Marfin: «Ακούω ακόμα τη φωνή της Αγγελικής» – Συγκλονίζει η γυναίκα που σώθηκε τελευταία
Η Μαρία Καραγιάννη, η γυναίκα που έμεινε στη συλλογική μνήμη ως η μαυροντυμένη υπάλληλος στο μπαλκόνι της Marfin, μιλά ξανά για τα 40 λεπτά επιθανάτιας αγωνίας, τις φωνές των συναδέλφων της και την υπόθεση που επιστρέφει στη Δικαιοσύνη μετά από 16 χρόνια

Δεκαέξι χρόνια μετά τον φονικό εμπρησμό της Marfin, η Μαρία Καραγιάννη ξαναζεί τη φρίκη εκείνης της ημέρας. Είναι η γυναίκα που καταγράφηκε στο μπαλκόνι του φλεγόμενου κτιρίου, ζητώντας βοήθεια μέσα στους καπνούς, και ο τελευταίος άνθρωπος που απεγκλωβίστηκε από την Πυροσβεστική. Σήμερα, με αφορμή τις συλλήψεις δύο κατηγορουμένων για την επίθεση της 5ης Μαΐου 2010, μιλά για τον φόβο, τον θυμό, τις ενοχές και τις φωνές που δεν έσβησαν ποτέ από τη μνήμη της.
Η τραγωδία της Marfin κόστισε τη ζωή σε τρεις εργαζομένους: την 32χρονη Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος, τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσάκαλη και την 35χρονη Παρασκευή Ζούλια. Και οι τρεις εγκλωβίστηκαν στο κτίριο και πέθαναν από ασφυξία.
«Μετά τον φόβο έρχεται ο θυμός»
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, η Μαρία Καραγιάννη περιγράφει πώς οι τελευταίες εξελίξεις άνοιξαν ξανά μια πληγή που, στην πραγματικότητα, δεν έκλεισε ποτέ. Όπως λέει, πρώτα επιστρέφει ο φόβος και ο τρόμος για όσα έζησαν εκείνη την ημέρα. Μετά, έρχεται ο θυμός.
Διαβάστε επίσης: Marfin: Ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή το αδίκημα που αναφέρεται στο ένταλμα για τους συλληφθέντες
Η ίδια εύχεται η υπόθεση να φτάσει επιτέλους στο τέλος της. Όχι γιατί μια δικαστική εξέλιξη μπορεί να αναιρέσει όσα συνέβησαν, αλλά γιατί, όπως εξηγεί, υπάρχει ανάγκη λογοδοσίας για ένα έγκλημα που άφησε πίσω του νεκρούς, τραύμα και αναπάντητα ερωτήματα.
«Μου είναι αδιανόητο να κυκλοφορούν ελεύθεροι και να χαίρονται τη ζωή τους, και οι άλλοι να είναι νεκροί», αναφέρει, δίνοντας το μέτρο της οργής που παραμένει ζωντανή.
Οι κραυγές πριν από τις μολότοφ
Η Μαρία Καραγιάννη επιμένει σε μια λεπτομέρεια που κάνει τη μαρτυρία της ακόμη πιο σκληρή: οι άνθρωποι μέσα στο κτίριο φώναζαν. Προειδοποιούσαν ότι υπήρχαν εργαζόμενοι στο εσωτερικό. Εκλιπαρούσαν να μη ρίξουν τις μολότοφ.
Σύμφωνα με όσα περιγράφει, οι συνάδελφοί της φώναζαν: «Μην το ρίξεις, είμαστε άνθρωποι μέσα». Παρ’ όλα αυτά, η επίθεση έγινε. Το κτίριο τυλίχθηκε στις φλόγες και οι εργαζόμενοι εγκλωβίστηκαν μέσα στον καπνό.
Για την ίδια, αυτό είναι το σημείο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Όχι μόνο επειδή χάθηκαν τρεις ζωές, αλλά επειδή οι δράστες, όπως λέει, ήξεραν ότι μέσα υπήρχαν άνθρωποι.
«Έλεγα ότι δεν έχω άλλη ανάσα»
Η επιζήσασα της Marfin περιγράφει περίπου 40 λεπτά επιθανάτιας αγωνίας. Τότε, όπως λέει, δεν είχε αίσθηση του χρόνου. Δεν ήξερε πόσο είχε κρατήσει ο εγκλωβισμός της. Το έμαθε αργότερα, μέσα από τη δικογραφία.
Ο καπνός γινόταν όλο και πιο πυκνός. Η ανάσα λιγόστευε. Η απελπισία μεγάλωνε. «Έλεγα ότι δεν έχω άλλη ανάσα», θυμάται, περιγράφοντας την κατάσταση σαν ένα δηλητήριο που μπαίνει στο μυαλό και σε οδηγεί σε απόγνωση.
Η εικόνα της στο μπαλκόνι, μαυροντυμένη, να ζητά βοήθεια, έγινε ένα από τα πιο δυνατά στιγμιότυπα εκείνης της ημέρας. Όμως πίσω από την εικόνα υπήρχε ένας άνθρωπος που πάλευε να κρατηθεί στη ζωή, την ώρα που άλλοι τρεις δεν τα κατάφεραν.
«Ακούω ακόμη τη φωνή της Αγγελικής»
Από όσα έζησε, υπάρχει κάτι που δεν έφυγε ποτέ από μέσα της: η φωνή της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου. Η Μαρία Καραγιάννη λέει ότι ακόμη και σήμερα τη θυμάται με απόλυτη καθαρότητα, μαζί με τη χροιά της.
Οι εφιάλτες και οι ενοχές τη συνόδευσαν για μεγάλο διάστημα. Έβλεπε στον ύπνο της τους συναδέλφους που χάθηκαν. Το βράδυ της τραγωδίας, όπως περιγράφει, δεν μπορούσε να δεχθεί ότι ήταν νεκροί. Ήθελε να πιστέψει ότι είχαν φύγει, ότι είχαν πάει σε κάποιο ραντεβού, ότι δεν βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή μέσα στο κτίριο.
Η πραγματικότητα, όμως, ήταν αδιανόητη και αμετάκλητη. Τρεις άνθρωποι είχαν πεθάνει στο κέντρο της Αθήνας, μέσα στον χώρο εργασίας τους.
Η ζωή μετά τη Marfin
Μετά την τραγωδία, η επιστροφή στην καθημερινότητα δεν ήταν αυτονόητη. Η Μαρία Καραγιάννη αποκαλύπτει ότι για έναν μήνα δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι της. Φοβόταν ότι οποιοσδήποτε περαστικός θα μπορούσε να της επιτεθεί. Το τραύμα είχε περάσει από τη φωτιά και τον καπνό στην ίδια την αίσθηση της ασφάλειας.
Παράλληλα, επέστρεφε ξανά και ξανά το ίδιο ερώτημα: γιατί σώθηκε εκείνη και όχι οι άλλοι. Είναι το ερώτημα που συχνά συνοδεύει τους επιζώντες μεγάλων τραγωδιών και δεν βρίσκει ποτέ εύκολη απάντηση.
Η ίδια δεν μιλά για λύτρωση. Λέει ότι οι συλλήψεις δεν μπορούν να φέρουν πίσω τους νεκρούς. Μπορούν, όμως, να λειτουργήσουν ως μια ηθική τακτοποίηση. Ως υπενθύμιση ότι ένα τέτοιο έγκλημα δεν μπορεί να μένει χωρίς λογοδοσία.
Η υπόθεση της Marfin επιστρέφει στη Δικαιοσύνη, αλλά για όσους έζησαν εκείνη την ημέρα από μέσα, δεν είχε φύγει ποτέ. Οι φλόγες έσβησαν. Οι φωνές όχι.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News