Ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης στην «Π»: «Η γκρίνια είναι από τα εθνικά μας σπορ» ΒΙΝΤΕΟ
Με καταγωγή από την Ανατολική Αιγιάλεια είναι ένας συγγραφέας με ξεχωριστό αποτύπωμα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, αλλά και ενεργός σχολιαστής της επικαιρότητας. Μιλά για τη ζωή, τη γραφή, την Ελλάδα και τις προκλήσεις της εποχής. Σε μια συζήτηση με προσωπικές αναφορές και κοινωνικές προεκτάσεις, καταθέτει τη δική του ματιά για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της χώρας.
Ο Χρήστος Χωμενίδης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Συγγραφέας με ξεχωριστό αποτύπωμα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, αλλά και ενεργός σχολιαστής της επικαιρότητας, μιλά για τη ζωή, τη γραφή, την Ελλάδα και τις προκλήσεις της εποχής. Σε μια συζήτηση με προσωπικές αναφορές και κοινωνικές προεκτάσεις, καταθέτει τη δική του ματιά για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της χώρας.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟ ΛΟΥΛΟΥΔΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟ
ΘΛ: Έχουμε κάνει πολλές συνεντεύξεις με πολιτικούς και οικονομολόγους, αλλά με εσάς κ. Χωμενίδη είναι πιο δύσκολη η εύρεση ερωτήσεων γιατί θα μιλήσουμε για πιο ελεύθερα θέματα. Όταν μιλάς για πολιτική και αριθμούς είναι πιο εύκολο απ’ ότι για τη ζωή.
Όπως το βλέπω εγώ και ένα μυθιστόρημα έχει μια μηχανική, σαν να χτίζεις ένα σπίτι. Πρέπει όλα να είναι ορθώς συγκερασμένα που έλεγε ο Μπαχ για τη μουσική του. Αλλιώς δεν λειτουργεί το πράγμα. Αρα, παρά το ότι κάποιοι έχουν την εντύπωση πως ένας συγγραφέας είναι μεταξύ ουρανού και γης, στην πραγματικότητα για να το κάνει καλά πρέπει να είναι πολύ πρακτικός.
ΘΛ: Υπάρχει μεθοδολογία δηλαδή;
Υπάρχει μηχανική. Είναι σαν δουλειά μηχανικού αυτή. Επίσης όμως, κατά τη γνώμη μου, όταν γράφεις μυθιστορήματα πρέπει να έχεις έντονη σχέση με την ίδια τη ζωή. Πρώτα ζεις και μετά γράφεις.
ΘΛ: Τι είδους συγγραφέας είστε και ποιο είναι το βασικό κίνητρο που σας κινεί; Κάποιοι το κάνουν για βιοπορισμό, άλλοι γιατί θεωρούν καθήκον να αποτυπώσουν τα πράγματα και άλλοι για να διαμορφώσουν την εικόνα τους σε τρίτους. Εσεις;
Εγώ το κάνω από παιδάκι. Οπότε δεν είναι στο ενδιαφέρον να διαμορφώσω την εικόνα μου. Ούτε, όμως, υπάρχει κάποια υψηλή αποστολή. Δεν θεώρησα ότι ήρθε κάποιος εξ ουρανού και μου είπε «Εσύ τώρα θα τους ανοίξεις τα μάτια».
«Το κάνω διότι είναι ο τρόπος μου να υπάρχω. Και όχι μόνο όταν κάθομαι και γράφω, αλλά όλο το 24ωρο.»
Το κάνω διότι είναι ο τρόπος μου να υπάρχω. Και όχι μόνο όταν κάθομαι σε αυτό ακριβώς το τραπέζι και γράφω, αλλά όλο το 24ωρο. Ακόμα και όταν κοιμάμαι. Πιστεύω ότι κοιμάμαι και ονειρεύομαι ως συγγραφέας. Και βέβαια το κάνω για να βγάλω μίαν άκρη εγώ πρώτα απ’ όλα.
Για να δώσω στη ζωή ένα νόημα, ένα συνεκτικό ιστό. Και δεύτερο για να φωτίσω την πραγματικότητα από μία οπτική γωνία, πράγμα το οποίο πιστεύω είναι και η πρόκληση της τέχνης γενικά, όχι μόνο της συγγραφής.
