Νέα κόμματα, παλιές προσδοκίες: Η Ελλάδα που ψάχνει ακόμη πρόσωπα για να πιστέψει
Η εμφάνιση νέων πολιτικών φορέων από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού ανοίγει ξανά μια γνώριμη συζήτηση: γιατί μια κοινωνία που έχει κουραστεί από τα κόμματα εξακολουθεί να περιμένει από πρόσωπα να σηκώσουν πάνω τους την ελπίδα της αλλαγής;
Η επιστροφή των «νέων αρχών» στην πολιτική σκηνή έχει πάντα κάτι γνώριμο. Ένα βήμα, ένα σύνθημα, μια διακήρυξη, μια υπόσχεση ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα γίνουν αλλιώς. Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσιάζει τον νέο πολιτικό του φορέα, επιχειρώντας να ξαναμπεί στο κέντρο των εξελίξεων με όρους επανεκκίνησης. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η Μαρία Καρυστιανού παρουσίασε τη δική της πολιτική πρωτοβουλία, μεταφέροντας στο κομματικό πεδίο ένα όνομα βαθιά συνδεδεμένο με τον αγώνα για τα Τέμπη.
Δύο εντελώς διαφορετικές αφετηρίες. Από τη μία ένας πρώην πρωθυπουργός, με κυβερνητική εμπειρία, ήττες, διαψεύσεις αλλά και ακόμη υπαρκτό πολιτικό ακροατήριο. Από την άλλη μια γυναίκα που έγινε σύμβολο πένθους, οργής και διεκδίκησης, επειδή έδωσε φωνή σε ένα συλλογικό τραύμα που ξεπέρασε τις οικογένειες των θυμάτων και ακούμπησε μια ολόκληρη κοινωνία. Κι όμως, όσο διαφορετικές κι αν είναι αυτές οι διαδρομές, συναντιούνται σε ένα κοινό σημείο: στην ανάγκη ενός κόσμου να πιστέψει ξανά σε κάποιον.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί συμβαίνει αυτό. Η ελληνική κοινωνία είναι κουρασμένη. Από την ακρίβεια που έχει γίνει μόνιμη καθημερινότητα, από θεσμούς που δεν πείθουν, από υποθέσεις που ξεκινούν με θόρυβο και μετά σβήνουν μέσα σε καθυστερήσεις, μισές απαντήσεις και επικοινωνιακή διαχείριση, από μια πολιτική ζωή που μοιάζει συχνά περισσότερο απασχολημένη με τη φθορά της εικόνας της παρά με τη φθορά των ανθρώπων.
Μέσα σε αυτή την κόπωση, τα νέα πρόσωπα αποκτούν βάρος πριν ακόμη μιλήσουν ολοκληρωμένα. Φορτώνονται με προσδοκίες, με θυμό, με ελπίδα, με την ανάγκη να υπάρξει επιτέλους κάτι που να μοιάζει διαφορετικό. Και εκεί αρχίζει η παλιά ελληνική παγίδα: η ανάθεση. Η βαθιά μας τάση να περιμένουμε από κάποιον να καθαρίσει για λογαριασμό μας, να μιλήσει για εμάς, να τιμωρήσει για εμάς, να τα βάλει με τους «πάνω», να βάλει τάξη, να κάνει αυτό που δεν καταφέραμε συλλογικά να οργανώσουμε.
Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει σε πολιτικό κενό. Επιστρέφει σε έναν χώρο που δεν έχει καταφέρει να σταθεί πειστικά απέναντι στη σημερινή διακυβέρνηση, σε μια Κεντροαριστερά που ψάχνει κέντρο βάρους και σε μια κοινωνία που μπορεί να έχει κουραστεί από τα παλιά σχήματα, αλλά δεν έχει πάψει να αναζητά πολιτική διέξοδο. Μόνο που ο Τσίπρας δεν είναι άγραφο χαρτί. Έχει κυβερνήσει, έχει κριθεί, έχει συγκρουστεί, έχει φθαρεί, έχει δημιουργήσει ελπίδες και έχει συμμετάσχει στις διαψεύσεις τους. Άρα η νέα του προσπάθεια δεν μπορεί να σταθεί μόνο πάνω στην ιδέα της επιστροφής. Πρέπει να απαντήσει στο δύσκολο ερώτημα: τι έμαθε από την προηγούμενη διαδρομή του και τι πραγματικά φέρνει που δεν είναι απλώς παλιό υλικό σε νέο περιτύλιγμα;
Η περίπτωση της Καρυστιανού είναι ακόμη πιο ευαίσθητη. Δεν προέρχεται από κομματικό μηχανισμό ούτε από κλασική πολιτική διαδρομή. Προέρχεται από μια απώλεια και από έναν αγώνα που συγκλόνισε, γιατί στα Τέμπη πολλοί αναγνώρισαν κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα δυστύχημα: την αίσθηση ότι σε αυτή τη χώρα μπορεί να συμβεί το αδιανόητο και μετά οι οικογένειες να πρέπει να παλέψουν μόνες για τα αυτονόητα. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να πολιτευθεί. Κάθε κοινωνικός αγώνας μπορεί να αναζητήσει πολιτική έκφραση. Το ερώτημα είναι αν ένα πρόσωπο που έγινε σύμβολο ενός συλλογικού αιτήματος μπορεί να περάσει στην κομματική αρένα χωρίς να συμπιεστεί από τους κανόνες της.
Γιατί η πολιτική δεν χαρίζεται σε κανέναν. Θα ζητήσει θέσεις για όλα. Για την οικονομία, τη Δικαιοσύνη, τα εργασιακά, την Ευρώπη, τα δικαιώματα, το κράτος, την καθημερινότητα. Δεν αρκεί το ηθικό βάρος μιας δίκαιης υπόθεσης, όσο μεγάλο κι αν είναι. Όπως δεν αρκεί ούτε η εμπειρία ενός πρώην πρωθυπουργού, αν δεν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό και καθαρή πρόταση. Η συγκίνηση μπορεί να ανοίξει δρόμο. Η οργή μπορεί να ενώσει για λίγο. Αλλά πολιτική που να αντέχει δεν χτίζεται μόνο με σύμβολα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία. Πάντα είχαν. Καμία μεγάλη πολιτική κίνηση δεν υπήρξε χωρίς ανθρώπους που μίλησαν, ενέπνευσαν, συγκρούστηκαν, πήραν πάνω τους ευθύνη. Το πρόβλημα δεν είναι η παρουσία προσώπων. Το πρόβλημα είναι η λευκή επιταγή. Είναι να βαφτίζουμε κάποιον λύση πριν δούμε σχέδιο. Να μπερδεύουμε την ανάγκη μας να ελπίσουμε με την υποχρέωσή μας να κρίνουμε.
Η αντιπολίτευση, όποια μορφή κι αν πάρει, δεν μπορεί να χτιστεί μόνο πάνω στην αποστροφή προς τη σημερινή κυβέρνηση. Η αποστροφή μπορεί να είναι απολύτως δικαιολογημένη, αλλά δεν είναι πρόγραμμα. Μπορεί να δώσει ένταση, αλλά όχι απάντηση. Μπορεί να μαζέψει κόσμο γύρω από ένα «ως εδώ», αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει τι έρχεται μετά. Και αυτό είναι το κρίσιμο. Το μετά.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ακόμη έναν κύκλο μεγάλων προσδοκιών που θα καταλήξουν σε μικρές εξηγήσεις. Έχει ανάγκη από πολιτική που να μιλά για τη ζωή των ανθρώπων χωρίς να τους χρησιμοποιεί ως σκηνικό. Από κόμματα που δεν θα ζητούν πίστη, αλλά έλεγχο. Από πρόσωπα που δεν θα επιτρέπουν να τα αντιμετωπίζουν ως σωτήρες, γιατί θα ξέρουν ότι εκεί αρχίζει η φθορά. Από πολίτες που δεν θα ψάχνουν απλώς κάπου να ακουμπήσουν τον θυμό τους, αλλά θα απαιτούν καθαρότητα, σχέδιο και λογοδοσία.
Οι νέοι πολιτικοί φορείς μπορεί να ανανεώσουν το τοπίο. Μπορεί να πιέσουν, να εκφράσουν, να μετακινήσουν συσχετισμούς. Μπορεί και να αποδειχθούν μια ακόμη πράξη στο ίδιο έργο της ελληνικής προσδοκίας που φουσκώνει γρήγορα και ξεφουσκώνει ακόμη πιο γρήγορα. Αυτό θα κριθεί όχι από τις παρουσιάσεις, ούτε από τα συνθήματα, ούτε από το πρώτο χειροκρότημα. Θα κριθεί από το αν μπορούν να σταθούν απέναντι στην πραγματικότητα χωρίς να κρυφτούν πίσω από το πρόσωπο που τα ίδρυσε.
Γιατί οι κοινωνίες που ψάχνουν σωτήρες συνήθως ξεχνούν τη δική τους δύναμη. Και οι πολιτικοί που αφήνονται να τους φέρονται σαν σωτήρες, αργά ή γρήγορα, ξεχνούν τη δική τους υποχρέωση. Ίσως λοιπόν αυτή τη φορά το στοίχημα να μην είναι ποιο πρόσωπο θα μας πείσει. Ίσως το στοίχημα να είναι αν θα σταματήσουμε να ζητάμε πρόσωπα για να πιστέψουμε και θα αρχίσουμε να απαιτούμε πολιτική που να αντέχει και μετά το χειροκρότημα.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
