«Έχω αποποιηθεί την ιδιότητα του παντογνώστη αφηγητή»

Ο συγγραφέας, Γιώργος Συμπάρδης, τοποθετεί τη νέα του, λεπτοκεντημένη, νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», χρίζοντας ηρωίδα του μια μυστηριώδη, γοητευτική γυναίκα που του θυμίζει την κατά τι μεγαλύτερη ξαδέλφη του. Τελειώνοντας το βιβλίο, τις πρώτες ημέρες, αισθάνεσαι ολωσδιόλου άδειος, σαν να έχασες ή να αναχώρησαν για ταξίδι μακρινό οι πιο δικοί σου άνθρωποι

«Έχω αποποιηθεί την ιδιότητα του παντογνώστη αφηγητή»

Στην αυγουστιάτικη Αθήνα τοποθετεί ο Γιώργος Συμπάρδης τη νέα του, λεπτοκεντημένη, νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», χρίζοντας ηρωίδα του μια μυστηριώδη, γοητευτική γυναίκα που του θυμίζει την κατά τι μεγαλύτερη ξαδέλφη του. Ο βραβευμένος συγγραφέας συστήνει στην «Π» την πρωταγωνίστριά του, φωτίζει πτυχές της νουβέλας του, μιλάει για τη λειτουργία των υπαινιγμών στο έργο του και τη σημασία του ανείπωτου που υπάρχει κάτω από τις λέξεις.

Αν η Πάτρα είχε soundtrack: Οι ήχοι που καταλαβαίνεις μόνο αν ζεις εδώ

– Πώς αναδύθηκε μέσα από τη σκέψη σας η μυστηριώδης, με τη «σαν βγαλμένη από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία» γοητεία Κάλλη;
Το θέμα του τυχαίου συναπαντήματος στο σούπερ μάρκετ ή στον δρόμο με μία άγνωστη γοητευτική γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, όπως η Κάλλη, υπήρχε ανέκαθεν στον νου μου. Aλλο τόσο με απασχολούσαν η ιδέα και η περίπτωση ενός συγγραφέα ο οποίος ως έφηβος είχε σαγηνευτεί από μία ενήλικη, ας πούμε κατά οκτώ έτη μεγαλύτερη, ξαδέλφη του. Στο μυαλό του συγγραφέα, που είναι και ο αφηγητής της ιστορίας, αυτές οι δύο γυναίκες -η άγνωστη του σούπερ μάρκετ και η ξαδέλφη του-κατά κάποιο τρόπο ταυτίζονται.

– Την πρωταγωνίστριά σας συναντά ο πρωταγωνιστής σας Γιώργος -ξανασυναντάμε το όνομά σας και σ’ αυτό το βιβλίο σας- ο οποίος τρόπον τινά μπλέκεται στα δίχτυα της σαγήνης της Κάλλης. Η μονόπλευρη έλξη, το ανεκπλήρωτο αιωρούνται στις συναντήσεις τους. Θεωρείτε τον υπαινιγμό πιο εύγλωττο από τη σαφήνεια;
Διπλό μάλλον το ερώτημα. Πρώτα το όνομα Γιώργος του ήρωα, ο οποίος όμως σε κάποιο σημείο της αφήγησής του λέει ότι «είμαι ένας άλλος Γιώργος». Οπότε, ναι, και είμαι και δεν είμαι ο ήρωας-αφηγητής. Απαντώντας στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας για τη λειτουργία των υπαινιγμών, θα παραδεχθώ ότι έχω προ πολλού αποποιηθεί την ιδιότητα του παντογνώστη αφηγητή. Ο αναγνώστης των βιβλίων μου καλείται να συμμετάσχει, να καλύψει ως συν-δημιουργός τα τυχόν κενά και να δώσει τις δικές του απαντήσεις,

– Η ιστορία σας εκτυλίσσεται τον Αύγουστο, σε μια έρημη Αθήνα. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο μήνα;
Μα ακριβώς γι’ αυτό, γιατί η Αθήνα, όπως πιστεύω και η Πάτρα και όλες οι μεγάλες πόλεις, τον μήνα Αύγουστο ερημώνει. Γιατί η άδεια πόλη είναι το πλέον πρόσφορο περιβάλλον, ένα σκηνικό που φιλοξενεί στο προσκήνιο και κάνει πιο ευδιάκριτα όχι μόνον τα πρόσωπα που έχουν μείνει πίσω και το κατοικούν, αλλά και τη μοναξιά τους και τις βαθύτερες επιθυμίες τους.

