Μάνος Χατζιδάκις: Ο δύσκολος άνθρωπος πίσω από τις πιο τρυφερές μουσικές μας

Στις 15 Ιουνίου 1994 έφυγε από τη ζωή ο Μάνος Χατζιδάκις, ένας από τους δημιουργούς που άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο ακούμε την ελληνική μουσική. Τριάντα δύο χρόνια μετά, τα τραγούδια του δεν επιστρέφουν μόνο ως νοσταλγία, αλλά ως υπενθύμιση ενός ανθρώπου που υπήρξε τρυφερός, αυστηρός, ανυπότακτος και βαθιά απαιτητικός με την εποχή του.

Ο Μάνως Χατζιδάκις στην Νικόπολη το 1987

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν υπήρξε ποτέ μια εύκολη περίπτωση. Κι ας έγραψε μερικές από τις πιο τρυφερές, αναγνωρίσιμες και αγαπημένες μουσικές που ακούστηκαν στην Ελλάδα. Πίσω από το «Χάρτινο το φεγγαράκι», το «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι», το «Μην τον ρωτάς τον ουρανό», την «Οδό Ονείρων», τον «Κεμάλ», την «Αθανασία» και τα «Παιδιά του Πειραιά», υπήρχε ένας άνθρωπος που δεν χαριζόταν εύκολα σε κανέναν.

Στις 15 Ιουνίου 1994, η είδηση του θανάτου του σήμανε το τέλος μιας από τις πιο ιδιαίτερες παρουσίες της ελληνικής μουσικής. Ο Χατζιδάκις δεν ήταν μόνο συνθέτης. Ήταν δημόσια φωνή, αισθητική στάση, τρόπος σκέψης. Ένας δημιουργός που μπορούσε να γράψει με απίστευτη λεπτότητα για τη νύχτα, τον έρωτα, τη μοναξιά και την παιδικότητα, αλλά την ίδια στιγμή να μιλήσει σκληρά για τη μετριότητα, τον λαϊκισμό, την ευκολία και τη χυδαιότητα.

Η μουσική του είχε συχνά μια καθαρότητα που έμοιαζε σχεδόν αθώα. Ο ίδιος, όμως, δεν υπήρξε ποτέ αφελής. Ήξερε καλά την Ελλάδα που αγαπούσε και την Ελλάδα που τον εξόργιζε. Κι αυτός ο διχασμός, ανάμεσα στην τρυφερότητα και την αυστηρότητα, είναι ίσως ένα από τα στοιχεία που τον κρατούν ακόμη ζωντανό.

Από το ρεμπέτικο στη μεγάλη σκηνή

Ο Χατζιδάκις υπήρξε από τους ανθρώπους που κοίταξαν το λαϊκό τραγούδι χωρίς συγκατάβαση. Σε μια εποχή που το ρεμπέτικο κουβαλούσε ακόμη τη ρετσινιά του περιθωρίου, εκείνος είδε μέσα του ποίηση, αλήθεια, δραματικότητα, κοινωνική μνήμη. Δεν το αντιμετώπισε σαν φολκλόρ ούτε σαν κάτι «χαμηλό» που έπρεπε να εξευγενιστεί. Το άκουσε σοβαρά.

Αυτή η ματιά του λέει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη μουσική. Ο Χατζιδάκις μπορούσε να κινηθεί από το λαϊκό στο λόγιο, από το θέατρο στον κινηματογράφο, από το τραγούδι στην ορχηστρική σύνθεση, χωρίς να μοιάζει σαν να αλλάζει κόσμο. Για εκείνον, το ζήτημα δεν ήταν η κατηγορία. Ήταν η ποιότητα της συγκίνησης.

Γι’ αυτό και η μουσική του δεν κλείστηκε ποτέ σε ένα είδος. Άλλοτε ακούγεται σαν παιδικό όνειρο, άλλοτε σαν βραδινή εξομολόγηση, άλλοτε σαν αστικό παραμύθι, άλλοτε σαν σχόλιο πάνω σε μια Ελλάδα που αλλάζει και χάνει κάτι από την αθωότητά της. Στα τραγούδια του υπάρχει συχνά φως, αλλά δεν είναι εύκολο φως. Έχει σκιά από κάτω.

Τα τραγούδια που έγιναν κοινή μνήμη

Υπάρχουν τραγούδια που ανήκουν σε έναν δίσκο, σε μια εποχή, σε μια παράσταση. Και υπάρχουν τραγούδια που βγαίνουν από το αρχικό τους πλαίσιο και γίνονται κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Ο Χατζιδάκις έγραψε πολλά από αυτά.

Το «Χάρτινο το φεγγαράκι», σε στίχους Νίκου Γκάτσου, είναι από τα τραγούδια που έχουν περάσει σε μια σχεδόν άχρονη περιοχή. Το ξέρουν άνθρωποι διαφορετικών γενεών, ακόμη κι αν δεν θυμούνται πάντα από πού ξεκίνησε. Έχει αυτή τη σπάνια απλότητα που δεν είναι φτώχεια, αλλά συμπύκνωση. Λίγες λέξεις, μια μελωδία που μένει, μια αίσθηση εύθραυστη και καθαρή.

Το «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» κρατά κάτι από την παλιά ελληνική αθωότητα του κινηματογράφου, αλλά και κάτι πιο βαθύ: την ανάγκη να ξεφύγεις από τη γη, έστω για λίγο. Τα «Παιδιά του Πειραιά», που έφεραν στον Χατζιδάκι το Όσκαρ, έγιναν διεθνώς αναγνωρίσιμα, παρότι ο ίδιος είχε μια σύνθετη σχέση με αυτή την επιτυχία και με τον τρόπο που συχνά επισκίαζε άλλες πλευρές του έργου του.

Και μετά υπάρχει ο «Κεμάλ». Ένα τραγούδι που μοιάζει με παραμύθι, αλλά αφήνει στο τέλος μια πικρή γεύση για τον κόσμο, την εξουσία, την αδικία και την αδυναμία της αθωότητας να νικήσει πάντα. Είναι από εκείνα τα τραγούδια που πολλοί έμαθαν σχεδόν σαν αφήγηση, σαν μικρή ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα.

Η συνεργασία με τον Γκάτσο και η ποίηση στο τραγούδι

Δεν γίνεται να μιλήσει κανείς για τον Χατζιδάκι χωρίς να σταθεί στον Νίκο Γκάτσο. Η συνάντησή τους υπήρξε από τις πιο γόνιμες της ελληνικής μουσικής. Ο Γκάτσος έφερνε τη συμπύκνωση, την εικόνα, την ποιητική ακρίβεια. Ο Χατζιδάκις έδινε στις λέξεις χώρο να αναπνεύσουν, μελωδία να σταθούν, σώμα για να μπουν στη ζωή των ανθρώπων.

Μαζί δημιούργησαν τραγούδια που δεν ακούγονται σαν «μελοποιημένη ποίηση» με την κουρασμένη έννοια του όρου. Ακούγονται σαν τραγούδια που είχαν από την αρχή γεννηθεί για να ειπωθούν έτσι. Με απλότητα, αλλά όχι ευκολία. Με λυρισμό, αλλά όχι γλυκερότητα. Με συναίσθημα, αλλά χωρίς φτηνό εκβιασμό.

Αυτή είναι μια από τις μεγάλες διαφορές του Χατζιδάκι. Η τρυφερότητά του δεν ήταν ποτέ φτηνή. Δεν έγραφε για να συγκινήσει εύκολα. Έγραφε με έναν τρόπο που άφηνε τον ακροατή να πλησιάσει μόνος του. Και ίσως γι’ αυτό πολλά τραγούδια του αντέχουν ακόμη: επειδή δεν εξάντλησαν το συναίσθημά τους στην πρώτη ακρόαση.

Η δημόσια φωνή που δεν χάιδευε αυτιά

Ο Χατζιδάκις υπήρξε και ένας δημόσιος άνθρωπος με ισχυρή άποψη. Δεν περιορίστηκε στον ρόλο του συνθέτη που γράφει ωραία τραγούδια και αφήνει τον κόσμο να τα αγαπά. Μιλούσε. Παρενέβαινε. Ενοχλούσε. Συχνά προκαλούσε αντιδράσεις, γιατί δεν χρησιμοποιούσε τη δημόσια παρουσία του για να γίνει ευχάριστος.

Ήταν αυστηρός με την αισθητική παρακμή, με τη δημαγωγία, με την εύκολη συγκίνηση, με την πολιτιστική ευτέλεια. Δεν τον ενδιέφερε να χωρέσει σε απλές πολιτικές ή κοινωνικές ταμπέλες. Αυτό τον έκανε δύσκολο, πολλές φορές αντιφατικό για όσους ήθελαν τους ανθρώπους του πνεύματος πιο τακτοποιημένους.

Στον δημόσιο λόγο του υπήρχε μια απαίτηση. Να μη συνηθίζουμε το χυδαίο. Να μην μπερδεύουμε το λαϊκό με το φτηνό. Να μην θεωρούμε την ευκολία δημοκρατικότητα. Να κρατάμε ένα μέτρο ποιότητας, ακόμη κι όταν η εποχή σπρώχνει προς το αντίθετο.

Αυτή η πλευρά του μοιάζει σήμερα σχεδόν ενοχλητικά επίκαιρη. Σε έναν κόσμο γεμάτο θόρυβο, ταχύτητα, κατανάλωση και εύκολη συγκίνηση, ο Χατζιδάκις θυμίζει έναν δημιουργό που ζητούσε από την τέχνη και από τη δημόσια ζωή κάτι πιο απαιτητικό.

Γιατί ακούγεται ακόμη σημερινός

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν αντέχει στον χρόνο μόνο επειδή έγραψε όμορφες μελωδίες. Αν ήταν μόνο αυτό, θα είχε μείνει ως ένας μεγάλος συνθέτης μιας άλλης εποχής. Αντέχει επειδή το έργο του εξακολουθεί να συνομιλεί με κάτι βαθύτερο: την ανάγκη για ομορφιά χωρίς ευκολία, για λαϊκότητα χωρίς έκπτωση, για τρυφερότητα χωρίς μελόδραμα.

Τα τραγούδια του μπορούν να ακουστούν σε διαφορετικές στιγμές και να αλλάξουν σημασία. Άλλο είναι να ακούς το «Χάρτινο το φεγγαράκι» παιδί, άλλο ενήλικας. Άλλο είναι να ακούς τον «Κεμάλ» σαν παραμύθι, άλλο να τον ακούς γνωρίζοντας καλύτερα τον κόσμο. Άλλο είναι να τραγουδάς την «Αθανασία» σαν ωραία μελωδία, άλλο να νιώθεις το βάρος της λέξης.

Η μουσική του έχει αυτή την ικανότητα να μεγαλώνει μαζί με τον ακροατή. Να μην εξαντλείται στην πρώτη συγκίνηση. Να αφήνει χώρο για επιστροφές.

Μια απουσία που δεν έγινε σιωπή

Τριάντα δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Μάνος Χατζιδάκις παραμένει παρών με έναν τρόπο που δεν χρειάζεται επετειακή υπερβολή. Παρών στα τραγούδια που συνεχίζουν να ακούγονται. Παρών στις φράσεις του που επανέρχονται κάθε φορά που η δημόσια συζήτηση φτωχαίνει. Παρών στην ιδέα ότι η τέχνη μπορεί να είναι λαϊκή χωρίς να είναι εύκολη, τρυφερή χωρίς να είναι αδύναμη, πολιτική χωρίς να γίνεται σύνθημα.

Η σημερινή ημέρα μπορεί να γίνει και μία αφορμή να ξανακούσουμε αλλιώς έναν δημιουργό που δεν ήθελε να μας νανουρίσει με ωραίες μελωδίες. Ήθελε, με τον δικό του τρόπο, να μας κάνει πιο απαιτητικούς.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125