Ντέιβιντ Χόκνεϊ: Οι πισίνες, το φως και μια ζωή αφιερωμένη στο βλέμμα

Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ πέθανε σε ηλικία 88 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο κοιτάμε το φως, το νερό, το σώμα, το τοπίο και την ίδια την εικόνα. Από την ποπ αρτ και το Λος Άντζελες μέχρι τα φωτογραφικά κολάζ και τα iPad drawings των τελευταίων χρόνων, υπήρξε ένας καλλιτέχνης που δεν βολεύτηκε ποτέ σε μία εποχή, σε μία τεχνική ή σε μία βεβαιότητα.

Ντέιβιντ Χόκνεϊ: Οι πισίνες, το φως και μια ζωή αφιερωμένη στο βλέμμα

Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και αγαπημένους Βρετανούς καλλιτέχνες της σύγχρονης τέχνης, πέθανε σε ηλικία 88 ετών. Η είδηση του θανάτου του κλείνει μια διαδρομή σχεδόν επτά δεκαετιών, γεμάτη χρώμα, πειραματισμό, επιμονή στο βλέμμα και μια σπάνια ικανότητα να μετατρέπει το καθημερινό σε εικόνα που μένει.

Για πολλούς, ο Χόκνεϊ θα είναι πάντα ο ζωγράφος των πισινών του Λος Άντζελες. Το γαλάζιο νερό, οι καθαρές γραμμές των μοντέρνων σπιτιών, οι φοίνικες, το φως της Καλιφόρνιας, η ξαφνική κίνηση μιας βουτιάς. Στο A Bigger Splash, ο άνθρωπος απουσιάζει και μένει μόνο το ίχνος του: το νερό που έχει τιναχτεί στον αέρα. Μια στιγμή ελάχιστων δευτερολέπτων γίνεται μόνιμη, σχεδόν ακίνητη, σαν να μπορεί κανείς να ακούσει τον ήχο της βουτιάς μέσα στη σιωπή του πίνακα. Το έργο του 1967 ανήκει στη συλλογή της Tate και παραμένει από τις πιο εμβληματικές εικόνες της μεταπολεμικής βρετανικής τέχνης.

A Bigger Splash

Από το Μπράντφορντ στην Καλιφόρνια

Ο Χόκνεϊ γεννήθηκε το 1937 στο Μπράντφορντ της Αγγλίας, σε μια οικογένεια εργατικής τάξης. Από νωρίς έδειξε ότι η ζωγραφική δεν ήταν απλώς μια κλίση, αλλά ο τρόπος του να σταθεί απέναντι στον κόσμο. Σπούδασε στο Bradford School of Art και στη συνέχεια στο Royal College of Art στο Λονδίνο, όπου βρέθηκε μέσα στο κλίμα αλλαγής που προηγήθηκε των Swinging Sixties.

Διαβάστε επίσης: Πέθανε ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ: Ο ζωγράφος που έβαλε τον ήλιο του Λος Άντζελες στην ποπ αρτ

Η μετακίνησή του στο Λος Άντζελες το 1964 υπήρξε καθοριστική. Εκεί άλλαξε το φως στη ζωγραφική του. Η Καλιφόρνια τού έδωσε ανοιχτούς χώρους, πισίνες, γυάλινες επιφάνειες, σπίτια με επίπεδες γραμμές, σώματα εκτεθειμένα στον ήλιο, μια αίσθηση ελευθερίας που τότε έλειπε από τη Βρετανία. Το έργο του άρχισε να γεμίζει με χρώματα πιο καθαρά, επιφάνειες πιο επίπεδες, συνθέσεις που έμοιαζαν απλές μέχρι να καταλάβει κανείς πόσο μελετημένες ήταν.

Στους πίνακες εκείνης της περιόδου, η ποπ αρτ συναντά κάτι πιο προσωπικό. Ο Χόκνεϊ δεν έβλεπε την Καλιφόρνια σαν τουριστική καρτ ποστάλ. Την είδε σαν έναν χώρο επιθυμίας, μοναξιάς, νεότητας, ερωτισμού και απόστασης. Το νερό στις πισίνες του δεν είναι απλώς διακοσμητικό. Είναι επιφάνεια, καθρέφτης, όριο, κίνηση. Κρύβει σώματα, τα διαθλά, τα αφήνει να φανούν μισά, τα κάνει μέρος του φωτός.

Η queer ματιά πριν γίνει αυτονόητη

Η ανοιχτή παρουσία της ομοφυλοφιλίας στο έργο του είχε ιδιαίτερη σημασία για την εποχή του. Ο Χόκνεϊ ζωγράφισε ανδρικά σώματα, ερωτική επιθυμία, οικειότητα και σχέσεις σε χρόνια όπου η Βρετανία παρέμενε ασφυκτική για τους ομοφυλόφιλους άνδρες. Αυτή η διάσταση δεν έκανε το έργο του στενό ή μονοθεματικό. Του έδωσε θάρρος, σωματικότητα και αλήθεια.

