Ο Μπαντ Σπένσερ δεν ήταν απλώς cult, ήταν comfort cinema
Δέκα χρόνια από τον θάνατό του, ο Κάρλο Πεντερσόλι παραμένει η φιγούρα που έκανε τη σφαλιάρα κωμωδία, τη δύναμη ατάκα και το λαϊκό σινεμά κοινή μνήμη.

Ένα βλέμμα, μια παύση, ένα πιάτο φαγητό μπροστά του και μια σφαλιάρα που έστελνε τον κακό τρία μέτρα πιο πέρα. Ο Μπαντ Σπένσερ δεν χρειαζόταν πολλά για να γεμίσει την οθόνη. Έμοιαζε πάντα σαν να βαριέται τη φασαρία, μέχρι η φασαρία να κάνει το λάθος να τον πλησιάσει.
Στις 27 Ιουνίου 2016 πέθανε στη Ρώμη ο Κάρλο Πεντερσόλι, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα. Για τους περισσότερους, όμως, έμεινε ο Μπαντ Σπένσερ: ο μεγαλόσωμος, λιγομίλητος, ακαταμάχητος τύπος που μαζί με τον Τέρενς Χιλ έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα δίδυμα του ευρωπαϊκού σινεμά.
Δέκα χρόνια μετά, η εικόνα του παραμένει απολύτως αναγνωρίσιμη. Όχι μόνο για τους σινεφίλ, αλλά για όλους όσοι μεγάλωσαν με ταινίες που έπαιζαν ξανά και ξανά στην τηλεόραση, συνήθως σε ώρες χαλαρές, οικογενειακές, κάπως τεμπέλικες. Ταινίες που τις πετύχαινες τυχαία και έμενες, γιατί ήξερες ακριβώς τι θα πάρεις: χιούμορ, ξύλο χωρίς σκοτάδι, κακούς που τιμωρούνται, φαγητό, ρυθμό και μια περίεργη αίσθηση ασφάλειας.
Διαβάστε επίσης: Toy Story 5: Γιατί μεγαλώσαμε αλλά δεν αφήνουμε τα παιχνίδια μας να φύγουν
Πριν από τον Μπαντ Σπένσερ, υπήρχε ο αθλητής
Ο Κάρλο Πεντερσόλι γεννήθηκε στη Νάπολη το 1929. Πριν γίνει κινηματογραφικός ήρωας, είχε ήδη μια εντυπωσιακή αθλητική διαδρομή. Υπήρξε κολυμβητής και πολίστας, ο πρώτος Ιταλός που κολύμπησε τα 100 μέτρα ελεύθερο κάτω από το ένα λεπτό, ενώ πήρε μέρος και σε Ολυμπιακούς Αγώνες.
Αυτό εξηγεί κάτι από τη μετέπειτα κινηματογραφική του παρουσία. Το σώμα του δεν χρησιμοποιήθηκε απλώς ως αστείο. Ήταν ολόκληρη περσόνα. Δεν είχε την ανάγκη να κινηθεί γρήγορα, να φωνάξει ή να αποδείξει κάτι. Έφερνε στην οθόνη την άνεση ενός ανθρώπου που ξέρει τη δύναμή του και δεν βιάζεται να τη χρησιμοποιήσει.
Γι’ αυτό και οι σκηνές δράσης του είχαν τόσο ιδιαίτερο ρυθμό. Η δύναμη ερχόταν σχεδόν αργά, σαν απάντηση σε μια ενόχληση. Ο Μπαντ Σπένσερ δεν έμπαινε στον καβγά με νεύρο. Έμπαινε σαν άνθρωπος που του χάλασαν το φαγητό, τον ύπνο ή την ησυχία. Και αυτό ήταν το μισό αστείο.
Το δίδυμο με τον Τέρενς Χιλ
Η μεγάλη λαϊκή του μνήμη γράφτηκε μαζί με τον Τέρενς Χιλ. Ο ένας ελαφρύς, γρήγορος, πονηρός, με βλέμμα σχεδόν παιδικό. Ο άλλος βαρύς, ατάραχος, λιγομίλητος, με χέρια που έμοιαζαν να κλείνουν την υπόθεση πριν καν ξεκινήσει.
Η χημεία τους δεν στηριζόταν μόνο στην αντίθεση. Στηριζόταν στο timing. Στην καθυστέρηση πριν από τη σφαλιάρα. Στην επανάληψη που ο θεατής περίμενε και απολάμβανε. Στο γεγονός ότι οι καβγάδες τους λειτουργούσαν περισσότερο σαν χορογραφία κωμωδίας παρά σαν σκηνές βίας.
Ο κόσμος τους είχε καθαρούς κανόνες. Οι κακοί ήταν αρκετά γελοίοι ώστε να μη γίνουν πραγματικά τρομακτικοί. Οι ήρωες ήταν αρκετά ατελείς ώστε να μην κουράζουν. Το ξύλο ήταν υπερβολικό, σχεδόν καρτουνίστικο, με ήχους, πτώσεις, τραπέζια που διαλύονταν και πρόσωπα που πετάγονταν εκτός κάδρου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σινεμά λαϊκό, σωματικό, άμεσο και απενοχοποιημένο.
Η σφαλιάρα ως κωμωδία
Στις ταινίες του Μπαντ Σπένσερ, η σφαλιάρα δεν είχε τη βαρύτητα της πραγματικής βίας. Ήταν punchline. Ερχόταν τη στιγμή που έπρεπε, έλυνε τη σκηνή και χάριζε στον θεατή τη μικρή ικανοποίηση ότι κάποιος επιτέλους έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.
Αυτός είναι ίσως ένας από τους λόγους που οι ταινίες του άντεξαν τόσο. Δεν ζητούσαν από τον θεατή να μπει σε έναν σκοτεινό κόσμο. Του πρόσφεραν έναν κόσμο απλό, καθαρό, σχεδόν παιδικό στη λογική του. Οι αλαζόνες έτρωγαν ξύλο. Οι αδύναμοι προστατεύονταν. Οι φίλοι πείραζαν ο ένας τον άλλον. Το φαγητό είχε πάντα αξία. Και ο ήρωας, όσο δυνατός κι αν ήταν, δεν έπαιρνε ποτέ υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό του.
Ο Μπαντ Σπένσερ είχε αυτό το σπάνιο χάρισμα: μπορούσε να είναι τεράστιος χωρίς να γίνεται απειλητικός. Δυνατός χωρίς να γίνεται σκληρός. Αστείος χωρίς να μοιάζει γελοίος. Λαϊκός χωρίς να γίνεται δεύτερος.
Γιατί τον αγαπήσαμε τόσο
Στην Ελλάδα, ο Μπαντ Σπένσερ δεν ανήκει μόνο στην ιστορία του σινεμά. Ανήκει και στην ιστορία της τηλεόρασης. Σε επαναλήψεις, απογεύματα, καλοκαίρια, οικογενειακά σπίτια, κανάλια που έβαζαν ξανά τις ίδιες ταινίες και θεατές που τις έβλεπαν πάλι, παρότι ήξεραν κάθε σκηνή.
Αυτή είναι η δύναμη του pop όταν λειτουργεί πραγματικά. Δεν χρειάζεται να απολογηθεί. Δεν ζητά από τον θεατή να το αναγνωρίσει ως «σοβαρό» για να έχει αξία. Περνάει στη μνήμη επειδή γίνεται κοινή εμπειρία. Επειδή το καταλαβαίνουν πολλοί. Επειδή φτιάχνει εικόνες, ατάκες, συνήθειες και μικρές προσωπικές επιστροφές.
Ο Μπαντ Σπένσερ ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δεν ήταν απλώς μια cult φιγούρα για όσους αγαπούν το παλιό ευρωπαϊκό σινεμά. Ήταν comfort cinema πριν καν η φράση γίνει μόδα. Ήταν ο ηθοποιός που μπορούσες να πετύχεις τυχαία στην τηλεόραση και να νιώσεις ότι ξέρεις ακριβώς πού βρίσκεσαι.
Το pop που έμεινε
Το pop συχνά υποτιμάται επειδή είναι αναγνωρίσιμο, εύκολο στην πρόσβαση, αγαπημένο από πολλούς. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι και η δυσκολία του. Να φτιάξεις κάτι που να περνά από γενιά σε γενιά, χωρίς να χρειάζεται επεξήγηση, δεν είναι μικρό πράγμα.
Ο Μπαντ Σπένσερ το κατάφερε με ελάχιστα υλικά: σώμα, βλέμμα, timing, χιούμορ, μια παράξενη γλυκύτητα και εκείνη τη διάσημη σφαλιάρα που έμοιαζε περισσότερο με τελετουργία παρά με χτύπημα.
Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, αυτό που μένει δεν είναι μόνο οι ταινίες με τον Τέρενς Χιλ, τα spaghetti western ή οι κωμωδίες δράσης. Είναι μια φιγούρα σχεδόν παρηγορητική. Ένας τεράστιος τύπος που δεν μιλούσε πολύ, δεν παρίστανε τον σπουδαίο, δεν έκανε τον έξυπνο, αλλά όταν ερχόταν η ώρα, σηκωνόταν και καθάριζε το δωμάτιο. Και μετά, πιθανότατα, έτρωγε.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News