Following: Η ψευδαίσθηση του ελέγχου

Ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του κυρίαρχο και συγγραφέα της μοίρας του, αγνοώντας πως αποτελεί πιόνι ασυνείδητων εμμονών και ενός προκαθορισμένου, ξένου σεναρίου χειραγώγησης.

Following: Η ψευδαίσθηση του ελέγχου

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, το Following (1998), αποτελεί ένα υπόδειγμα χαμηλού προϋπολογισμού που όμως σφύζει από αφηγηματική ευφυΐα. Σε μια ασπρόμαυρη, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, η ταινία εξερευνά τα όρια της ανθρώπινης περιέργειας, της μοναξιάς και της χειραγώγησης, θέτοντας τις θεματικές βάσεις για το μετέπειτα σινεμά του δημιουργού της. Η ταινία προβάλλεται σε επιλεγμένους θερινούς κινηματογράφους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ είναι διαθέσιμη για online streaming μέσω της πλατφόρμας Cinobo.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Μπιλ (Τζέρεμι Θίομπαλντ), ένας νεαρός, άνεργος και επίδοξος συγγραφέας που ζει στο Λονδίνο. Παγιδευμένος στην υπαρξιακή του αδράνεια και στην αναζήτηση έμπνευσης για το πρώτο του μυθιστόρημα, αναπτύσσει μια ιδιότυπη, εμμονική συνήθεια, αρχίζει να ακολουθεί τυχαίους αγνώστους στους δρόμους της πόλης. Για τον Μπιλ, οι άγνωστοι αυτοί δεν είναι παρά εν δυνάμει χαρακτήρες, «λευκές σελίδες» που προσπαθεί να γεμίσει φανταζόμενος τις ζωές, τα επαγγέλματα και τα μυστικά τους.

Για να μην μετατραπεί σε κοινό διώκτη, ορίζει για τον εαυτό του αυστηρούς κανόνες, ακολουθεί τον καθένα μόνο μία φορά, επιλέγει τυχαία και ποτέ δεν εστιάζει στο ίδιο άτομο. Ωστόσο, η ίδια η φύση της εμμονής εμπεριέχει τη θραύση των κανόνων. Όταν η περιέργειά του υπερισχύει της λογικής, ο Μπιλ αρχίζει να ακολουθεί κατ’ επανάληψη έναν καλοντυμένο άνδρα με κοστούμι.

Η ανατροπή έρχεται όταν ο στόχος του, ο Κομπ (Άλεξ Χο), αντιλαμβάνεται ότι τον ακολουθούν. Ο Κομπ αντιμετωπίζει τη διάρρηξη ως ψυχολογικό πείραμα, ενδιαφερόμενος περισσότερο για την επίδραση που αφήνει στα θύματά του παρά για το οικονομικό όφελος.

Ο Μπιλ, γοητευμένος από την κυνική αυτοπεποίθηση του Κομπ και το σκοτεινό του χάρισμα, παρασύρεται στον κόσμο του. Η ανάγκη του για υλικό μετατρέπεται γρήγορα σε ενεργό συμμετοχή. Από παθητικός παρατηρητής της ζωής των άλλων, γίνεται συνένοχος στην παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους. Φορώντας κοστούμι και κόβοντας τα μαλλιά του, ο Μπιλ μεταμορφώνεται σταδιακά, σε ένα είδωλο του ίδιου του καθοδηγητή του.

Η ιστορία περιπλέκεται περαιτέρω όταν, κατά τη διάρκεια μιας διάρρηξης, ο Μπιλ γοητεύεται από μια φωτογραφία μιας ξανθιάς γυναίκας (Λούσι Ράσελ). Η γνωριμία του με τη μυστηριώδη γυναίκα, η οποία συνδέεται με τον υπόκοσμο, τον βυθίζει ακόμη περισσότερο σε έναν ιστό εξαπάτησης και χειραγώγησης.

Από αυτό το σημείο, ο Νόλαν ξεδιπλώνει το αφηγηματικό του ταλέντο. Μέσα από ένα μη γραμμικό μοντάζ –σήμα κατατεθέν του– η ταινία αποκαλύπτει ότι τίποτα από όσα βλέπουμε δεν είναι τυχαίο. Ο Μπιλ, θεωρώντας τον εαυτό του κυρίαρχο του παιχνιδιού και συγγραφέα μιας ζωντανής πλοκής, συνειδητοποιεί πολύ αργά ότι είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής σε ένα σενάριο που έχει γράψει κάποιος άλλος.

Ο Νόλαν, επιστρατεύοντας μια ασπρόμαυρη 16mm κάμερα και φυσικό φωτισμό, δημιουργεί ένα τραχύ, κοκκώδες κάδρο που παραπέμπει άμεσα στον γαλλικό υπαρξιακό ρεαλισμό και το κλασικό φιλμ νουάρ. Η μονοχρωμία δεν εξυπηρετεί απλώς τη μείωση του κόστους, αλλά εντείνει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα ενός ψυχρού, ανώνυμου Λονδίνου, αντανακλώντας την εσωτερική απομόνωση των ηρώων. Η σκηνοθετική προσέγγιση βασίζεται στην οικονομία των μέσων, η κάμερα στο χέρι ακολουθεί τους χαρακτήρες με μια ντοκιμαντερίστικη νευρικότητα, μετατρέποντας τον ίδιο τον θεατή σε έναν ακόμη οφθαλμοπόρνο συνένοχο. Ωστόσο, το σπουδαιότερο κινηματογραφικό εύρημα έγκειται στο αποσπασματικό, μη γραμμικό μοντάζ. Χωρίζοντας την αφήγηση σε τρία διαφορετικά χρονικά επίπεδα, που διαφοροποιούνται οπτικά από την εξωτερική εμφάνιση του Μπιλ μακριά μαλλιά, κοστούμι, μώλωπες, ο Νόλαν αποδομεί τον χρόνο. Αυτή η αποσύνθεση της χρονικής ακολουθίας δεν είναι ένα απλό φορμαλιστικό τέχνασμα, καθρεφτίζει την ψυχολογική σύγχυση του πρωταγωνιστή και την αλλοίωση της πραγματικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία εγκαταλείπει την παραδοσιακή αστυνομική ίντριγκα και αναδεικνύεται σε μια καθαρή σπουδή πάνω στη γεωμετρία της χειραγώγησης.

Ο Κρίστοφερ Νόλαν εφάρμοσε υποδειγματικά την τακτική του ανεξάρτητου κινηματογράφου στο Following, μετατρέποντας τις οικονομικές ελλείψεις σε δημιουργικό πλεονέκτημα. Επιστρατεύοντας ένα συνεργείο-«σκελετό» από φίλους που διατηρούσαν τις πρωινές τους δουλειές, περιόρισε τα γυρίσματα αποκλειστικά στα Σαββατοκύριακα, με αποτέλεσμα η παραγωγή να διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο. Για την εξοικονόμηση πόρων, απέφευγε τους ακριβούς προβολείς, βασιζόμενος αποκλειστικά στο φυσικό φως των παραθύρων ή τον φωτισμό του δρόμου. Παράλληλα, το κόστος του ασπρόμαυρου φιλμ των 16mm ήταν απαγορευτικό για σπατάλες. Έτσι, ο Νόλαν πραγματοποιούσε εξαντλητικές πρόβες με τους ηθοποιούς πριν από κάθε λήψη, πετυχαίνοντας το τελικό αποτέλεσμα με την πρώτη ή τη δεύτερη προσπάθεια. Αυτή η αυστηρή πειθαρχία γέννησε μια ταινία που επαναπροσδιόρισε τα όρια του ανεξάρτητου σινεμά.

Το Following λειτουργεί ως μια σπουδή πάνω στην ταυτότητα και την οφθαλμοπορνεία. Η ιστορία του είναι ένας ιστός από απάτες, όπου ο θύτης γίνεται θύμα και η ανάγκη για δημιουργία μετατρέπεται σε εργαλείο καταστροφής. Με φόντο ένα γκρίζο Λονδίνο, η ταινία αποτελεί μια διορατική ματιά στην ανθρώπινη ευαλωτότητα απέναντι στη γοητεία του κακού. Η εισβολή στον ξένο χώρο μετατρέπεται σε μια βίαιη πράξη ηδονοβλεψίας. Στο Following, η παραβίαση της ιδιωτικότητας αποκαλύπτει πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ταυτότητα, καθώς τα πιο προσωπικά αντικείμενα παύουν να αποτελούν αναμνήσεις και γίνονται τεκμήρια μιας αμείλικτης ψυχολογικής ανατομίας.

 

 

 

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο