Γιατί ο Ξυλούρης δεν έγινε ποτέ παλιά ιστορία
Η φωνή του Ψαρονίκου ξεκίνησε από τα Ανώγεια, πέρασε στην Αθήνα, μπήκε σε μια ταραγμένη εποχή και έμεινε να ακούγεται χωρίς να μοιάζει μουσειακή

Ο Νίκος Ξυλούρης είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που κινδυνεύουν να τους καταπιεί ο ίδιος τους ο μύθος. Να μείνουν σε μια φωτογραφία, σε μια λέξη όπως «λεβεντιά», σε ένα αφιέρωμα κάθε Ιούλιο, σε μια φωνή που τη θυμόμαστε επειδή «πρέπει». Μόνο που ο Ξυλούρης δεν λειτουργεί έτσι.
Η φωνή του δεν ακούγεται σαν παλιό υλικό. Δεν έχει τη σκόνη της επετείου. Έχει ακόμη κάτι ζωντανό, τραχύ, αναγνωρίσιμο. Κάτι που δεν εξηγείται μόνο με τη νοσταλγία και δεν χωράει εύκολα στη λέξη «παράδοση».
Γεννημένος στα Ανώγεια Ρεθύμνου στις 7 Ιουλίου 1936, σε οικογένεια με μουσική παράδοση, ο Ψαρονίκος ξεκίνησε από έναν τόπο όπου η μουσική δεν ήταν διακόσμηση. Ήταν τρόπος να μιλήσεις, να αντέξεις, να γιορτάσεις, να πενθήσεις, να σταθείς. Τα βασικά βιογραφικά στοιχεία του, η γέννηση στα Ανώγεια, η μουσική οικογένεια και τα πρώτα χρόνια της διαδρομής του, καταγράφονται και από τον Δήμο Ανωγείων και από το Αρχείο της ΕΡΤ.
Δεν έγινε σύμβολο επειδή το αποφάσισε κάποιος
Ο Ξυλούρης δεν έγινε πανελλήνιο σύμβολο με διαφήμιση. Δεν κατασκευάστηκε από κάποια βολική αφήγηση. Βγήκε από την Κρήτη, αλλά δεν έμεινε κλεισμένος μέσα στην εικόνα του «κρητικού τραγουδιστή». Αυτό ήταν το κρίσιμο.
Θα μπορούσε να μείνει μεγάλη μορφή της κρητικής μουσικής και μόνο αυτό να είναι αρκετό. Δεν ήταν λίγο. Όμως η φωνή του πέρασε αλλού. Στην Αθήνα, στους δίσκους, στις μεγάλες συνεργασίες, σε ένα κοινό που δεν είχε απαραίτητα λύρα στο σπίτι, ούτε μαντινάδες στο οικογενειακό τραπέζι. Και όμως τον άκουσε.
Γιατί ο Ξυλούρης δεν έμοιαζε με «τοπικό χρώμα». Δεν πήγε την Κρήτη στην υπόλοιπη Ελλάδα σαν καρτ ποστάλ. Την πήγε σαν ήχο, σαν μνήμη, σαν βάρος.
Η Αθήνα, οι δίσκοι και η εποχή που τον άκουσε αλλιώς
Η μεγάλη μετακίνηση δεν ήταν μόνο γεωγραφική. Από τα Ανώγεια και την Κρήτη, ο Ξυλούρης βρέθηκε σε μια Αθήνα όπου η μουσική άλλαζε. Το έντεχνο, το λαϊκό, η ποίηση, η παράδοση και το πολιτικό τραγούδι συναντιούνταν με τρόπο έντονο.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70, η φωνή του μπήκε σε δίσκους που σημάδεψαν την εποχή. Μετά την «Ανυφαντού», ακολούθησαν οι συνεργασίες με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στο «Χρονικό» και στα «Ριζίτικα», που άνοιξαν ακόμη περισσότερο το κοινό του.
Εκεί φάνηκε κάτι πολύ σημαντικό: η φωνή του μπορούσε να σταθεί και μέσα στην παράδοση και μέσα στο νέο ελληνικό τραγούδι. Δεν ακουγόταν ξένη ούτε στο ριζίτικο ούτε στο πιο σύνθετο μουσικό περιβάλλον της εποχής.
