Ισραήλ: Πρώτος ο Νετανιάχου, αλλά χωρίς πλειοψηφία, σε ρόλο ρυθμιστή τα αραβικά κόμματα
Στις 54 έδρες ο κυβερνητικός συνασπισμός και στις 49 ο συνασπισμός του Άιζενκοτ, σύμφωνα με τα προσωρινά αποτελέσματα. Οι 17 έδρες των αραβικών κομμάτων, οι δύσκολες κυβερνητικές συνεργασίες και το ενδεχόμενο νέων εκλογών

Μια εκλογική πρωτιά που δεν εξασφαλίζει την παραμονή στην εξουσία και μια αντιπολίτευση που δυσκολεύεται να συμφωνήσει σε κοινή κυβερνητική λύση συνθέτουν το πολιτικό σκηνικό στο Ισραήλ, μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διατηρεί το Λικούντ στην πρώτη θέση, αλλά ο συνασπισμός του φαίνεται να χάνει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ ο βασικός αντίπαλός του, Γκάντι Άιζενκοτ, αναζητεί συμμάχους για να διεκδικήσει την πρωθυπουργία.
Με καταμετρημένο το 84,5% των εκλογικών τμημάτων, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, ο συνασπισμός Νετανιάχου συγκεντρώνει 54 έδρες, έναντι 49 του συνασπισμού υπό τον Άιζενκοτ. Την ίδια στιγμή, η Κοινή Λίστα και το Ra’am, τα δύο αραβικά πολιτικά σχήματα, συγκεντρώνουν συνολικά 17 έδρες.
Για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτούνται τουλάχιστον 61 έδρες στην Κνέσετ, το ισραηλινό κοινοβούλιο των 120 μελών. Κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά στρατόπεδα δεν φτάνει αυτό το όριο, γεγονός που μεταφέρει πλέον το ενδιαφέρον από την καταμέτρηση στις δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ των κομμάτων.
Διαβάστε επίσης: Ισραήλ: Εκλογικό θρίλερ χωρίς νικητή, μπροστά ο Νετανιάχου αλλά χωρίς πλειοψηφία
Η αραβική ψήφος αλλάζει τους συσχετισμούς
Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της εκλογικής αναμέτρησης είναι η αυξημένη συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, η οποία ενίσχυσε αισθητά την κοινοβουλευτική εκπροσώπησή τους.
Η συνολική συμμετοχή στις εκλογές έφτασε το 77,7%, έναντι 70,6% το 2022, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση από το 1999.
Η κινητοποίηση των Αράβων ψηφοφόρων συνδέεται, σύμφωνα με εκπροσώπους των κομμάτων τους, με την αντίδραση απέναντι στην πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου, ιδιαίτερα σε ζητήματα ασφάλειας, ισότητας και αντιμετώπισης της εγκληματικότητας στις αραβικές κοινότητες.
Η ενισχυμένη παρουσία της Κοινής Λίστας και του Ra’am μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.
Ωστόσο, η συνεργασία των αραβικών κομμάτων με τις υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης δεν θεωρείται δεδομένη. Παρά τον κοινό στόχο απομάκρυνσης του Νετανιάχου από την πρωθυπουργία, οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές παραμένουν σημαντικές.
Ο επικεφαλής της Κοινής Λίστας, Γιούσεφ Τζαμπαρίν, έχει δηλώσει ότι το κόμμα του είναι έτοιμο να συμβάλει στην απομάκρυνση της σημερινής κυβέρνησης. Αντίστοιχα, ο επικεφαλής του Ra’am, Μανσούρ Αμπάς, έχει εμφανιστεί ανοικτός σε πολιτική συνεργασία.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν τα κόμματα της αντιπολίτευσης συγκεντρώνουν αριθμητικά αρκετές έδρες, αλλά εάν μπορούν να συμφωνήσουν σε μια κοινή κυβερνητική κατεύθυνση.
Οι δύσκολες επιλογές και το ενδεχόμενο νέων εκλογών
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, παρά την απώλεια της πλειοψηφίας του συνασπισμού του σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, εξακολουθεί να διεκδικεί τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει υποστηρίξει ότι το Λικούντ παραμένει η ισχυρότερη πολιτική δύναμη και έχει καλέσει σε συγκρότηση δεξιάς κυβέρνησης. Παράλληλα, έχει απορρίψει το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με αραβικά κόμματα.
Από την πλευρά του, ο Γκάντι Άιζενκοτ υποστηρίζει ότι οι ψηφοφόροι έστειλαν μήνυμα πολιτικής αλλαγής. Ωστόσο, ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σύνθετο πρόβλημα: για να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα πρέπει να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ κομμάτων που διαφωνούν σε βασικά ζητήματα της ισραηλινής πολιτικής.
Ένα ακόμη ενδεχόμενο είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή του Λικούντ και του Yashar. Η προοπτική αυτή, πάντως, συναντά σημαντικά πολιτικά εμπόδια, καθώς ο Άιζενκοτ έχει αποκλείσει τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου.
Μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων, καθοριστικό ρόλο θα αναλάβει ο Πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, ο οποίος θα πρέπει να αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτικό που εκτιμά ότι μπορεί να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η πρώτη εντολή έχει διάρκεια 28 ημερών, με δυνατότητα παράτασης έως 14 ημέρες. Εάν η προσπάθεια αποτύχει, προβλέπονται επόμενα στάδια διερευνητικών διαδικασιών, τα οποία ενδέχεται τελικά να οδηγήσουν σε νέα εκλογική αναμέτρηση.
Το Ισραήλ έχει ήδη γνωρίσει αντίστοιχες περιόδους πολιτικής αστάθειας, πραγματοποιώντας πέντε εκλογικές αναμετρήσεις από το 2019 έως το 2022.
Προς το παρόν, η καταμέτρηση συνεχίζεται και εκκρεμεί η ενσωμάτωση επιπλέον ψήφων, μεταξύ των οποίων εκείνες των στρατιωτών.
Το βασικό δεδομένο παραμένει ότι η πρωτιά του Λικούντ δεν αρκεί από μόνη της για τον σχηματισμό κυβέρνησης, ενώ οι δυνάμεις που επιδιώκουν την αλλαγή εξουσίας καλούνται να μετατρέψουν την αριθμητική τους δύναμη σε συγκεκριμένη πολιτική συμφωνία.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News