ΘΛ: Το τελευταίο σας βιβλίο, το 13, σημαίνει τα 13 σας πρώτα χρόνια. Έχετε πει ότι είναι η γυμνή αλήθεια…
Είναι το πρώτο βιβλίο που γράφω, στο οποίο ενώ η τάση μου γενικά είναι να αφήνω τη φαντασία να καλπάζει, στο συγκεκριμένο είμαι εντελώς ακριβής. Δεν σας λέω ότι λέω την αλήθεια, την αντικειμενική, γιατί δεν υπάρχει αυτό.
Τα λέω όπως τα έζησα, όπως τα θυμάμαι, αλλά δεν έχω βάλει καθόλου μυθοπλασία.
ΘΛ: Διάβασα το «13», όπως και τη «Νίκη». Είπατε την προσωπική και οικογενειακή σας ιστορία. Όπως κι εσείς, έτσι κι εγώ, προέρχομαι από αριστερή οικογένεια με προσφυγική καταγωγή. Πολλές φορές σκέφτομαι, αν σκεπτόμενος την οικογένειά μου, προσπαθώ να εξιδανικεύσω το παρελθόν της ή να ηρωοποιήσω λίγο τους γονείς μου, τα οράματα και τις αξίες τους. Βρίσκετε κίνδυνο σε αυτό;
Αν το κάνει κάποιος καθ’ υπερβολή υπάρχει κίνδυνος. Δηλαδή αν ξαναγράψει την ιστορία και να τη ρετουσάρει σε βαθμό που να μην αναγνωρίζεται ούτε καν από τον ίδιο. Στο «13» δεν νομίζω πως κάνω αυτό. Παρουσιάζω όλες τις τρωτές πλευρές τους.
ΘΛ: Τις ανθρώπινες όμως, όχι τις ιδεολογικές.
Δεν ήταν ιδεολόγοι οι γονείς. Ταγμένοι στην ιδεολογία ή στο όραμα της κοινωνικής αλλαγής ήταν οι παππούδες μου, όχι οι γονείς μου.
«Ο 21ος αιώνας θα αποδειχθεί το ίδιο ή και περισσότερο ενδιαφέρον, περιπετειώδης και φοβάμαι τραυματικός, όσο και ο 20ός.»
Οι γονείς μου ήταν τα παιδιά της κατοχής, είχαν υποφέρει πάρα πολύ σε τρυφερότατη ηλικία από τις επιλογές των δικών τους γονέων και αυτό που λαχταρούσαν ήταν να ζήσουν.
Δηλαδή, ενώ σήμερα υπάρχει μια τάση να γυρνάμε στο παρελθόν, να ξύνουμε πληγές και πάθη 80-90 ετών, την τότε κυρίαρχη τάση την βρίσκω πολύ υγιέστερη. Λέγανε τότε πως «ό,τι έγινε, έγινε, κύλισε αίμα, υπήρξαν μιση, υπήρξαν τραύματα, αλλά τα αφήνουμε όλα αυτά και προχωράμε για να ζήσουμε τη ζωή μας». Οχι με την εγωιστική έννοια, αλλά να απολαύσουμε και να δημιουργήσουμε με βάση τα δεδομένα που έχουμε. Ήταν μια πολύ πιο αισιόδοξη εποχή, δηλαδή και πιο ορθή στάση ζωής.
ΘΛ: Αργότερα και ειδικά μετά το 1981, μπορούμε να πούμε ότι οι αξίες της Αριστεράς κυριάρχησαν κατά κάποιο τρόπο. Αυτό συνέβη ακόμα και στην ευυπόληπτο λογοτεχνία για παράδειγμα, παρόλο που ας πούμε ότι η δεξιά ήταν νικήτρια.
Θα μπορούσα να μπω στον πειρασμό να πω ότι η Αριστερά όπως σερβιρίστηκε ήταν μια εικόνα της που δεν ανταποκρινόταν ιδιαίτερα στην αλήθεια.
Οι άνθρωποι που χρησιμοποίησαν τα κόκκαλα των προγόνων τους ως ρόπαλα και ως δεκανίκια, δεν ήξεραν καν τι συνέβη. Δηλαδή, παραδοχές οι οποίες γίνανε, είχαν γίνει ήδη στις δεκαετίες του ‘70 ίσως και του ’60. Οτι ρε παιδί μου, ο εμφύλιος ήταν μια ολέθρια κατάσταση για την οποία έχουν ευθύνη και οι μεν και οι δε.
«Δεν έχουν το μονοπώλιο του πατριωτισμού οι πιο συντηρητικοί, ούτε το μονοπώλιο του κοινωνικού νοιαξίματος οι αριστεροί.»
Θυμάμαι για παράδειγμα τη γιαγιά μου, να έχουμε καθίσει στην ταβέρνα του Μελιγαλά. Δίπλα ήταν άνθρωποι που είχαν νεκρούς στην πηγάδα. Η γιαγιά μου μας πήρε να φύγουμε. Όχι από φόβο ή ότι δεν μπορούσε να αναμετρηθεί, αλλά γιατί ήταν μια μεγάλη γυναίκα που έβλεπε ότι ήρθε ο καιρός να σταματήσουν οι αψημαχίες. Μου είχε πει «μακάρι τα παιδιά σου και τα εγγόνια τους να τρώνε μαζί».
ΑΑ: Έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο;
Όχι, αλλά νομίζω ότι είναι το πρέπον. Εγώ αυτή την ιδέα υπηρετώ.
ΑΑ: Όλο αυτό που μας περιγράψατε είναι και ένας βασικός λόγος που κάνατε κάποια βήματα πίσω από την ενεργό πολιτική;
Δεν ήμουν ποτέ στην ενεργό πολιτική.
ΑΑ: Μέχρι πριν μια δεκαπενταετία ήσασταν στο κόμμα του κ. Κουβέλη.
Ημουν στην διοικούσα επιτροπή της ΔΗΜΑΡ. Ξέρετε, το είχα κάνει από συγγραφική περιέργεια. Η βασική ιδέα της Δημοκρατικής Αριστεράς με ενδιέφερε πολύ. Δηλαδή ότι ναι μεν τα μνημόνια είναι απαραίτητα με την έννοια ότι έπρεπε να μπει μια τάξη.
Όταν ξεκίνησε η κρίση δεν ήξεραν ούτε πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι υπήρχαν στη χώρα. Επρεπε να γίνει μια εκλογίκευση. Με συγκινούσε η κεντρική ιδέα της ΔΗΜΑΡ. Επίσης, ήταν πειρασμός να δω ποια είναι η λειτουργία ενός κόμματος. Τέλος, ήμασταν σε μια ιστορική περίοδο όπου δεν μπορούσες παρά να λάβεις θέση. Ηταν μια κρίσιμη κατάσταση.
«Η καλλιτεχνική χειρονομία είναι από τη φύση της αντίεξουσιαστική. Πρέπει να είσαι ως καλλιτέχνης καχύποπτος απέναντι στην εξουσία.»
ΘΛ: Σας συγκινούσαν και σας συγκινούν ενδεχομένως οι αξίες της Αριστεράς. Αξίες της Δεξιάς που αξίζει κάποιον να υιοθετήσει;
Είναι η νοικοκυροσύνη, η υγιής επιχειρηματικότητα, η σχέση με την εθνική παράδοση και τη λαϊκή παράδοση, την οποία πρέπει να κρατήσουμε, διότι μας θερμαίνει. Δεν είναι και λίγα αυτά που είπα.
ΑΑ: Πιστεύετε γενικά στις αξίες, δηλαδή, σαν άνθρωπος.
Πιστεύω σε μια αντίληψη αρχών. Οι αξίες των μεν είναι μερικές αξίες των δε. Δεν είναι, δηλαδή, ότι έχουν το μονοπώλιο. Προφανώς δεν έχουν το μονοπώλιο του πατριωτισμού οι πιο συντηρητικοί, ούτε το μονοπώλιο του κοινωνικού νοιαξίματος οι αριστεροί.
Εγώ είμαι άνθρωπος των υπερβάσεων και προσπαθώ να αναγνωρίζω στον απέναντι μου τα καλά στοιχεία για να βρούμε ένα κοινό παρονομαστή και να προχωρήσουμε.
ΘΛ: Ας πάμε στο σήμερα γιατί το να μιλήσεις για το παρών έχει τη δική του δυσκολία.
Το έκανα στο «Τζίμη στην Κυψέλη». Με ενδιαφέρει πολύ το σήμερα. Δεν είμαι προσκολλημένο στο παρελθόν. Και το βιβλίο που γράφω τώρα, το μυθιστόρημα που έκοψα για να γράψω το «2015», αφορά στο μέλλον. Διαδραματίζεται μετά από 100 χρόνια. Συνεπώς με ενδιαφέρει πολύ και το μέλλον.
Προφανώς είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι συμβαίνει, δηλαδή δεν μπορούμε. Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι ο 21ος αιώνας θα αποδειχθεί το ίδιο ή και περισσότερο ενδιαφέρον, περιπετειώδης και φοβάμαι τραυματικός, όσο και ο 20ος.
ΑΑ: Πρέπει να μας τρομάζει αυτό;
Εσείς όχι, είστε πολύ νεότεροι. Εμείς είμαστε σε μία ηλικία όπου το κοιτάμε με ψυχραιμία και εμπειρίες τις καταστάσεις. Μας τρομάζει, βέβαια, για τα παιδιά μας. Ο καθένας κάνει τα δικά του τα κουμάντα. Δηλαδή όσο και αν τα παιδιά τα νοιαζόμαστε και τα λατρεύουμε και τους δίνουμε εφόδια, τελικά στο πεδίο αυτά θα είναι.
ΑΑ: Σήμερα πώς βλέπετε τα πράγματα με τα οποία ασχολείται η ελληνική κοινωνία. Πως βλέπετε όλα αυτά τα ερεθίσματα που έχει ο κόσμος;
Βλέπω ότι υπάρχει ένα χάος, μια κακοφωνία. Την μία στιγμή ασχολείται ο κόσμος με κάτι πολύ σημαντικό και μέσα στην επόμενη στιγμή με κάτι εντελώς ασήμαντο.
Είχαμε τις προηγούμενες ημέρες τον κόσμο να ενδιαφέρεται ή να του λένε να ενδιαφέρεται με την επίδοση του Ακίλα στην Eurovision, με τα παιδιά που αυτοκτόνησαν στην Ηλιούπολη και με το drone στη Λευκάδα. Όλα ένα mix and match, που έχει mix αλλά δεν έχει match. Δηλαδή είναι όλα ανακατεμένα και δεν παράγουν μια γευστική αρμονία. Δεν βγάζουν ένα νόημα.
ΑΑ: Μέσα σε αυτό το πληροφοριακό χάος, απασχολούν το μέσο Ελληνα πιο υπαρξιακά ζητήματα για την πορεία της κοινωνίας;
Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, που είμαστε εμείς, δεν νομίζω ότι σε κάποια ιστορική περίοδο είχε την πολυτέλεια να ασχολείται με υπαρξιακά ζητήματα.
Ίσα-ίσα παλιότερα όταν οι άνθρωποι ήταν του μεροκάματου, όπως και τώρα, δεν είχαν την πολυτέλεια να σηκώνουν το κεφάλι και να σκεφτούν. Αυτό το οποίο τους ενδιαφέρεται ήταν να έχει το τραπέζι πάνω ψωμί.
ΘΛ: Ίσως το ερώτημα του Απόστολου είναι το εξής: Ο κόσμος προχωράει με μεγάλη ταχύτητα στην Παιδεία ή τις τεχνολογίες και οι κοινωνίες παράγουν. Στη χώρα μας μπορούμε να πούμε το ίδιο;
Είμαστε μια πολύ μικρή χώρα. Επιπλέον είμαστε μια χώρα που έχει παραγάγει πάρα πολύ και δικαιολογείται μια αγρανάπαυση.
Για παράδειγμα η ελληνική λαϊκή μουσική τον 20ο αιώνα ήταν ένας καταπληκτικός ποταμός. Από τον Βαμβακάρη, στον Αττίκ, στον Μαρούδα, τον Γούναρη, τον Χιώτη, τον Σαββόπουλο.
Τώρα δεν υπάρχουν τόσο κολλητικές επιλογές. Υπάρχει μία υφέση. Λογικό δεν είναι όμως;
ΑΑ: Γενικότερα, στην καμπύλη ακμής-παρακμής που θεωρείτε ότι βρισκόμαστε σήμερα; Είναι αυτό το κλισέ που λέμε ότι «πιάσαμε πάτο»;
Όχι. Από τότε που γεννήθηκα ακούω πως είμαστε στον πάτο. Εγώ δεν είμαι απαισιόδοξος και δεν μου αρέσει να αφορίζω με αυτόν τον τρόπο. Γίνονται πράγματα.
ΑΑ: Έχουμε τη διάθεση να τα δούμε;
Αυτό που συμβαίνει είναι ότι υπάρχει τέτοια υπερπληροφόρηση, ώστε που δεν αφήνει τα πράγματα να αναπνεύσουν και να φανούν.
Όταν ήμουν μικρός αγοράζαμε ένα δίσκο μουσικής κάθε βδομάδα ή 15 ημέρες από το δισκοπωλείο του Ιάκωβου Δρόσου. Ηξερα τα τραγούδια απ’ έξω! Τώρα, μπαίνω στο YouTube και βρίσκονται όλα εκεί. Δεν μπαίνεις στη διαδικασία να ακούσεις, να σε εντυπωσιάσει, να μπεις σε βάθος, να το καταλάβεις. Πας στο επόμενο. Το ίδιο συμβαίνει και με τις πλατφόρμες που έχουν ταινίες και σειρές.
Αν δεν σου αρέσει κάτι, δεν δίνεις δεύτερη ευκαιρία. Πας στο επόμενο.
Συνεπώς δεν υπάρχει χώρος. Το ίδιο νομίζω ότι συμβαίνει σε ένα βαθμό και με τα βιβλία.
ΑΑ: Πιστεύετε ότι ακόμα βοηθούν στην καλλιέργεια των ανθρώπων τα βιβλία;
Από τότε που βγήκα στο κουρμπέτι ως συγγραφέας το 1993 μου λένε το ίδιο πράγμα. «Οι αναγνώστες συρρικνώνονται, ο κόσμος δεν διαβάζει, η νέα γενιά ασχολείται με άλλα πράγματα».
Εγώ συναντώ καθημερινά, όντας ο ίδιος λαϊκός συγγραφέας, ανθρώπους που είναι κανονικοί άνθρωποι, όχι διανοούμενοι πνευματικοί, ούτε εγώ είμαι πνευματικός άνθρωπος, και διαπιστώνω ότι διαβάζουν πάρα πολύ.

ΑΑ: Τότε για ποιο λόγο φτάνουμε στο συμπέρασμα, ότι ο κόσμος διαβάζει όλο και λιγότερο;
Γιατί αρέσκονται να κλαίγονται.
ΑΑ: Έχουμε γίνει απαισιόδοξοι.
Γκρινιάρηδες, όχι απαισιόδοξοι. Η γκρίνια είναι από τα εθνικά μας σπορ. Δεν λέω πως δεν θα μπορούσε να διαβάζει περισσότερο ο κόσμος, ούτε πως είμαι ευχαριστημένος. Προφανώς θα ήταν καλύτερα από όταν διαβάζουν 10, να διαβάζουν 12 ή 20. Αλλά δεν θα κάτσω να βάλω τη γάτα μου να κλαίει. Θα προσπαθήσω τα βιβλία τα δικά μου, ο καθένας θα έπρεπε να το κάνει, να είναι πιο ελκυστικά και πιο ενδιαφέροντα, ούτως ώστε ο κόσμος να τα διαβάζει.
ΑΑ: Θα μπορούσαν να υπάρχουν και άλλοι μηχανισμοί, όπως για παράδειγμα από το κράτος, για να διαβάζει περισσότερο ο κόσμος;
Είμαι πάρα πολύ επιφυλακτικός απέναντι στην κρατική βοήθεια στον πολιτισμό και ειδικά στον πολιτισμό των ημερών μας.
ΑΑ: Για ποιους λόγους;
Ο μέγιστος συγγραφέας της Ρωσίας τον 20ο αιώνα, Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, έγραψε το «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα». Σε αυτό το καταπληκτικό μυθιστόρημα σατιρίζει τους συγγραφείς της Σοβιετικής Ένωσης που τους δίνονταν διακοπές ή μισθός για να γράφουν.
Κατά τη γνώμη μου, η καλλιτεχνική χειρονομία είναι από τη φύση της αντίεξουσιαστική. Συνεπώς πρέπει να είσαι ως καλλιτέχνης καχύποπτος απέναντι στην εξουσία.
ΘΛ: Για να ζήσεις, όμως, από τη δουλειά στον πολιτισμό, πρέπει να είσαι πολύ καλός. Μόνο μία ελίτ μπορεί να κάνει εισόδημα.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο οποίος δεν υπάρχει αμφιβολία, ήταν ένας ιδιοφυείς μουσικός, και αυτός που έλεγε ο Τσιτσάνης ότι «έστρωσε τραπέζι και μας είπε καθίστε, φάτε», κάποια στιγμή είχε πέσει στην αφάνεια και δεν είχε να φάει.
Επειδή είχε στεντόρεια φωνή, πήγε και έγινε μανάβης. Το λέει στην καταπληκτική αυτοβιογραφία του. Είχε πάει κα σε ένα νησί του Νοτίου Αιγαίου το 1955.
Όταν είσαι καλλιτέχνης, πρέπει να ξέρεις ότι κανείς δεν σου εγγυάται. Δεν έχεις υπογράψει κάποιο συμβόλαιο με τον κόσμο. Και αυτό σημαίνει ότι έχεις και έναν ηρωισμό. Βέβαια, εγώ που λέω αυτά, θα μου καλάρεσε να γίνω μανάβης;
ΘΛ: Έχετε την αγωνία; Εχετε πει ότι θα μπορούσατε να είστε νομικός, πιανίστας σε μπαρ.
Μου αρέσει πάρα πολύ η μουσική αλλά δεν έχω κανένα ταλέντο. Είχα προσπαθήσει σε λαϊκά τραγούδια με οικρά αποτελέσματα.
Την περίοδο της κρίσης ήταν πολύ ζόρικα τα πράγματα. Είχα σκεφτεί δύο επαγγελματικές λύσεις, αν υπήρχε ανάγκη.
Να συμβληθώ με γραφεία κηδειών, να γράφω και να εκφωνώ επικηδείους. Όπως χρεώνει το γραφείο τον στολισμό, έτσι να χρέωνε και τον συγγραφέα για τον αποχαιρετισμό.
Το δεύτερο που είχα σκεφτεί, ήταν να πηγαίνω από χωριό σε χωριό, να γυρίζω με ένα μεγάφωνο όπως κάνουν οι Ρομά και να λέω: «Σήμερα βρίσκεται στην πόλη ένας συγγραφέας. Οποιος θέλει να γράψει τα απομνημονεύματά του, να έρθει στο γραφείο».
Επειδή οι Ελληνες σου λένε συνέχεια πως αν πουν την ιστορία της ζωής τους, θα έχει να γράψεις 10 βιβλία, νομίζω πως θα είχα πέραση.
ΘΛ: Εχετε πει σε ένα podcast, ότι η Ελλάδα πριν προσανατολιζόταν στη χαρά, αλλά σήμερα όχι τόσο. Εξηγήστε μας.
Δεν το βλέπετε κι εσείς πως υπάρχει μια μεμψιμοιρία και ένας πεσιμισμός;
ΘΛ: Γκρίνια είπατε πριν.
Ναι, δεν θέλω να επαναλάβω την ίδια λέξη. Έχει να κάνει και με την καθημερινότητα των ανθρώπων, ειδικά τα τελευταία χρόνια μετά τον covid, που είναι πολύ σκληρή.
Εχει τύχει να είμαι στο σούπερ μάρκετ, να έχω πάρει ένα προϊόν και μόλις είδα την τιμή του, να το επιστρέψω. Επειδή έχουμε ζήσει την περίοδο των παχιών αγελάδων ή της αστακομακαρονάδας όπως λέγανε, είναι αδιανόητο να μετράς και να λες πως αυτό δεν μπορώ ή δεν χρειάζεται να το πάρω. Ή είναι επίσης αδιανόητο, στην Αθήνα, σε ημέρα απεργίας των ταξί να κάνω 1 ώρα και 35 λεπτά για να πάω από την Κυψέλη στη Νέα Σμύρνη.
Ένας άνθρωπος, αν πρέπει να το κάνει αυτό κάθε μέρα, στο τέλος αγανακτεί, γίνεται μεμψίμοιρος και αντισυστημικός.
ΘΛ: Αν συγκρίνουμε την Ελλάδα και την ελληνική κοινωνία με άλλες χώρες, που πρέπει να κοιτάξουμε για να μην είμαστε γκρινιάρηδες;
Στο θέμα του τουρισμού για παράδειγμα. Θα έπρεπε να κοιτάμε προς την Ιταλία.
Στην Ιταλία, ο χαρακτήρας, ο εθνικός, ο αρχιτεκτονικός, ο γευστικός διατηρείται ως κόρη οφθαλμού. Εμείς αντί να κοιτάμε προς τα εκεί, φοβάμαι ότι κοιτάμε προς το Ντουμπάι. Τα έχουμε βουλιάξει τα νησιά και καταστρέφονται.
Γενικώς η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού θεωρώ ότι ενέχει και εγκυμονεί πάρα πολύ μεγάλους κινδύνους. Σκεφτείτε να φέρει η κλιματική καταστροφή 50άρια στην Ελλάδα το καλοκαίρι; Αυτό μπορεί να γίνει σε λίγα χρόνια. Πρέπει να βλέπουμε μπροστά και δεν το κάνουμε.
ΘΛ: Η Ιταλία λοιπόν είναι ένα παράδειγμα για τον τουρισμό.
Γενικά πρέπει να καταλάβουμε ότι έχουμε ένα πολύ δυνατό brand. Είμαστε η κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού. Θα πρέπει να το κοινωνούμε όλο αυτό, όχι με μιμητικό τρόπο ή σαν σπασίκλες μαθητές, αλλά να το κάνουμε δικό μας και να το πάμε παραπέρα.
«Ο Έλληνας είχε μια ορμή, έστιβε την πέτρα και έλεγε “θα τα καταφέρω”. Αυτό πρέπει να ξαναβρεί ο Έλληνας.»
Πρέπει να δεξιωνόμαστε τους ανθρώπους της γης στην Ελλάδα. Θα μπορούσαμε να είμαστε η Ελβετία των τεχνών και της σκέψης στη Μεσόγειο. Είναι λίγο αφηρημένα και υπερβατικά αυτά που λέω, αλλά τα πιστεύω. Αν βρισκόμουν με έναν τεχνοκράτη, πιστεύω θα βγάζαμε την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η χώρα. Πρέπει να ξαναβρούμε τον πυρήνα μας και πάνω σε αυτόν πρέπει να χτίσουμε.
ΘΛ: Πηγαίνοντας στο κλείσιμο, να βρούμε στοιχεία που μπορούν να μας κάνουν να αισθανόμαστε αισιόδοξοι ως χώρα.
Εχουν ομορφύνει αφάνταστα οι Έλληνες, τα νέα παιδιά.
Πνευματικά ή εμφανισιακά;
Και εμφανισιακά. Λίγο είναι αυτό; Εγώ όταν ήμουνα μικρός, 20 χρονών, ήμουν ο ψηλότερος στην τάξη. Τώρα περπατάω στον δρόμο και αισθάνομαι μετρίου αναστήματος.
Άλλος λόγος να είμαστε αισιόδοξοι είναι ότι τα παιδιά έχουν προσλαμβάνουσες από παντού. Ταξιδεύουν, έχουν μια νέα συνείδηση ευρωπαίων πολιτών.
Επίσης είμαστε μια χώρα «Γκαστόνε», όπως ο τυχερός πάπιος από το Μίκι Μάους. Είμαστε πολύ τυχερή χώρα, που στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ήμασταν με τη σωστή πλευρά της ιστορίας.
ΘΛ: Στο πρώτο με το ζόρι τελευταία στιγμή.
Ναι αλλά ήμασταν. Είχαμε πάει στην Βουλγαρία πριν από κάνα μήνα και οι Βουλγαροί έχουν πάρα πολύ μεγάλο καημό διότι πάντα ήταν στην λάθος πλευρά της ιστορίας ή που δεν έχουν έναν πολιτικό ηγέτη που να θαυμάζουν τα τελευταία 60 χρόνια. Εμείς έχουμε τουλάχιστον τρεις, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη.
Είμαστε μια ιστορία επιτυχίας ως χώρα. Δεν είμαστε μια ιστορία αποτυχίας.
ΑΑ: Τότε γιατί είμαστε απαισιόδοξοι;
Γιατί έχουμε ένα τεράστιο, δυσβάσταχτο υπεργώ που φαίνεται και στον μικρόκοσμο.
Φαίνεται και στην ελληνική οικογένεια που αντιλαμβάνεται τα παιδιά της ως επενδύσεις και λέει «θα με βγάλεις ασπροπρόσωπο ή θα κάνεις αυτά που δεν έκανα». Αυτό είναι ένα νοσηρό κατά τη γνώμη μου.
Οπως έλεγε ο Χατζηδάκις «το ανικανοποίητο του Έλληνα και η τάση φυγής». Από την αρχαιότητα στον Έλληνα κάτι του λείπει, πάντα θέλει να πάει κάπου αλλού.
Από τη μία είναι καλό γιατί δεν επαναπαυόμαστε, αλλά από την άλλη είναι κακό γιατί τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.
ΘΛ: Από όσα μας περιγράφετε καταλαβαίνω πως επιλέγετε να είστε αισιόδοξος για το μέλλον.
Είμαι αισιόδοξος. Προφανώς εδώ πέρα υπάρχει τεράστια ταλαιπωρία σε βασικά πράγματα. Φαντάσου να αναγκαστείς να πας σε νοσοκομείο χωρίς ιδιωτική ασφάλιση. Θα ταλαιπωρηθείς σίγουρα. Όμως έχουμε πολύ καλούς γιατρούς.
Θα σας φέρω ένα άλλο παράδειγμα αισιοδοξίας. Πήγα να αλλάξω δύο παντελόνια στο Marks & Spencer στην Ερμού. Με εξυπηρέτησε η κυρία Μαρία, πιο μεγάλη από μένα σε ηλικία. Εγώ δεν είχα τη σωστή απόδειξη μαζί μου. Παρόλα αυτά ασχολήθηκε μαζί μου, με κέφι και μπρίο σαν να παίζει σε οπερέτα. Έδειξε διάθεση να με βοηθήσει.
Την παρακολουθούσα και ένιωθα χαρά. Την ίδια στιγμή σκέφτεσαι πως πιθανότατα αυτός ο άνθρωπος εργάζεται για έναν μικρό μισθό. Κι όμως, έχει τέτοιο κέφι και εξυπηρετεί αποτελεσματικά τους πελάτες. Εμένα μου έφτιαξε τη μέρα.
Είναι όπως στις παλιές ταινίες που μικρά παιδιά στύλβοναν υποδήματα. Αυτά τα λουστράκια ήταν χαρούμενα, πήγαιναν νυχτερινό σχολείο, έπιαναν δουλειά, ήθελαν να κάνουν και να δείξουν πράγματα.
Ο Έλληνας είχε μια ορμή, έστιβε την πέτρα και έλεγε θα τα καταφέρω. Αυτό πρέπει να ξαναβρεί ο Έλληνας.
ΘΛ: Έχουμε τα χαρακτηριστικά να βρούμε την άκρη δηλαδή. Αυτό πιστεύετε;
Φυσικά το πιστεύω. Ο μόνος φόβος είναι για να το βρει, μήπως χρειάζεται να γίνει μία μεγάλη καταστροφή πάλι.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
