Η πόλη που ξηλώνει τη σκιά της

* Ο Εμμανουήλ Αμαριωτάκης είναι αρχιτέκτων μηχανικός, υποψήφιος διδάκτωρ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού.

Η πόλη που ξηλώνει τη σκιά της

Η πεζοδρομημένη Γεροκωστοπούλου είναι σήμερα ένα εργοτάξιο. Ο δρόμος έχει ξηλωθεί, τα δέντρα που έδιναν σκιά σε καταστήματα και περαστικούς ξεριζώνονται, και όλα δείχνουν ότι η Πάτρα ετοιμάζεται να υποβάλλει άλλη μια γειτονιά της στο όνομα της ανάπλασης του ίδιου, γνώριμου μοτίβου των τελευταίων ετών. Μπεζ κυβόλιθοι, αποσπασματικοί ποδηλατόδρομοι χωρίς ένταξη σε ένα συνεκτικό δίκτυο και μια επίμονη υποτίμηση της αξίας του υπάρχοντος πρασίνου συνθέτουν μια εικόνα που επαναλαμβάνεται με αξιοσημείωτη συνέπεια.

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι το κάθε δέντρο ξεχωριστά, αλλά το δάσος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις για τον δημόσιο χώρο στην Πάτρα. Αφορά την απουσία μιας ενιαίας στρατηγικής για την πόλη, τη δυσκολία να κατανοήσει κανείς τα κριτήρια που οδήγησαν στις επιμέρους επιλογές και την εφαρμογή μιας έτοιμης συνταγής σχεδόν αυτούσιας σε κάθε δρόμο, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα, την ιστορία και τις ανάγκες του. Τα δέντρα είναι το πιο ορατό αποτέλεσμα αυτής της λογικής.

Αξίζει, λοιπόν, να ειπωθεί καθαρά ότι ένα ώριμο δέντρο αποτελεί αστική υποδομή και δευτερευόντως διακοσμητικό στοιχείο. Προσφέρει σκιά, ρίχνει αισθητά τη θερμοκρασία του δρόμου και επιτρέπει στον δημόσιο χώρο να κατοικείται ακόμη και τις δύσκολες μέρες του καλοκαιριού. Αυτές οι ποιότητες δεν αγοράζονται ούτε εγκαθίστανται μέσα σε μία εργολαβία. Απαιτούν δεκαετίες για να αναπτυχθούν και καμία νέα φύτευση δεν μπορεί να τις αναπληρώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η πλατεία Γεωργίου αποτελεί χαρακτηριστική υπενθύμιση. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την ανακατασκευή της, η σκίαση εξακολουθεί να απέχει αισθητά από εκείνη που εξασφάλιζαν τα παλαιότερα, ώριμα δέντρα. Η διαβεβαίωση ότι «θα φυτευτούν νέα» δεν αρκεί. Η ενίσχυση του πρασίνου προϋποθέτει προσθήκες και όχι διαδοχικές αντικαταστάσεις όσων χρειάστηκαν μια ολόκληρη γενιά για να μεγαλώσουν.

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η επιλογή να καταργηθεί η υπερυψωμένη ζώνη που υπήρχε στο κέντρο της Γεροκωστοπούλου. Η συνεχής εναλλαγή επιπέδων και οι μικρές σκάλες που επαναλαμβάνονταν ανά τακτά διαστήματα δημιουργούσαν έναν δημόσιο χώρο κατακερματισμένο και προβληματικό ως προς την προσβασιμότητα, εφόσον η κυκλοφορία δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί επαρκώς από τις πλευρικές διαδρομές. Η ισοπέδωσή της θα μπορούσε να αποτελέσει μια πραγματικά θετική εξέλιξη, εφόσον εντασσόταν σε μια συνολική προσέγγιση για την καθολική προσβασιμότητα και τη λειτουργία του δρόμου.

Αντίθετα, φαίνεται πως επιλέγεται απλώς επειδή είναι πιο εύκολο να απλωθεί παντού η ίδια, ομοιόμορφη επιφάνεια. Το πιθανότερο είναι πως πάνω σε αυτήν θα στριμωχτεί ένας ακόμη πρόχειρος και αποσπασματικός ποδηλατόδρομος, ο οποίος, ελλείψει σωστού σχεδιασμού και διαχωρισμού, θα μετατραπεί αναπόφευκτα σε έναν άναρχο διάδρομο, προκαλώντας διαρκή σύγχυση και ανεξέλεγκτη συνύπαρξη πεζών και δίκυκλων. Η ποιότητα μιας λύσης κρίνεται από τη λογική που τη γέννησε και όχι μόνο από την εικόνα που αφήνει πίσω της.

Η ίδια λογική διαπερνά και την αισθητική των παρεμβάσεων. Οι μπεζ/γκρι κυβόλιθοι μοιάζουν πλέον να προηγούνται της ίδιας της μελέτης. Εμφανίζονται σχεδόν παντού, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα του δρόμου. Ετσι, διαφορετικοί δρόμοι και γειτονιές χάνουν σταδιακά τη φυσιογνωμία τους και μετατρέπονται σε παραλλαγές του ίδιου σχεδιαστικού προτύπου. Η πόλη αποκτά ομοιομορφία εκεί όπου θα έπρεπε να καλλιεργεί ταυτότητα.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στους ποδηλατοδρόμους. Η ποδηλατική υποδομή αποκτά πραγματική αξία όταν αποτελεί τμήμα ενός ολοκληρωμένου δικτύου μετακινήσεων. Ένα τμήμα ποδηλατοδρόμου που αρχίζει και τελειώνει λίγα μέτρα παρακάτω, χωρίς συνέχεια και χωρίς σαφή προορισμό, παραμένει ένα μεμονωμένο κομμάτι μιας μελέτης χωρίς ενιαίο όραμα, ανίκανο να επηρεάσει ουσιαστικά τον τρόπο που κινείται η πόλη.

Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα. Ποιος συνέταξε αυτή τη μελέτη; Με ποια κριτήρια επιλέχθηκε η απομάκρυνση των ώριμων δέντρων, η ισοπέδωση της υπερυψωμένης ζώνης και η συγκεκριμένη διάταξη του δημόσιου χώρου; Ποιες εναλλακτικές εξετάστηκαν πριν ληφθούν οι τελικές αποφάσεις; Ποια είναι η συνολική στρατηγική της Πάτρας για το πράσινο, την κινητικότητα και τον δημόσιο χώρο και με ποιον τρόπο εντάσσεται σε αυτήν η Γεροκωστοπούλου;

Η ποιότητα μιας ανάπλασης αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου. Φαίνεται δέκα και είκοσι χρόνια αργότερα, όταν οι πολίτες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον χώρο με άνεση, όταν τα δέντρα έχουν μεγαλώσει, όταν ο κόσμος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον χώρο με άνεση και χωρίς να χρειάζεται να προσαρμόζεται στις αδυναμίες του σχεδιασμού. Πολύ συχνά, όμως, οι αστικές παρεμβάσεις μοιάζουν να σχεδιάζονται με βασικό κριτήριο τη φωτογραφία των εγκαινίων. Η ζωή που θα ακολουθήσει αντιμετωπίζεται σχεδόν ως δευτερεύουσα λεπτομέρεια.

Η εμπειρία από τη Μαιζώνος έδειξε ότι υπήρχαν συνθετικές δυνατότητες που δεν αξιοποιήθηκαν. Μικρές αναδιατάξεις της διατομής θα μπορούσαν να είχαν διαφυλάξει μεγαλύτερο μέρος του πρασίνου, να είχαν εξασφαλίσει έναν ουσιαστικό ποδηλατόδρομο και να είχαν δημιουργήσει περισσότερα σημεία στάσης και παραμονής για τον πεζό. Η τελική διαμόρφωση επιβεβαίωσε, την προτίμηση σε μια εκτεταμένη επιφάνεια κυβολίθων εις βάρος της περιβαλλοντικής ποιότητας και της λειτουργικότητας του δρόμου.

Η Πάτρα έχει ανάγκη από μελέτες που ξεκινούν από όσα πολύτιμα διαθέτει ήδη και χτίζουν πάνω σε αυτά. Περισσότερο πράσινο, συνεκτικά δίκτυα μετακίνησης, δημόσιους χώρους που αντέχουν στον χρόνο και υπηρετούν την καθημερινή ζωή χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους. Χρειάζεται επίσης πολιτικές αποφάσεις που αξιολογούν ένα έργο όταν αυτό έχει πλέον ενσωματωθεί στην πόλη και όχι τη στιγμή που κόβεται η κορδέλα των εγκαινίων, καθώς και διαφάνεια, ώστε κάθε επιλογή να μπορεί να εξηγηθεί και να κριθεί δημόσια.

Ο δημόσιος χώρος δεν είναι μακέτα, ούτε θεατρικό σκηνικό. Αποτελεί το σαλόνι της πόλης. Κάθε παρέμβαση που αγνοεί και δεν σέβεται τη μνήμη του τόπου, το ώριμο πράσινο και τη λειτουργία του χώρου αφήνει ένα αποτύπωμα που θα συνοδεύει την πόλη για δεκαετίες. Η σκιά που χάνεται σήμερα δεν αντικαθίσταται εύκολα αύριο.

* Ο Εμμανουήλ Αμαριωτάκης είναι αρχιτέκτων μηχανικός, υποψήφιος διδάκτωρ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125