Κωνσταντίνος Ασπιώτης: «Όταν οι γυναίκες αναλαμβάνουν την εξουσία, το κοινό δεν γελά, χειροκροτεί»
Ο ηθοποιός μιλά για τις «Εκκλησιάζουσες | Γυναίκες στην εξουσία», που έρχονται στην Πάτρα στις 6 Σεπτεμβρίου, τον νέο ρόλο του Κομπέρ, τις «μεταμφιέσεις» που εξακολουθούν να επιβάλλονται στις γυναίκες και το αυτοσαρκαστικό γέλιο του κοινού
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης επιστρέφει στην Πάτρα με τον Αριστοφάνη και τον Θέμη Μουμουλίδη, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη τους συνεργασία στους «Όρνιθες» του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Αυτή τη φορά συναντιούνται στις «Εκκλησιάζουσες | Γυναίκες στην εξουσία», που παρουσιάζονται στην πόλη στις 6 Σεπτεμβρίου.
Στην ελεύθερη απόδοση και διασκευή της Νεφέλης Μαϊστράλη και του Θέμη Μουμουλίδη, η αριστοφανική κωμωδία μεταφέρεται στον πολύχρωμο και ταυτόχρονα σκοτεινό κόσμο ενός καμπαρέ, με ήχους τζαζ και την αίσθηση του τσίρκου. Εκεί εμφανίζεται και ο Κομπέρ, ένας ρόλος που δεν υπήρχε στο αρχικό έργο και τον οποίο αναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης.
Η συζήτηση, όμως, δεν μένει μόνο στη σκηνική μεταμόρφωση του έργου. Ο ηθοποιός μιλά για την εξουσία και τη διαφθορά, για τα βάρη που εξακολουθούν να σηκώνουν οι γυναίκες, αλλά και για τις σύγχρονες «μεταμφιέσεις» στις οποίες συχνά καταφεύγουν προκειμένου να ακουστούν και να γίνουν σεβαστές. Εξηγεί ακόμη γιατί το κοινό δεν γελά όταν οι γυναίκες αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση, αλλά χειροκροτεί, και γιατί το γέλιο της παράστασης είναι, τελικά, κυρίως αυτοσαρκαστικό.
Είστε ο Κομπέρ, ένας ρόλος που δεν υπήρχε στον Αριστοφάνη, αλλά δημιουργήθηκε για τη συγκεκριμένη παράσταση. Τι ελευθερία σάς έδωσε αυτή η προσθήκη και ποια είναι η θέση του Κομπέρ μέσα στο έργο;
Εμένα προσωπικά μου έδωσε όποια ελευθερία ή όποια δυσκολία θα είχα έτσι κι αλλιώς με έναν ρόλο που ήταν ήδη δημιουργημένος. Πήραμε ένα πολύ ωραίο κείμενο, κατά την προσωπική μου άποψη, της Νεφέλης Μαϊστράλη και του Θέμη Μουμουλίδη, στο οποίο ο ρόλος του Κομπέρ υπήρχε ήδη μέσα στη διασκευή.
Θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ ταιριαστός με τον τρόπο που ο Θέμης (σ.σ. Μουμουλίδης) έχει σκηνοθετήσει το έργο, γιατί το τοποθετεί μέσα από το πρίσμα ενός καμπαρέ, ενός τσίρκου, ως αίσθηση και αισθητική, όπου όλα μπορούν να συμβούν. Και όταν όλα μπορούν να συμβούν, αυτό ταιριάζει απόλυτα στην ουτοπία που περιγράφει ο Αριστοφάνης σε πολλά έργα του. Οπότε ένας διευθυντής ενός καμπαρέ, όπως είναι ο Κομπέρ, είναι απόλυτα ταιριαστός.
Στην αρχή συναντάμε μια σύγχρονη γυναίκα, εξαντλημένη από όσα καλείται καθημερινά να προλάβει. Στη συνέχεια, αυτή η γυναίκα γίνεται η Πραξαγόρα. Υπάρχει μια ειρωνεία εδώ; Μια γυναίκα που ήδη σηκώνει τόσα βάρη καλείται να αλλάξει και τον κόσμο;
Είναι τεράστια κουβέντα το πώς και κατά πόσο αλλάζει ο κόσμος. Αλλά μια γυναίκα όπως αυτή που περιγράφει η παράστασή μας -και είναι, βέβαια, μια γυναίκα που συναντάμε στην καθημερινότητά μας- κατά τη γνώμη μου είναι μια Πραξαγόρα.
Βλέπουμε πολλά βάρη να σηκώνονται στους ώμους των γυναικών. Είναι μητέρες, εργαζόμενες, συνδυάζουν την καριέρα με το σπίτι. Πρέπει να τα καταφέρουν όλα σε μια κοινωνία που παραμένει ανδροκρατούμενη. Δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο σημείο να είμαστε ίσοι. Και δεν το εννοώ απλώς ως δική μου θέση· είναι αυτό που βλέπουμε. Μια γυναίκα θα αμειφθεί για την ίδια δουλειά λιγότερο από έναν άνδρα. Αυτός είναι ο κανόνας, δυστυχώς.
Οπότε, για μένα, μια σύγχρονη καθημερινή γυναίκα που έχει όλα αυτά τα βάρη στους ώμους της είναι μια Πραξαγόρα, γιατί καλείται να τα καταφέρει ακριβώς όπως ένας ηγέτης, ή μια ηγέτιδα, που ονειρεύεται και προσπαθεί να αλλάξει τη χώρα της για το καλό της κοινωνίας.
Τι σας ενδιέφερε περισσότερο να μεταφέρετε από τις «Εκκλησιάζουσες» στο σήμερα; Πρόκειται για ένα έργο που παραμένει διαρκώς επίκαιρο, αλλά υπάρχει κάτι που ακούγεται διαφορετικά μέσα στο 2026;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν κάτι ακούγεται διαφορετικά, γιατί υπάρχουν τόσο μεγάλα, σπουδαία και διαχρονικά θέματα, τα οποία έρχονται σε μια ευθεία, συνεκτική γραμμή από τον Αριστοφάνη ως σήμερα, που πραγματικά δεν ξέρω αν έχουν αλλάξει τα βαθιά υπαρξιακά ζητήματα που απασχολούν τον κόσμο.
Εδώ, πέρα από τα συναισθήματα, τις σχέσεις, τον πόλεμο των φύλων και τον πόλεμο τον γενικότερο που βιώνουμε –αυτό το βλέπουμε καθημερινά και στην εποχή μας–, υπάρχει και όλο το ζήτημα της εξουσίας: ποιος την αναλαμβάνει, πώς τη διαχειρίζεται, αν τη διαχειρίζεται για το συμφέρον του κόσμου, του λαού, ή για το συμφέρον της τσέπης του. Υπάρχει η διαφθορά και η ανερυθρία της διαφθοράς, η οποία πλέον δηλώνεται.
Όλα αυτά είναι διαχρονικά, δυστυχώς. Αλλά το να κάνει κάποιος μια παράσταση που τουλάχιστον τα εκθέτει ίσως είναι ένα βήμα προς την αλλαγή των συνειδήσεων.
Στον Αριστοφάνη οι γυναίκες χρειάζεται να μεταμφιεστούν σε άνδρες για να αποκτήσουν πολιτική φωνή. Σήμερα δεν χρειάζονται ανδρικά ρούχα. Υπάρχουν, όμως, ακόμη «μεταμφιέσεις» που μια γυναίκα αναγκάζεται να φορέσει για να ακουστεί;
Νομίζω ότι η μεταμφίεση απλώς δεν γίνεται πια μόνο με ρούχα –αν και πολλές φορές γίνεται και με ρούχα. Το ζήτημα είναι ότι ακόμη και τώρα, δυστυχώς, μια γυναίκα καλείται να «μεταμφιεστεί», μεταφορικά, σε άνδρα: ως προς τους τρόπους, τη σκληρότητα, την αυστηρότητα που πρέπει πολλές φορές να επιδείξει για να τη σεβαστούν. Και αυτά είναι χαρακτηριστικά που έχουμε μάθει, έχουμε συνηθίσει, να τα συνδέουμε με τον άνδρα.
Οπότε, με έναν τρόπο, ναι, υπάρχει ακόμη αυτή η ανάγκη μεταμφίεσης: να μη φανεί ότι έχεις, ας πούμε, την ευαίσθητη, συναισθηματική χορδή των γυναικών. Κάπως έτσι καλούμαστε να παίζουμε ρόλους με τους οποίους εγώ δεν συμφωνώ, αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι υπάρχουν.
Όπως υπάρχουν και διάφορα άλλα ζητήματα στην κοινωνία μας, τα οποία εγώ θεωρώ φυσιολογικά και για τα οποία δεν θα έπρεπε να γίνεται καν θέμα. Κι όμως γίνεται –και μάλλον πρέπει να γίνεται η συζήτηση– γιατί ο κόσμος είναι κολλημένος σε αντιλήψεις βαθιά ριζωμένες, που δύσκολα ξεριζώνονται.
Ο πιο εύκολος δρόμος θα ήταν να διαβάσουμε τις «Εκκλησιάζουσες» ως ένα έργο που λέει ότι οι γυναίκες θα κυβερνούσαν καλύτερα. Μήπως, όμως, το ερώτημά του δεν αφορά τόσο το φύλο όσο το τι κάνει η εξουσία στους ανθρώπους;
Είναι απολύτως αυτό που λέτε. Δεν έχει να κάνει τόσο με το ότι οι γυναίκες αναλαμβάνουν την εξουσία και, άρα, θα ήταν καλύτερο να την αναλάβουν εκείνες αντί για τους άνδρες. Έχει να κάνει με το τι κάνει κάθε άνθρωπος όταν βρίσκεται σε μια θέση εξουσίας.
Και με το πόσο η κωμωδία πρέπει να σκαρφιστεί διάφορα τεχνάσματα για να καταφέρει να περάσει κάτι καλό, βάζοντάς του μια ωραία ταμπέλα. Οπότε ναι, το έργο δεν έχει να κάνει στην πραγματικότητα με το φύλο. Έχει να κάνει με τον άνθρωπο και με τα όνειρά του για έναν καλύτερο κόσμο, για ένα καλύτερο κράτος.
Έχετε ήδη δώσει πολλές παραστάσεις και έχετε ακούσει το γέλιο των θεατών. Πού πέφτει σήμερα το αριστοφανικό γέλιο; Γελάμε με τις γυναίκες που επιχειρούν την ανατροπή ή με έναν κόσμο στον οποίο αυτή η ανατροπή εξακολουθεί να μοιάζει τόσο μεγάλη υπόθεση;
Όχι, το κοινό δεν γελά καθόλου με αυτό. Από την εμπειρία των παραστάσεων, στο σημείο όπου αναφέρεται ότι ο μόνος τρόπος για να σωθεί η χώρα μας είναι να αναλάβουν οι γυναίκες την εξουσία, πέφτει χειροκρότημα στο θέατρο, καθόλου γέλιο. Δηλαδή το κοινό δέχεται αυτή την ιδέα με χειροκροτήματα και ανοιχτές αγκάλες.
Άλλα είναι τα ζητήματα που προκαλούν γέλιο. Κυρίως, θεωρώ, είναι ζητήματα που αναγνωρίζει ο κόσμος και στον εαυτό του, αλλά και στους ανθρώπους που μας κυβερνούν, στα κακώς κείμενα. Όταν τα προβάλλεις μέσα από το όχημα, τη μάσκα της κωμωδίας, καταφέρνουν να κάνουν τον κόσμο να αυτοσαρκάζεται.
Νομίζω ότι το γέλιο του κόσμου σε αυτή την παράσταση είναι κυρίως αυτοσαρκαστικό, επειδή αναγνωρίζει τις αδυναμίες του.
Τι μαθαίνει ένας ηθοποιός για μια κοινωνία από τα πράγματα με τα οποία εκείνη γελά;
Ένας ηθοποιός μαθαίνει αρχικά από την καθημερινότητά του τι συμβαίνει, τι απασχολεί τον κόσμο, τι αξίζει να προσέξει και με τι αξίζει να ασχοληθεί. Και αυτά φέρνει στη σκηνή, αυτά φέρνει στο θέατρο. Ένας καλλιτέχνης, γενικότερα, αυτά φέρνει στην τέχνη του.
Από εκεί και πέρα, εμείς που ασχολούμαστε με το τεχνικό μέρος της κωμωδίας προσπαθούμε να τεστάρουμε κάθε φορά. Υπάρχει το αστείο που είναι αστείο επειδή βασίζεται σε κάτι παράλογο, όπως συμβαίνει με τα ανέκδοτα που στηρίζονται στο παράλογο. Υπάρχουν και τεχνικές που έχεις ανακαλύψει, που έχεις παρατηρήσει, και προσπαθείς να τις αναπαράγεις, να τις φέρεις στη σκηνή.
