Εντεκα βήματα πριν την εκτέλεση

Του Κωνσταντίνου Μάγνη, Διευθυντή Σύνταξης της εφημερίδας «Πελοπόννησος».

Oταν η διανόηση αποφασίζει να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο, συνήθως κάνει
στραβοκλωτσιά. «Ο φόβος του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», βέβαια, ήταν ταινία αλληγορική, αλλά και πάλι κλώτσησε αέρα, όπως ξέρουμε, καθότι ο τερματοφύλακας αντιμετωπίζει το πέναλτι μάλλον ως πρόκληση παρά σαν απειλή για γκολ, πολλώ δε μάλλον σαν κίνδυνο να εκτεθεί. Τα προγνωστικά είναι υπέρ του παίκτη που εκτελεί, έχει ένα ολόκληρο τέρμα μπροστά του και τη μπάλα στημένη και ακίνητη, άλλωστε γι’αυτό καθιερώθηκε το πέναλτι ως μηχανισμός απόδοσης δικαίου. Δίνει στην επιτιθέμενη ομάδα την ευκαιρία να πετύχει αυτό για το οποίο παρεμποδίστηκε αθέμιτα.

Συνεπώς αν κάποιος φοβάται πριν από το πέναλτι είναι ο παίκτης που το εκτελεί, γιατί θα έχει διαψεύσει εύλογες προσδοκίες των συμπαικτών του, του προπονητή του, της κερκίδας, ενός έθνους ολόκληρου. Επίσης, τις προσδοκίες του εαυτού του.

Και ενώ το τέρμα έχει εφτά μέτρα μήκος, μείον τα δύο μέτρα του τερματοφύλακα κατά την οριζοντίωσή του, άντε δύο και πενήντα με τα χέρια σε έκταση, υπόλοιπον τέσσερα και πενήντα, το άγχος της αποτυχίας, η πρόδρομη ενοχή για το κάζο πριν καν αυτό επέλθει και χωρίς να είναι σίγουρο ότι θα επέλθει, σου γεμίζει τους μηρούς με τσιμέντο και μόλυβδο και σε κάνει να βλέπεις τη γραμμή του τέρματος μια πιθαμή όλη κι όλη. Αν είσαι βέβαια μεγάλη προσωπικότητα, δεν θα μασήσεις: Θα κοιτάξεις τον τερματζή με φονικό βλέμμα, όπως ο Χάρος που ήρθε να
πάρει τον εκλεκτό και δεν παίρνει από κουβέντα, κι όσο κι αν ο τέρμας κουνηθεί σαν μπιμπελό που χορεύει σαν σαλτιμπάγκος με την κίνηση του οχήματος, εσύ θα καρφώσεις τη μπάλα στο δίχτυ όπως το ψαροτούφεκο καρφώνει το καμάκι στον σαργό.

Αλλά καθώς παίρνεις φόρα και ο διαιτητής είναι έτοιμος να σφυρίξει και ένα δισεκατομμύριο μάτια σε κοιτάνε, άλλοι με λαχτάρα και άλλοι κάνοντας βουντού και τραγουδώντας το «μια γριά απ΄την πόλη – έφερε το χάσι, χάσι», το μυαλό σου πάει ακριβώς εκεί που δεν πρέπει να πάει: Είμαι μεγάλη προσωπικότητα ή είμαι ένας ρεμπεσκές και μισός; Αξίζω τη φανέλα που φοράω, τη λατρεία του κόσμου, την εμπιστοσύνη του κόουτς, την ιστορία που πρεσβεύω ή μήπως είχε δίκιο το σκοτάδι στο βλέμμα του πατέρα μου, που ρώτησε: Ποιος θα γίνει ποδοσφαιριστής; Εσύ; Σοβαρά μιλάς; Ενώ η μάνα μου έλεγε, μην το αποπαίρνεις το παιδί, αλλά κι εκείνη τη στενοχώρια μου ήθελε να αποτρέψει, όχι πως είχε ιδέα τι εστί δεξί χαφ και πως πίστευε πως είχα τα φόντα για οτιδήποτε, ίσως και να μην είχε άδικο, γιατί είχα
φάει το ξύλο και τις λάσπες της χρονιάς μου παίζοντας με τα άλλα αγόρια στο εφτά επί εφτά.

