Η λογοτεχνία βρήκε τον νέο της τόπο: Στις 4 το πρωί, στην πίστα

Για χρόνια τα clubs στα βιβλία σήμαιναν ξενύχτι, ναρκωτικά και φυγή. Τώρα μια νέα γενιά συγγραφέων, από τη McKenzie Wark και την Aria Aber μέχρι την Emily Witt και τη Mónica Ojeda, επιστρέφει στη νύχτα για κάτι περισσότερο: εκεί οι ήρωες δοκιμάζουν ποιοι μπορούν να γίνουν όταν σβήσουν τα φώτα

Πίστα σε techno club με πλήθος και φωτισμό Από το Βερολίνο μέχρι τη Νέα Υόρκη, η club κουλτούρα επιστρέφει δυναμικά στη σύγχρονη λογοτεχνία

Κάθε εποχή της λογοτεχνίας είχε τα δικά της μέρη για να στέλνει τους ανθρώπους της. Σαλόνια, καφενεία, μπαρ, δρόμους, εργοστάσια. Εκεί συναντιούνταν, ερωτεύονταν, συγκρούονταν, άλλαζαν κοινωνική τάξη ή αποφάσιζαν ποιοι ήθελαν να γίνουν.

Σε μια σειρά από βιβλία των τελευταίων χρόνων, ένας άλλος χώρος αρχίζει να διεκδικεί αυτή τη θέση: η πίστα. Και συνήθως είναι τέσσερις το πρωί.

Η McKenzie Wark γράφει για τα underground raves της Νέας Υόρκης. Η Emily Witt επιστρέφει στα clubs της ίδιας πόλης. Η Aria Aber βάζει την ηρωίδα του «Good Girl» να περιπλανιέται στη βερολινέζικη techno σκηνή. Ο Liam Cagney ακολουθεί τη διαδρομή της techno μέχρι το Berghain. Και η Mónica Ojeda ανεβάζει τους ήρωές της στις Άνδεις για ένα φανταστικό φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο rave, την τελετουργία και την παραίσθηση.

Ο New Yorker συγκέντρωσε πρόσφατα αυτή τη νέα φουρνιά βιβλίων και εντόπισε κάτι που δύσκολα μοιάζει πια με σύμπτωση: το club επιστρέφει στη λογοτεχνία, αλλά με διαφορετικό ρόλο από εκείνον που είχε πριν από τρεις δεκαετίες.

Η λογοτεχνία είχε ξαναξενυχτήσει

Τα clubs δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά στα βιβλία του 2020.

Η rave κουλτούρα των ’90s είχε βρει σχεδόν αμέσως τον δρόμο της προς τη λογοτεχνία. Στο «Trainspotting» του Irvine Welsh, στο «Morvern Callar» του Alan Warner, στο «Rave» του Rainald Goetz ή στο «Superstars» της Ann Scott, η νύχτα κουβαλούσε την ένταση μιας εποχής που ανακάλυπτε καινούργιους ήχους, ουσίες και τρόπους διασκέδασης.

Εκείνη η λογοτεχνία έγραφε συχνά για την υπερβολή της νύχτας: την έκσταση, τα ναρκωτικά, το σεξ, την κατανάλωση, την αποξένωση, την επόμενη ημέρα.

Οι νεότεροι συγγραφείς δεν έχουν εγκαταλείψει τίποτα από αυτά. Τα ναρκωτικά υπάρχουν. Η αυτοκαταστροφή επίσης. Υπάρχουν χρήματα, πόρτες που δεν ανοίγουν για όλους, επιθυμία, κίνδυνος και η πολύ πραγματική πιθανότητα η περίφημη «ελευθερία» της νύχτας να αποδειχθεί ψευδαίσθηση.

Αυτό που έχει αλλάξει είναι η ερώτηση.

Οι ήρωες δεν πηγαίνουν μόνο στο club για να ξεφύγουν. Πηγαίνουν για να δουν ποιοι μπορούν να είναι εκεί μέσα.

Διαβάστε επίσης: «The Love Hypothesis»: Από fan fiction για Rey και Kylo Ren σε ταινία – Με τον σύζυγο της Daisy Ridley

Στο Βερολίνο, η Nila δοκιμάζει μια άλλη ζωή

Το «Good Girl», το πρώτο μυθιστόρημα της ποιήτριας Aria Aber, είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα.

Η Nila είναι κόρη Αφγανών προσφύγων και μεγαλώνει στο Βερολίνο. Θέλει να γίνει φωτογράφος, θέλει να μπει στον κόσμο της τέχνης και, κυρίως, θέλει να ξεφύγει από όσα πιστεύει ότι οι άλλοι βλέπουν επάνω της πριν ακόμη τη γνωρίσουν.

Αποκρύπτει την καταγωγή της και βυθίζεται στη νυχτερινή ζωή της πόλης, στην techno, στα ναρκωτικά και σε μια σχέση με έναν μεγαλύτερο Αμερικανό συγγραφέα.

Η Aber έχει μιλήσει για δύο κόσμους που γνώριζε καλά στη Γερμανία: από τη μία, μεταναστευτικές κοινότητες που αγωνίζονταν να ενσωματωθούν και, από την άλλη, μια club αντικουλτούρα που έκανε σχεδόν το αντίθετο, διεκδικώντας το δικαίωμα να μη συμμορφωθεί.

Αυτή η αντίθεση περνά μέσα στο μυθιστόρημα.

Η Nila δεν μπαίνει απλώς σε ένα club. Μπαίνει σε έναν χώρο όπου μπορεί να δοκιμάσει μια ταυτότητα διαφορετική από εκείνη που κουβαλά έξω.

Και φυσικά ανακαλύπτει ότι ούτε αυτή έρχεται χωρίς κόστος.

Η McKenzie Wark γράφει από μέσα

Στο «Raving», η McKenzie Wark δεν κοιτάζει το rave σαν εξωτερικός παρατηρητής. Γράφει μέσα από τη δική της εμπειρία στην queer και trans underground σκηνή της Νέας Υόρκης.

Εδώ η πίστα αποκτά άλλη διάσταση.

Σώματα που έξω από το club διαβάζονται, κρίνονται και κατηγοριοποιούνται μπορούν για μερικές ώρες να κινηθούν διαφορετικά. Η μουσική, το σκοτάδι και το πλήθος δημιουργούν μια προσωρινή κοινότητα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι ανισότητες ή οι αποκλεισμοί του έξω κόσμου.

Δίπλα στη Wark βρίσκεται η Emily Witt. Στο «Health and Safety: A Breakdown», η δημοσιογράφος και συγγραφέας καταγράφει χρόνια της ζωής της στη Νέα Υόρκη, με τη νυχτερινή ζωή, τα drugs, τις σχέσεις και την πολιτική αναταραχή της εποχής να μπλέκονται σε μια προσωπική αφήγηση.

Το club δεν λειτουργεί ως εξωτικό σκηνικό. Είναι μέρος της ζωής που προσπαθεί να καταλάβει.

Και κάπου στις Άνδεις το rave γίνεται τελετουργία

Η Mónica Ojeda παίρνει αυτή τη λογοτεχνική πίστα και τη μεταφέρει πολύ μακριά από τη Νέα Υόρκη και το Βερολίνο.

Στο «Electric Shamans at the Festival of the Sun» δύο φίλες, η Noa και η Nicole, ταξιδεύουν στο Solar Noise, ένα φεστιβάλ πειραματικής μουσικής στις Άνδεις.

Ο κόσμος γύρω τους είναι βίαιος και ασταθής. Σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις, κρατική βία και καρτέλ συνυπάρχουν με μουσικούς, ravers, ποιητές και σαμάνους.

