Δημήτρης Σαμόλης: «Καλύτερα να μη σε δέχονται για αυτό που είσαι, παρά να σε αγαπήσουν για κάτι που δεν είσαι»
Με αφορμή τις «Στρακαστρούκες», που έρχονται στις 16 Ιουλίου στο Θερινό Δημοτικό Θέατρο Δήμου Πατρέων, ο Δημήτρης Σαμόλης μιλά για την οικογένεια, τον εκφοβισμό, τη θλίψη που δεν αντέχουμε να δείχνουμε και την ανάγκη να μη χάνουμε τον εαυτό μας
Οι «Στρακαστρούκες» ξεκίνησαν σχεδόν αθόρυβα, σε έναν μικρό θεατρικό χώρο της Αθήνας, και τρία χρόνια μετά συνεχίζουν να συναντούν το κοινό σε όλη την Ελλάδα. Η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη, που έγινε sold out από στόμα σε στόμα, έρχεται στις 16 Ιουλίου στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας, στο Θερινό Δημοτικό Θέατρο Δήμου Πατρέων, κουβαλώντας την ιστορία του Κωσταντή, ενός παιδιού που λίγο πριν την Ανάσταση ανοίγει την καρδιά του μέσα σε μια κοινωνία που δεν του άπλωσε ποτέ το χέρι.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ηθοποιός, τραγουδοποιός και δημιουργός του έργου, βάζει στο κέντρο της σκηνής την «αγία ελληνική οικογένεια», την επαρχία, τον εκφοβισμό, αλλά και εκείνες τις αόρατες μορφές βίας που δύσκολα ονομάζονται. Στη συνέντευξή του στο pelop.gr, μιλά για τον μηχανισμό επιβίωσης που γίνεται χιούμορ, για τη θλίψη και τον θυμό που η κοινωνία σπρώχνει κάτω από το χαλάκι, για τη μουσική ως ζωτική ανάγκη και για τη σημασία τού να παραμένει κανείς ο εαυτός του, «με όποιο τίμημα».
Οι «Στρακαστρούκες» ξεκίνησαν από έναν μικρό χώρο και έγιναν sold out από στόμα σε στόμα. Πιστεύετε ότι ο ένας θεατής μετέφερε στον άλλον την ιστορία του Κωσταντή ή κάτι πολύ πιο προσωπικό, μια δική του μνήμη;
Έτσι όπως το λέτε, το θέτετε πολύ ωραία. Γράφοντας το πρώτο μου έργο, απλά ευχόμουν να παίξω 10 παραστάσεις στην Αθήνα, για να πω ότι παρουσίασα το πρώτο μου έργο στο αθηναϊκό κοινό, και ξαφνικά είδαμε με τους συνεργάτες μου ότι παράσταση στην παράσταση άρχισε να γεμίζει. Παίρναμε παράταση και μετά νέα παράταση. Κάποια στιγμή αφού κλείσαμε τον πρώτο χρόνο, πήγαμε σε μεγαλύτερο θέατρο τριπλάσιας χωρητικότητας, γέμιζε και αυτό, και φτάσαμε τώρα 3 χρόνια μετά να παίζουμε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και να γεμίζουν τα μεγαλύτερα θέατρα. Δεν το είχα φανταστεί αυτό, να σας πω την καθαρή μου αλήθεια, παρότι το ευχόμουν ίσως υποσυνείδητα. Όμως δεν είχα τολμήσει να το μοιραστώ.
Νομίζω ότι σχετικά με αυτό που λέτε, στην ιστορία του Κωνσταντή, με έναν τρόπο βλέπουμε όλοι μας ένα δικό μας κομμάτι. Εγώ πολύ συνειδητά, επέλεξα τον ήρωα να τον λένε Κωνσταντή από το δημοτικό τραγούδι «Του Νεκρού Αδελφού», οπότε κάπως νιώθω ότι αυτό υπάρχει και στο DNA του Έλληνα, ότι έρχεται από τα αρχαία χρόνια. Αυτό το παιδί που έχει περάσει πολλά και τελικά ανασταίνεται για να πει την ιστορία του.

Ο Κωνσταντής μοιάζει να προσπαθεί να γίνει «σαν τα άλλα αγόρια» για να γλιτώσει. Πότε καταλάβατε, γράφοντάς τον, ότι δεν γράφετε απλώς έναν ήρωα, αλλά έναν μηχανισμό επιβίωσης;
Πολύ σωστά, είναι όλα αυτά. Θεωρώ ότι όλοι έχουν μηχανισμούς επιβίωσης, μεγαλώνοντας, στην οικογένειά μας, μετέπειτα στη σχολική τάξη, στις παρέες μας, στην κοινωνία μας. Νιώθω ότι υποσυνείδητα αναπτύσσουμε ταλέντα, ικανότητες, πράγματα, για να επιβιώσουμε και κυρίως να επιβιώσουμε συναισθηματικά, να γίνουμε αρεστοί, να προχωρήσουμε στη ζωή μας.
Εγώ, για παράδειγμα, ένας μηχανισμός άμυνας που είχα από μικρός ήταν το χιούμορ. Θεωρώ ότι το επιστράτευα κάθε φορά για να αντέξω κάτι που με πονούσε και είναι κάτι που έχει περάσει και μέσα στην τέχνη μου και στον τρόπο που έγραψα τις «Στρακαστρούκες», αλλά και στην τραγουδοποιία μου. Το χιούμορ θεωρώ ότι με έχει σώσει κατά καιρούς από πάρα πολλά πράγματα. Παρότι ως μηχανισμός άμυνας μπορεί να είναι και επικίνδυνος κάποιες φορές, με έχει σώσει από πολύ πόνο.
Το έργο βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια». Πού τελειώνει η οικογένεια ως καταφύγιο και πού αρχίζει να γίνεται ένας μικρός μηχανισμός πίεσης;
Τώρα αυτό είναι μία μεγάλη κουβέντα. Δυστυχώς έχω καταλάβει ότι επειδή και οι γενιές των πατεράδων μας και οι δικοί τους πρόγονοι, τους είχαν μεγαλώσει πιο σκληρά. Κάποιοι από αυτούς τους γονείς δεν μπόρεσαν να δώσουν στα παιδιά τους την ασφάλεια, την τρυφερότητα και την αγάπη μου είχαν ανάγκη τα παιδιά. Οπότε, σε ένα τέτοιο περιβάλλον μπορούμε να καταλάβουμε ότι ένα παιδί όχι μόνο δεν μπορεί να ανθίσει αλλά μπορεί και να ασφυκτιά και να μην μπορεί να είναι ο εαυτός του.
Θεωρώ ότι ακόμα και σήμερα, το 2026, δεν νομίζω ότι εύκολα ένας γονιός λέει «θέλω το παιδί μου να είναι ευτυχισμένο και ας κάνει ό,τι θέλει». Νομίζω ότι βάζουν πολλές προϋποθέσεις: ναι μεν, αλλά να σπουδάσεις, να κάνεις αυτό, να είσαι επιτυχημένος, να παντρευτείς… Σαν να πάνε να ικανοποιήσουν κάποια κουτάκια που έχει βάλει η κοινωνία, οπότε εκεί ξεκινούν πολλά προβλήματα.

Στις «Στρακαστρούκες» ο εκφοβισμός δεν παρουσιάζεται μόνο ως βία, αλλά και ως βλέμμα, γέλιο, σιωπή, συνενοχή. Ποια μορφή βίας θεωρείτε πιο δύσκολη να αναγνωριστεί;
Αν σε ένα παιδί, για παράδειγμα, ρίξεις ένα χαστούκι, αυτό το πράγμα είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο, το οποίο το παιδί ξέρει τι του έχει συμβεί, μπορεί να το ονοματίσει και να τον στιγματίσει μεν, αλλά να ξέρει τον εχθρό. Αν το παιδί, και ο ενήλικος βέβαια, υφίσταται μια συναισθηματική και υπόγεια βία, αυτό είναι κάτι που πολύ δύσκολα μπορείς να το εντοπίσεις, πρώτον, και δεύτερον, να το λύσεις. Και αυτό, γιατί ως παιδί κιόλας που δεν έχεις και τόσο ανεπτυγμένο τον νοητικό σου επίπεδο, δεν ξέρεις γιατί αισθάνεσαι τρομοκρατημένος ή γιατί κάτι δεν σου πάει καλά μέσα στην οικογένεια, μέσα στο σχολείο, αλλά νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Αλλά δεν μπορείς να το ονοματίσεις. Οπότε αυτός ο αόρατος εχθρός είναι σίγουρα πολύ πιο επικίνδυνος.
Οι στρακαστρούκες είναι παιχνίδι, θόρυβος, έκρηξη, κίνδυνος. Σήμερα, ποια πράγματα στην ελληνική κοινωνία πρέπει επιτέλους να κάνουν θόρυβο, επειδή για χρόνια έμεναν θαμμένα;
Θεωρώ ότι είναι πολλά πράγματα που κρύβουμε κάτω αυτό το χαλάκι ως κοινωνία. Αυτά τα άβολα, τα οποία δεν συζητάμε. Τώρα είναι ένα πρόχειρο που μου έρχεται στο μυαλό: δεν μιλάμε ποτέ για την θλίψη ή την θλίψη που έχει εγγενώς ένας άνθρωπος. Δηλαδή παρουσιάζουμε, και βάζω και εμένα μέσα σε αυτό, πάντα και στα social media, που είμαστε όλοι έτσι τα τελευταία πολλά χρόνια, μία ζωή καλογυαλισμένη, που είμαστε χαρούμενοι, που είμαστε πετυχημένοι, φωτογραφίες που βάζουμε ωραίο φίλτρο. Είναι σαν να έχουμε μία αλλεργία στα αρνητικά. Δημιουργούμε στα social, και είμαστε συνένοχοι σε αυτό, μία τέλεια ζωή και φυσικά αυτό δεν ισχύει. Όταν είμαστε σπίτι μας, αισθανόμαστε πάρα πολύ θλιμμένοι, γιατί βλέπουμε αυτά που ανεβάζει ο άλλος και λέμε, «Αυτός γιατί περνάει τόσο τέλεια και εγώ είμαι στεναχωρημένος στο σπίτι μου;».
Γενικά θεωρώ ότι έχουμε μία αλλεργία στο πένθος. Εγώ θυμάμαι, όταν είχα χωρίσει κάποια στιγμή, πήγαινα στην παρέα μου και μου έλεγε, «Έλα, έλα, δεν θέλω να σε βλέπουμε έτσι». Δεν είναι ευπρόσδεκτο να είναι κάποιος σε πένθος. Δεν θέλω να κατηγορήσω κάποιον, βάζω και εμένα μέσα, έχουμε μία αλλεργία στο πένθος. Και αυτό ας πούμε είναι ένα ταμπού. Τα αρνητικά συναισθήματα, ακόμα και ο θυμός δεν είναι ευπρόσδεκτος, ένα συναίσθημα που είναι πολύ φυσιολογικό και φυσικά μιλάω για θυμό που τον διαχειρίζεσαι. Το να τον εκφράσεις με έναν πολιτισμένο τρόπο είναι πολύ ok. Θεωρώ ότι όλοι καταπίνουμε τον θυμό μας και στο τέλος γίνονται όλα αυτά που ακούμε και βλέπουμε στις ειδήσεις.
Έχουμε δαιμονοποιήσει, δηλαδή, με δυο λόγια, τα κακώς κείμενα της ανθρώπινης ύπαρξης, τα οποία, όμως, είναι αναπόσπαστο κομμάτι του να είσαι άνθρωπος.

Στην παράσταση η μουσική δεν λειτουργεί διακοσμητικά, μοιάζει να εμφανίζεται όταν οι λέξεις δεν αρκούν. Για εσάς το τραγούδι είναι καταφύγιο, εξομολόγηση ή τρόπος να ειπωθεί μια αλήθεια πιο καθαρά;
Έτσι όπως το λέτε. Η μουσική είναι ένα μαγικό πράγμα, ένα όχημα που θεωρώ ότι σε ταξιδεύει σε μαγικά σύμπαντα. Πολλές φορές με το που μπαίνει ένα τραγούδι, ξαφνικά αλλάζει όλη η ενέργεια του χώρου.
Θεωρώ ότι είναι πραγματικά μια μαγική διάσταση η μουσική, που απευθύνεται πέρα από τα αυτιά και στην ψυχή μας και μπορείς εκεί μέσα από το όχημα της μουσικής να εκφράσεις τόσα πολλά πράγματα. Νομίζω ότι δεν έχω γνωρίσει ποτέ άνθρωπο που δε λατρεύει τη μουσική. Ασχέτως του είδους. Όλοι έχουμε ανάγκη να επικοινωνούμε αυτά που αισθανόμαστε μέσω της μουσικής. Τη βάζω μέσα στα πέντε ζωτικά πράγματα που έχουμε ανάγκη.
Είστε ηθοποιός, τραγουδοποιός, συγγραφέας και performer. Πότε νιώθετε ότι εκτίθεστε περισσότερο: όταν παίζετε έναν ρόλο, όταν τραγουδάτε ή όταν γράφετε κάτι δικό σας;
Εγώ θεωρώ ότι όλα μέσα από αυτό που κάνω είναι κομμάτια μου. Δεν μου αρέσουν πάρα πολύ τα ταπέλες. Από μικρός δεν μ’ αρέσανε, αλλά μου αρέσει πάρα πολύ που ασχολούμαι με διαφορετικά πράγματα.
Δεν σας κρύβω ότι στην αρχή της πορείας μου είχα μεγάλη ανασφάλεια. Ξεκίνησα ως ηθοποιός και όταν έβγαλα τα πρώτα μου τραγούδια, είχα μεγάλη ανασφάλεια και έλεγα «τώρα τι θα λένε, τι είναι αυτός τώρα ηθοποιός, τραγουδιστής, τι το παίζει;».
Μετά όταν πήρα την απόφαση να γράψω και το πρώτο μου θεατρικό έργο, εκεί και αν ανέβηκε η ανασφαλεία μου. Έλεγα «πού πας ρε Καραμήτρο, που θες να γίνεις και θεατρικός συγγραφέας». Είχα πολλές φωνές μέσα μου που μου έλεγαν μην το κάνεις.
Αργότερα, συνειδητοποίησα ότι δεν θέλω να τα αποκρίνομαι σε αυτό που ίσως περιμένουν οι άλλοι από εμένα. Θέλω πραγματικά να κάνω αυτό που προστάζει η ψυχή μου. Και μακάρι να ακολουθεί ο κόσμος, αλλά εγώ θα το κάνω όπως και να έχει.
Και πολλές φορές σκέφτονται καλύτερα να μη σε δέχονται για αυτό που είσαι παρά να σε αγαπήσουν για κάτι που δεν είσαι.

Ένα μέρος του κοινού σάς γνωρίζει από το θέατρο, ένα άλλο από τη μουσική και ένα άλλο από τα social media. Σας ενδιαφέρει να συναντηθούν αυτές οι διαφορετικές εκδοχές σας ή προτιμάτε να φτάνει ο καθένας σε εσάς από διαφορετική διαδρομή;
Όλα αυτά συνθέτουν αυτό που είμαι. Μ’ αρέσει όμως, γιατί το ένα βοηθάει το άλλο.
Έχω δει κόσμο που με γνωρίζει μέσα από το θέατρο, μετά να ψάχνει τη μουσική μου. Κόσμος που με ξέρει από τα τραγούδια, μετά έρχεται και στο θέατρο. Πολύς κόσμος με έχει πρωτογνωρίσει από το TikTok ή από το Instagram και έρχεται και με ψάχνει.
Δηλαδή, θεωρώ ότι κάπως το ένα αγκαλιάζει το άλλο και μπαίνει μέσα στο άλλο και αυτό είναι πολύ όμορφο. Διότι, ουσιαστικά είναι διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούν στο ίδιο καλλιτεχνικό σύμπαν.
Το TikTok μπορεί να κάνει ένα τραγούδι, μια ατάκα ή μια εικόνα να ταξιδέψει πολύ γρήγορα. Σας φοβίζει ποτέ ότι η ταχύτητα των social μπορεί να μικρύνει κάτι που έχει γεννηθεί από ευαισθησία και κόπο;
Δεν το βλέπω έτσι. Εγώ το βλέπω ότι είναι κάτι πάρα πολύ άμεσο. Ένα παιδί που μένει, ας πούμε, στην Ορεστιάδα, έχει πρόσβαση σε μένα μέσα σε δευτερόλεπτα. Οπότε, βλέπω την πρακτική, θετική πλευρά αυτής της κατάστασης.
Και η τηλεόραση δεν είναι τόσο άμεσο μέσο. Πρέπει να πας σε μια εκπομπή, να γυριστεί, να, να… Τώρα, ας πούμε, πραγματικά, ανεβάζω ένα βιντεάκι και σε δευτερόλεπτα έχει επικοινωνηθεί παντού. Υπάρχει μια αμεσότητα, η οποία μου αρέσει πάρα πολύ εμένα.
Αν ο Κωσταντής μπορούσε να μιλήσει σήμερα σε ένα παιδί που δέχεται χλευασμό επειδή δεν χωράει στην εικόνα του «σωστού» παιδιού, ποια φράση θα θέλατε να του πει;
Τώρα είναι λίγο κλισέ αυτό που θα πω… Να είναι ο εαυτός του με όποιο τίμημα. Γιατί θεωρώ ότι πολύ φοβόμαστε να είμαστε ο εαυτός μας και πάμε λίγο προς τη μάζα για να μην μας εκφοβήσουν.
Μπορεί να αισθάνομαι να κάνω το «χ» πράγμα και λες άστο καλύτερο γιατί δεν ξέρω τι αντίκτυπο θα έχει, οπότε ας πάω με τους πολλούς, με αυτό που είθισται να γίνεται. Και εγώ θα έλεγα σίγουρα ότι ο καθένας είναι τόσο μοναδικός από εμάς και ότι αξίζει πραγματικά να είσαι ο εαυτός σου, όπως το εννοεί ο καθένας. Από τη στιγμή που σέβεσαι τους συναντρόφους σου, να είσαι πραγματικά ο εαυτός σου.

ΙΝΦΟ
«Στρακαστρούκες»
Πέμπτη 16/7, Θερινό Δημοτικό Θεατρο Δήμου Πατρέων, 21.30
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
Εισιτήρια: www.more.com
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