Και καθώς παίρνεις φόρα, και σκέφτεσαι ότι λογικά θα πρέπει να σουτάρεις δεξιά και δυνατά και ψηλά, χωρίς να κοιτάς τον στόχο και προδίδεσαι, φεύγει το μάτι σου δεξιά και ψηλά, και σκέφτεσαι ότι μάλλον ο κέρβερος απέναντι το έκοψε, άρα θα πρέπει να σουτάρεις αριστερά και χαμηλά, αλλά αν ο μπάτμαν σκέφτηκε ότι τη ματιά την έριξα σαν μπλόφα, να δεις που θα πέσει δεξιά του και χαμηλά, άρα ας σουτάρω δυνατά και στη μέση, αλλά αν κάτσει στη μέση όρθιος ο μπαγάσας; Όχι μόνο θα πιάσει το πέναλτι αλάσπωτος, αλλά θα έχω γίνει ρεζίλι των σκυλιώνε. Αρα αυτό είναι. Θα σουτάρω δυνατά και ψηλά στη δεξιά γωνία, και ο ρέφερι σφυρίζει και τρέχω και φτάνω στη μπάλα, αλλά ο σούπερμαν σπάει το σώμα του προς την αριστερή μεριά, και τώρα εγώ αλλάζω απόφαση και σουτάρω από την άλλη, αλλά το πόδι μου ενώ παίρνει την εντολή, σκέφτεται με αυτονομημένο εγκέφαλο και η μπάλα φεύγει προς τα μισά του αριστερού μισού, και ο τερματοφύλακας πιάνει τη μπάλα με το ένα χέρι, λες και δεν χρειαζόταν να πέσει καθόλου, και ορίστε, ο φόβος για την αποτυχία προκάλεσε την αποτυχία, και ο ουρανός τώρα από πάνω μου
γράφει Να Ο Μπουμπούνας Του Μουντιάλ, να Η Ντροπή του Αθλήματος, και οι συμπαίκτες μου χτυπούν την πλάτη, και τώρα λένε πως μ’ αγαπάνε πιο πολύ, αλλά ξέρω πως μέσα τους λένε, τι τον θέλαμε αυτόν τον ξυλάγγουρο, ή «ένα πράγμα θέλαμε, βάλε το σκασμένο το πέναλτι, και δεν ήσουνα σε θέση ούτε αυτό να κάνεις», ή ωραίο ηγέτη είχαμε, ένα ψοφίμι, και ο μπαμπάς θα κοιτάει τη μαμά και τα μάτια του θα λένε, εσύ να τα βλέπεις που τον προστάτευες και τον έκανες φελλό.

Σουτάρει ο επόμενος συμπαίκτης. Κανονικά πρέπει να θέλω να το βάλει, μπας και
σωθούμε. Αλλά εγώ μέσα μου θέλω να το χάσει, να αποδειχθεί ότι συμβαίνουν αυτά, να βρω μια παρέα πέφτοντας στον Καιάδα. Παίρνει φόρα. Και το βάζει. Αλλά ο αντίπαλος το βάζει κι εκείνος και αποκλειόμαστε και τώρα οι κάμερες του αιώνα δείχνουν εκείνους ένα κουβάρι και εμένα να μασάω μαστίχα και να θέλω να με πάρει ένα σύννεφο όπως την Ιφιγένεια και να αφήσει στη θέση μου ένα μοσχάρι.

Ακολουθείστε τις ειδήσεις του pelop.gr στο

Γράψτε το σχόλιό σας

Παρακολουθήστε τα σχόλια
Να ειδοποιηθώ όταν
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments