίσει το σώμα σου να υποφέρει. Αυτό είναι το καλό για μένα. Το αρεστό του άλλου».

«Όλοι οι φίλοι μας είναι από το μέλλον»
«Αν ο Ηλίθιος ήταν φίλος από το μέλλον και ερχόταν στην Πάτρα, τι θα μας έλεγε;», τον ρωτάω. Πρώτα διορθώνει το σχήμα της ερώτησης «Όλοι οι φίλοι μας είναι από το μέλλον» και μετά μιλά για την Πάτρα, για την Αχαΐα, για την Αθήνα, για τη σχέση της περιφέρειας με τη μεγαλούπολη. «Η Αχαΐα έχει μια αισιόδοξη παρακμή. Θα μου πεις, τι εννοείς με αυτό; Έχει μια αισιόδοξη παρακμή, διότι βρίσκεται σε μια απόσταση από την αστική νεύρωση της μεγαλούπολης και άρα δίνει περιθώριο για μια πιο υγιή αναγέννηση».
Δεν την ωραιοποιεί. Μιλά για τα προβλήματα, τις λιγότερες δυνατότητες, αλλά και για μια ποιότητα που στην Αθήνα χάνεται.
«Η κατάσταση στην Αθήνα είναι πάρα πολύ δύσκολη. Οι άνθρωποι είναι στον Προκρούστη, κυριολεκτικά. Είναι τεντωμένοι χρονοχωρικά, γεωγραφικά. Εδώ, ακόμα, σε μια πόλη με τεράστια προφανώς προβλήματα και λιγότερες δυνατότητες και ευκαιρίες, αυτές οι ευκαιρίες έχουν μια ποιότητα ζωής που εγώ, που είμαι ο πιο Αθηναίος από τους Αθηναίους, όσο μεγαλώνω ψάχνω αφορμές και αιτίες να ταξιδεύω, να ζω σε άλλα μέρη».
Και παραδέχεται ότι μπορεί πλέον να φανταστεί τον εαυτό του και έξω από την Αθήνα. «Εν δυνάμει θα μπορούσα να μείνω και σε έναν πιο μικρό τόπο από την Αθήνα. Όταν μεγαλώναμε παιδάκια, το μόνο που θέλαμε ήταν να φύγουμε. Από την Αθήνα στο Παρίσι, από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη, από τη Νέα Υόρκη ακόμα πιο πέρα».
Και εκεί, σχεδόν σαν σχόλιο μιας εποχής που αντιστρέφεται, έρχεται η τελευταία διαπίστωση: «Τώρα βλέπεις ότι όλοι φεύγουν». Κάπου ανάμεσα στην βενζίνη, στον Μίσκιν, στον τζόγο του μέλλοντος, στην πίστη, στο καλό ως «αρεστό του άλλου» και στην Πάτρα ως πιθανότητα αναγέννησης, ο Ηλίθιος του Νικόλα Ανδρουλάκη δεν εμφανίζεται σαν ένας ρόλος που παίζεται και τελειώνει. Εμφανίζεται σαν μια πρόταση δύσκολη, σχεδόν άβολη: να μη φοβάσαι τον άνθρωπο, να μη περιμένεις πάντα τον σωτήρα, να βοηθάς χωρίς να χάνεσαι, να βάζεις όριο πρώτα σε εσένα, να ασκείσαι λίγο κάθε μέρα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο. Όχι να παίξεις τον Ηλίθιο. Να αντέξεις να τον αφήσεις να σε αλλάζει.

ΙΝΦΟ
Δραματουργία – σκηνοθεσία: Νικόλας Ανδρουλάκης
Διάρκεια επί σκηνής: 120 λεπτά
Παραστάσεις: Τετάρτη 13, Πέμπτη 14 Μαΐου, Παρασκευή 15 Μαΐου
Ώρα: 21:00
Χώρος: Θέατρο Λιθογραφείον
Διεύθυνση: Μαιζώνος 172Β, Πάτρα
Εισιτήρια – πληροφορίες: https://www.ticketservices.gr/event/o-ilithios-tou-dostoevsky-patra-2026/
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