Portrait of an Artist (Pool With Two Figures)

Στο Portrait of an Artist (Pool With Two Figures), ένα από τα πιο διάσημα έργα του, η σκηνή μοιάζει ήρεμη: ένας άνδρας στέκεται στην άκρη της πισίνας, ένας άλλος κολυμπά κάτω από το νερό, το τοπίο ανοίγει πίσω τους. Κάτω από αυτή την ομορφιά υπάρχει ένταση. Βλέμμα, απόσταση, χωρισμός, επιθυμία που δεν λέγεται ευθέως. Το έργο πωλήθηκε το 2018 για 90,3 εκατ. δολάρια, ποσό που τότε αποτέλεσε ρεκόρ για εν ζωή καλλιτέχνη.

Αυτό ήταν ένα από τα μεγάλα χαρίσματα του Χόκνεϊ. Έκανε εικόνες που έμοιαζαν φωτεινές και άμεσες, ενώ μέσα τους υπήρχε κάτι πιο ανήσυχο. Τα έργα του δεν ζητούν από τον θεατή να αποκρυπτογραφήσει έναν γρίφο. Τον καλούν να σταθεί λίγο περισσότερο. Να κοιτάξει το νερό, τη σκιά, τη στάση του σώματος, τη σιωπή ανάμεσα σε δύο πρόσωπα.

Πορτρέτα, φίλοι και η τέχνη της οικειότητας

Ο Χόκνεϊ υπήρξε σπουδαίος ζωγράφος της οικειότητας. Πολλά από τα πορτρέτα του έχουν κάτι σχεδόν καθημερινό, σαν να προέκυψαν μέσα από μια συζήτηση στο σπίτι, ένα απόγευμα στο στούντιο, μια στιγμή ανάμεσα σε φίλους. Δεν κυνηγούσε την επιτήδευση. Τον ενδιέφερε η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο, με το φως, με το βλέμμα του άλλου.

Ακόμη και όταν ζωγράφιζε ζευγάρια, συλλέκτες, φίλους ή εραστές, η σύνθεση κρατούσε μια μικρή απόσταση. Οι μορφές του συχνά κάθονται με άνεση, αλλά δεν παραδίδονται πλήρως. Κάτι μένει ιδιωτικό. Ο θεατής βλέπει, μα δεν εισβάλλει. Αυτός ο σεβασμός στην απόσταση κάνει τα πορτρέτα του πιο ανθρώπινα.

Η φωτογραφία μπήκε νωρίς στη δουλειά του, όχι ως βοηθητικό εργαλείο μόνο, αλλά ως πεδίο σκέψης. Τα φωτογραφικά του κολάζ, τα λεγόμενα “joiners”, έσπασαν τη μία και μοναδική προοπτική. Ένα πρόσωπο, ένα δωμάτιο ή ένας δρόμος μπορούσε να φανεί από πολλές μικρές γωνίες μαζί. Ο Χόκνεϊ έμοιαζε να λέει ότι έτσι βλέπουμε πραγματικά: όχι σαν φωτογραφική μηχανή, αλλά με μνήμη, κίνηση, επαναλήψεις, διορθώσεις, μικρές μετατοπίσεις.

Ο ζωγράφος που δεν φοβήθηκε την τεχνολογία

Η μεγαλύτερη ίσως απόδειξη της ζωτικότητάς του ήταν ότι δεν έμεινε κολλημένος στον μύθο της πρώτης του επιτυχίας. Θα μπορούσε να ζωγραφίζει για πάντα πισίνες και φοίνικες, ανακυκλώνοντας την εικόνα που τον έκανε διάσημο. Δεν το έκανε.

Γύρισε στο Γιορκσάιρ και ζωγράφισε μεγάλα τοπία. Ασχολήθηκε με τη σκηνική τέχνη, με την όπερα, με το σχέδιο, με την εκτύπωση, με τη φωτογραφία, με τη θεωρία της εικόνας. Το Bigger Trees Near Warter, το μεγαλύτερο έργο που δημιούργησε, αποτελείται από 50 καμβάδες και αποτυπώνει ένα τοπίο του Ανατολικού Γιορκσάιρ λίγο πριν από την άνοιξη. Το 2008 το δώρισε στην Tate.