Αυτό δεν είναι αυτονόητο. Πολλές φωνές είναι σπουδαίες μέσα στο φυσικό τους περιβάλλον, αλλά χάνουν τη δύναμή τους όταν μετακινούνται. Ο Ξυλούρης δεν την έχασε. Την πήρε μαζί του.
Η φωνή που δεν γυαλίστηκε
Ένα μέρος της γοητείας του βρίσκεται ακριβώς εκεί: δεν γυαλίστηκε για να γίνει πιο εύκολος.
Δεν τραγουδούσε σαν να ζητούσε να αρέσει σε όλους. Δεν είχε την πλαστική ευγένεια του καλλιτέχνη που προσαρμόζεται στο κοινό. Είχε ένταση, αλλά όχι φτήνια. Είχε περηφάνια, αλλά όχι πόζα. Είχε συναίσθημα, αλλά όχι μελό.
Γι’ αυτό και η φωνή του άντεξε περισσότερο από πολλές λέξεις που κόλλησαν πάνω του. «Αρχάγγελος της Κρήτης», «Ψαρονίκος», «φωνή της λεβεντιάς». Όλα αυτά λένε κάτι, αλλά δεν τα λένε όλα. Καμιά φορά, μάλιστα, μικραίνουν αυτό που προσπαθούν να περιγράψουν.
Ο Ξυλούρης ήταν δυνατός επειδή δεν ακούστηκε ποτέ ακίνητος.
Ο μύθος και η παγίδα του
Όσο πιο πολύ αγαπιέται ένας καλλιτέχνης, τόσο πιο εύκολα παγιδεύεται στην εικόνα του. Μπαίνει σε αφίσες, σε επετείους, σε μεγάλες φράσεις, σε κείμενα που επαναλαμβάνουν τα ίδια. Κάπως έτσι, το ζωντανό υλικό γίνεται τελετουργία.
Με τον Ξυλούρη αυτός ο κίνδυνος υπάρχει. Τον έχουμε συνηθίσει ως σύμβολο. Και όταν συνηθίζεις ένα σύμβολο, καμιά φορά σταματάς να το ακούς.
Μόνο που αν ξανακούσεις τη φωνή του χωρίς τις έτοιμες λέξεις, καταλαβαίνεις γιατί ξέφυγε από το απλό αφιέρωμα. Στο τραγούδι του υπάρχει κάτι που δεν είναι μόνο μουσικό. Είναι ο τρόπος που πατάει στη λέξη. Ο τρόπος που κρατάει την ένταση. Ο τρόπος που κάνει την παράδοση να ακούγεται προσωπική και όχι υποχρεωτική.
Δεν χρειάζεται να είσαι Κρητικός για να σε αφορά. Δεν χρειάζεται καν να έχεις μεγαλώσει με τα τραγούδια του. Αυτό είναι το μέτρο του.
Γιατί δεν παλιώνει
Ο Νίκος Ξυλούρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1980, στα 43 του χρόνια. Το σύντομο της ζωής του πρόσθεσε βάρος στον μύθο, αλλά δεν είναι αυτό που τον κράτησε ζωντανό. Τον κράτησε η φωνή.
Μια φωνή που δεν ακούγεται σαν ανάμνηση από μια άλλη Ελλάδα, αλλά σαν κάτι που επιστρέφει κάθε φορά που υπάρχει ανάγκη για αλήθεια χωρίς πολλά στολίδια. Ο Ξυλούρης δεν χρειάζεται να εξηγηθεί με υπερβολές. Δεν χρειάζεται να τον κάνουμε πιο μεγάλο από όσο ήταν, γιατί ήταν ήδη μεγάλος με τον πιο δύσκολο τρόπο: χωρίς να μοιάζει ψεύτικος.
Ίσως γι’ αυτό δεν έγινε ποτέ παλιά ιστορία. Γιατί δεν έμεινε μόνο στην Κρήτη, ούτε μόνο στη δεκαετία του ’70, ούτε μόνο στα αφιερώματα. Έμεινε στη φωνή. Και η φωνή, όταν έχει μέσα της τέτοιο βάρος, βρίσκει πάντα τρόπο να περνάει στην επόμενη γενιά.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News