– Τέσσερις οι ανιχνευτικές νύχτες που περνούν οι δύο ήρωές σας, επτά τα πράσινα μήλα στη διάφανη νάιλον σακούλα που ξεχνά η Κάλλη. Συμβολίζουν κάτι οι συγκεκριμένοι αριθμοί;
Οι αριθμοί, όπως και τα ονόματα των ηρώων στα βιβλία, και όχι μόνον στα δικά μου, πάντα κάτι σηματοδοτούν. Eναυσμα περισσότερο αλλά και μακρινή πηγή έμπνευσης της νουβέλας μου, χαμένη στα νεανικά μου διαβάσματα, υπήρξαν οι «Λευκές νύχτες», μία αγαπημένη σύντομη νουβέλα του Φ. Ντοστογιέφσκι, η αφήγηση της οποίας επίσης κατανέμεται σε έξι κεφάλαια εκ των οποίων τα τέσσερα φέρουν τους ίδιους τίτλους με τα δικά μου, δηλαδή Πρώτη νύχτα, Δεύτερη νύχτα, Τρίτη νύχτα και Τέταρτη νύχτα.

«Έχω αποποιηθεί την ιδιότητα του παντογνώστη αφηγητή»

-Η γοητεία και η εξαπάτηση συνυπάρχουν στο βιβλίο σας. Θα λέγατε ότι χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις;
Θέμα του βιβλίου από τη μια μεριά είναι η γοητεία και από την άλλη η μοίρα του γητευτή. Ο κεντρικός ήρωας μαγεύεται από την Κάλλη, από μία μεσήλικη γυναίκα που δεν ξέρει από πού να την πιάσει. Η οποία δύσκολα προσεγγίζεται και τον χρησιμοποιεί, και, όπως λέει ο ίδιος, τον αφήνει «ξεκρέμαστο». Η οποία αρέσει σε άντρες και γυναίκες και την οποία παλαιότερα διεκδίκησε αλλά και εγκατέλειψε ένας κατά πολύ νεότερός της άντρας, ενώ στον παροντικό χρόνο της νουβέλας και της αφήγησης τη διεκδικεί και επίσης εγκαταλείπει μία εικοσιπεντάχρονη κοπέλα. Αυτή η «μετάπτωση» των ρόλων είναι που χαρακτηρίζει τις σχέσεις στις «Νύχτες με την Κάλλη».

– Η καταληκτική της νουβέλας σας φράση, ειπωμένη από την ξαδέλφη του αφηγητή -συνονόματη της ηρωίδας του- είναι ένα κλείσιμο ματιού σε ένα «κάτι» που μπορεί να πυροδοτήσει τη συγγραφική έμπνευση;
Η καταληκτική φράση της νουβέλας είναι η τελευταία ψηφίδα με την οποία ολοκληρώνεται η ιστορία της σχέσης κεντρικού ήρωα με την ξαδέλφη του, αλλά και το κλειδί για να κατανοήσουμε το κατακάθι της πικρίας του για το πώς τον βλέπει όχι μόνον η ξαδέλφη του αλλά και η Κάλλη.

-Κλείσατε τους συγγραφικούς σας λογαριασμούς με την Κάλλη στις 29 Δεκεμβρίου 2025, όπως αναγράφεται στο τέλος της νουβέλας σας. Τι γεύση σάς άφησε αυτός ο αποχωρισμός;
Την αίσθηση του κενού. Τελειώνοντας το βιβλίο, τις πρώτες ημέρες, αισθάνεσαι ολωσδιόλου άδειος, σαν να έχασες ή να αναχώρησαν για ταξίδι μακρινό οι πιο δικοί σου άνθρωποι. Oταν γράφεις, εργάζεσαι ολημερίς. Για πέντε έξι κάποτε και οκτώ ώρες γράφεις, σβήνεις, διορθώνεις, πετάς ολόκληρα κομμάτια και ξαναγράφεις. Υπάρχουν φορές που πέφτεις για να κοιμηθείς και σηκώνεσαι από το κρεβάτι γιατί θυμήθηκες να σημειώσεις μία λεπτομέρεια, μία λέξη. Κι όταν όλο αυτό έχει τελειώσει δεν ξέρεις τι να κάνεις με τον χρόνο σου και τον εαυτό σου.

– Στα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από το πρώτο σας βιβλίο «Μέντιουμ» έως σήμερα, έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζετε τους ήρωές σας;
Εγραψα και δημοσίευσα το «Μέντιουμ», όταν είχα ήδη διαμορφώσει έναν τρόπο γραφής και αφήγησης. Δεν άλλαξε τίποτε έκτοτε.

– Είστε από τους συγγραφείς που σμιλεύουν τον λόγο. Πώς βλέπετε την επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στον κόσμο του βιβλίου μελλοντικά;
Οι εννιά στις δέκα ιστορίες των ευπώλητων βιβλίων που κυκλοφορούν σήμερα μοιάζει να είναι ή θα μπορούσε να είναι προϊόντα Τεχνητής Νοημοσύνης. Το ίδιο και τα σενάρια των τηλεοπτικών σειρών που παρακολουθούμε στις διάφορες πλατφόρμες. Ομως η «άλλη», η πραγματική λογοτεχνία είναι αδύνατον να παραχθεί από μία μηχανή. Κι αυτό γιατί οι λέξεις μπορεί να είναι (και θα είναι) κοινές, αλλά θα τους λείπει το ανείπωτο, αυτό που υπάρχει κάτω από τις λέξεις και δημιουργείται από το αίσθημα.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125