Αυτό το τεστ, όμως, στην πραγματικότητα μόνο με τον κόσμο μπορεί να λειτουργήσει. Μόνο εκεί μπορείς να τεσταριστείς. Και η αλήθεια είναι πως παρατηρώ, με τη μικρή μου εμπειρία, ότι όσο περισσότερος είναι ο κόσμος στο κοινό τόσο πιο εύκολα εκφράζεται.
Η πρώτη σας συνεργασία με τον Θέμη Μουμουλίδη ήταν στους «Όρνιθες» του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα επιστρέφετε στην Πάτρα, ξανά με τον ίδιο σκηνοθέτη και ξανά με τον Αριστοφάνη. Τι αναγνωρίζετε ακόμη από τον τότε εαυτό σας ως ηθοποιό και τι έχει αλλάξει ριζικά;
Σίγουρα έχουν αλλάξει διάφορα. Ας ξεκινήσουμε από αυτά. Είναι πιο δύσκολο σωματικά το πράγμα, γιατί το σώμα μεγαλώνει μαζί με τον άνθρωπο, ευτυχώς. Αλλά, από την άλλη, έχει κερδίσει ένα περπάτημα στο σανίδι που έχει προσφέρει στιγμές, εμπειρία. Πολλά πράγματα μπορούν να είναι, με την καλή έννοια, πιο εύκολα. Υπάρχουν πράγματα που έχω κατακτήσει τεχνικά και μπορεί να μου είναι πολύ πιο εύκολο να τα κάνω τώρα.
Είναι όπως ένας τεχνίτης: στην αρχή δύσκολα φτιάχνεις μια καρέκλα· μετά από είκοσι χρόνια νομίζω ότι είναι πιο εύκολο. Εκεί κερδίζεται κάτι άλλο: προσπαθείς να διαμορφώνεις διαφορετικού είδους καρέκλες και να είσαι στην εποχή σου.
Αυτό είναι και κάτι που έχει μείνει ίδιο. Εγώ προσπαθώ να είμαι πολύ πάνω στη στιγμή, στο εδώ και τώρα, στο σύγχρονο κοινό, και μάλιστα στο σύγχρονο κοινό της ημέρας για την οποία έχει κλειστεί το ραντεβού. Δηλαδή στην Πάτρα θα είμαι εκεί με το κοινό της Πάτρας. Και αυτό είναι το πολύ ωραίο της συγκεκριμένης δουλειάς. Στο θέατρο, αυτό είναι που κάνει μοναδική τη ζωντανή στιγμή.
Κι ας υπάρχει η επανάληψη, η οποία ουσιαστικά δεν είναι επανάληψη με αυτόν τον τρόπο…
Ναι. Είναι μια επανάληψη που δεν είναι στ’ αλήθεια επανάληψη. Κάθε μέρα πρέπει να είναι καινούργια και φροντίζουμε γι’ αυτό. Και να σας πω κάτι; Δεν το νιώθω. Δεν νιώθω αυτή την επανάληψη.
Έχω, επίσης, μια διάθεση που κρατά από τότε ως σήμερα: να λέω ιστορίες και να τις μοιράζομαι με τον κόσμο, προφανώς, όχι να τις λέω μόνος μου, πηγαίνοντας πάνω κάτω.
Ύστερα από ένα ολόκληρο καλοκαίρι με τις «Εκκλησιάζουσες», υπάρχει κάτι μέσα από αυτή την παράσταση που σας έκανε να δείτε διαφορετικά τις γυναίκες, τους άνδρες ή όλους μας μαζί;
Είναι ένα ερώτημα το οποίο δεν μπορώ να απαντήσω τώρα. Θα πρέπει να περάσει λίγος καιρός για να κάνω έναν απολογισμό και μια αποτίμηση. Αυτή τη στιγμή είμαι μέσα στη δράση και με απασχολεί τόσο πολύ το να είναι τα πράγματα σωστά ως προς τους στόχους του έργου. Όλη μου η προσπάθεια βρίσκεται εκεί.
Και επειδή γνωρίζω τον εαυτό μου, η αλήθεια είναι ότι, όταν ηρεμήσεις λίγο, καθίσεις και περάσει κάποιος καιρός, βλέπεις ότι κάτι σε έχει προχωρήσει, κάτι σε έχει εξελίξει, κάτι σε έχει αλλάξει. Κάτι δεν είναι ακριβώς ίδιο με πριν.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Viber:+306909196125
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News