Bigger Trees Near Warter

Στα τελευταία χρόνια στράφηκε με ενθουσιασμό στο iPad. Για άλλους καλλιτέχνες της γενιάς του, η ψηφιακή τεχνολογία θα μπορούσε να μοιάζει ξένη ή απειλητική. Για τον Χόκνεϊ ήταν ακόμη ένα μέσο για να ξαναδεί το φως, τα δέντρα, τα λουλούδια, τις αλλαγές της εποχής. Στη Νορμανδία, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια, δημιούργησε νέα ψηφιακά τοπία, συνεχίζοντας να δουλεύει με την περιέργεια νεότερου ανθρώπου.

Αυτή η περιέργεια είναι ίσως το πιο σταθερό στοιχείο της πορείας του. Ο Χόκνεϊ δεν αντιμετώπισε ποτέ την τέχνη σαν κλειστό σύστημα. Τον απασχολούσε πώς βλέπουμε, πώς θυμόμαστε, πώς κινείται το μάτι μέσα σε έναν χώρο, πώς αλλάζει το χρώμα ανάλογα με το φως, πώς η τεχνολογία μπορεί να ανοίξει νέους τρόπους παρατήρησης.

Η απλότητα που κρύβει τεχνική

Η τέχνη του Χόκνεϊ είχε την παράξενη ικανότητα να φαίνεται εύκολη. Καθαρά χρώματα, αναγνωρίσιμες εικόνες, σπίτια, πισίνες, πρόσωπα, δέντρα, δρόμοι. Πίσω από αυτή την προσβασιμότητα υπήρχε σκληρή δουλειά, τεχνική, γνώση της ιστορίας της τέχνης, εμμονή με την προοπτική και βαθιά κατανόηση της εικόνας.

Δεν ήταν καλλιτέχνης που ζητούσε από το κοινό να αισθανθεί ανεπαρκές. Αντίθετα, το προσκαλούσε να κοιτάξει. Αυτό εξηγεί και τη μεγάλη δημοφιλία του. Τα έργα του μπορούσαν να συγκινήσουν ανθρώπους που δεν παρακολουθούν στενά τη σύγχρονη τέχνη, χωρίς να χάνουν το βάθος τους για όσους την ξέρουν καλά.

Ο Χόκνεϊ είχε επίσης σπάνια προσωπική εικόνα. Τα μεγάλα γυαλιά, τα έντονα χρώματα στα ρούχα, τα ξανθά μαλλιά των νεανικών του χρόνων, η παιχνιδιάρικη παρουσία του, όλα έγιναν μέρος της δημόσιας μορφής του. Δεν ήταν πόζα κενή. Ήταν συνέχεια της δουλειάς του: ένας άνθρωπος που έβλεπε το χρώμα ως τρόπο ζωής, όχι μόνο ως υλικό ζωγραφικής.

Η κληρονομιά του

Ο θάνατος του Ντέιβιντ Χόκνεϊ αφήνει πίσω του ένα έργο τεράστιο σε έκταση και σπάνια συνεπές στην ανησυχία του. Ποπ αρτ, πορτρέτο, τοπίο, φωτογραφικό κολάζ, σκηνικά, ψηφιακή ζωγραφική. Κάθε περίοδος είχε τη δική της γλώσσα, αλλά όλες είχαν την ίδια ανάγκη: να καταλάβουν πώς βλέπουμε.

Οι διεθνείς αντιδράσεις στον θάνατό του τον περιγράφουν ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της βρετανικής και παγκόσμιας τέχνης. Η Tate, το Pompidou και προσωπικότητες της πολιτικής και του πολιτισμού αναφέρθηκαν στην τόλμη, την επινοητικότητα και τη διάρκεια της δουλειάς του.

Αν κάτι μένει έντονα από τον Χόκνεϊ, πέρα από τις διάσημες πισίνες και τα ρεκόρ των δημοπρασιών, είναι η χαρά της παρατήρησης. Η ιδέα ότι ο κόσμος δεν τελειώνει στην πρώτη ματιά. Ότι ένα δέντρο, ένα πρόσωπο, ένα δωμάτιο, μια βουτιά, ένα κομμάτι ουρανού μπορούν να ξαναγίνουν καινούργια, αρκεί να τα κοιτάξεις χωρίς βιασύνη.

Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ έφτιαξε εικόνες που μοιάζουν απλές και μένουν δύσκολες. Φωτεινές και μελαγχολικές μαζί. Γεμάτες επιφάνειες, νερό, σώματα και σιωπές. Έζησε αρκετά για να δει την τέχνη να αλλάζει πολλές φορές και είχε το θάρρος να αλλάζει μαζί της, χωρίς να χάνει τον εαυτό του.

Στο τέλος, αυτό ίσως είναι το πιο μεγάλο του μάθημα: να μη σταματάς να κοιτάς. Και να μη θεωρείς ποτέ ότι έχεις εξαντλήσει το φως.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125