Η Ojeda δεν χρησιμοποιεί το φεστιβάλ για να δώσει απλώς λίγο ηλεκτρονικό soundtrack στην ιστορία της. Η μουσική και ο χορός πλησιάζουν την τελετουργία. Η πίστα γίνεται ένας προσωρινός τόπος στον οποίο η συλλογική εμπειρία μπορεί να μοιάσει με μεταμόρφωση.

Μέχρι να τελειώσει.

Και αυτή η προσωρινότητα έχει σημασία. Τα νέα αυτά βιβλία δεν παρουσιάζουν τη νύχτα ως μια μαγική έξοδο από την πραγματικότητα. Το club κλείνει, το φεστιβάλ τελειώνει, τα φώτα ανάβουν. Οι ήρωες επιστρέφουν στον ίδιο κόσμο από τον οποίο μπήκαν.

Μόνο που για μερικές ώρες έχουν δοκιμάσει κάτι άλλο.

Διαβάστε επίσης: Η συγγραφέας του «After» έκανε το «The Last Sunrise» ανάποδα – Πρώτα η ταινία, μετά το βιβλίο

Το Berghain δεν είναι απλώς ένα διάσημο club

Υπάρχει ένας λόγος που το Βερολίνο επανέρχεται τόσο συχνά σε αυτές τις ιστορίες.

Ο Liam Cagney, στο «Berghain Nights», δεν γράφει απλώς για ένα από τα διασημότερα clubs στον κόσμο. Χρησιμοποιεί το Berghain για να ακολουθήσει μια πολύ μεγαλύτερη διαδρομή: από τη γέννηση της techno στο μεταβιομηχανικό Detroit έως τη μεταφορά της στο Βερολίνο μετά την πτώση του Τείχους.

Στην επανενωμένη πόλη, εγκαταλειμμένα κτίρια και βιομηχανικοί χώροι έγιναν πεδίο για μια νέα club κουλτούρα. Χώροι που είχαν χάσει την προηγούμενη χρήση τους αποκτούσαν ξαφνικά άλλη ζωή.

Η πίστα, δηλαδή, είχε γίνει κοινωνικός τόπος πολύ πριν γίνει λογοτεχνικός.

Οι συγγραφείς απλώς άρχισαν να την κοιτούν πιο προσεκτικά.

Γιατί η πίστα κάνει τόσο καλό μυθιστόρημα

Υπάρχει κάτι πολύ χρήσιμο για έναν συγγραφέα σε ένα club.

Μέσα σε λίγα τετραγωνικά μπορούν να βρεθούν άνθρωποι που έξω από αυτό δεν θα συναντιούνταν ποτέ. Κάποιος μπορεί να πει ψέματα για το ποιος είναι, κάποιος άλλος να εμφανιστεί όπως πραγματικά αισθάνεται ότι είναι, ένας τρίτος να χαθεί μέσα στο πλήθος. Η μουσική δυσκολεύει τη συζήτηση και κάνει το σώμα σημαντικότερο από τον λόγο. Η νύχτα έχει αρχή και τέλος, άρα και τη δική της μικρή δραματουργία.

Κυρίως, όμως, το club προσφέρει κάτι που ενδιαφέρει ανέκαθεν το μυθιστόρημα: ανθρώπους που δοκιμάζουν τον εαυτό τους απέναντι στους άλλους.

Γι’ αυτό ίσως η καινούργια λογοτεχνία της πίστας δεν χρειάζεται καν να αποφασίσει αν το rave είναι απελευθέρωση ή αυταπάτη.

Μπορεί να είναι και τα δύο.

Οι συγγραφείς που επιστρέφουν σήμερα στα clubs δεν γράφουν έναν ύμνο στη νύχτα. Γράφουν για όσα μπορούν να συμβούν όταν, για λίγες ώρες, οι κανονικοί κανόνες χαλαρώνουν και άνθρωποι που δεν έχουν πολλά κοινά μπαίνουν στον ίδιο χώρο.

Η λογοτεχνία πάντα ενδιαφερόταν για το τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο.

Απλώς αυτή τη φορά το δωμάτιο έχει strobes και παίζει techno.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο