Οι σκάλες της Πάτρας όπως δεν τις έχουμε ξαναδεί: Τέσσερις θρυλικές ταινίες ζωντανεύουν στην πόλη
Από το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» και τον «Τζόκερ» μέχρι τον «Ρόκι» και τον «Εξορκιστή», τέσσερις ιστορικές σκάλες της πόλης αποκτούν τη δική τους κινηματογραφική σκηνή
Το σώμα γέρνει μπροστά στην ανηφόρα, το βήμα μικραίνει και η ανάσα βαραίνει. Στην κάθοδο, ο ρυθμός αλλάζει, το βλέμμα κατεβαίνει στα πόδια και η βαρύτητα αναλαμβάνει ένα μέρος της κίνησης. Κάθε μέρα, στις ιστορικές σκάλες της Πάτρας, παίζονται δεκάδες τέτοιες μικρές σκηνές χωρίς κάμερα και χωρίς σκηνοθέτη.
Οι σκάλες Αγίου Νικολάου, Γεροκωστοπούλου, Πατρέως και Τριών Ναυάρχων ενώνουν την Άνω με την Κάτω Πόλη, μετατρέποντας την έντονη κλίση του εδάφους σε κομμάτι της καθημερινής ζωής. Δεν αποτελούν απλώς περάσματα. Τοποθετούν τους ανθρώπους σε διαφορετικά ύψη, τους αναγκάζουν να επιβραδύνουν ή να επιταχύνουν και κάνουν ακόμη και την πιο συνηθισμένη μετακίνηση ορατή στους άλλους.
Το σινεμά αναγνώρισε πολύ νωρίς αυτή τη δύναμη. Η σκάλα προσφέρει έτοιμη σκηνογραφία: έντονες γραμμές, διαδοχικά επίπεδα, φυσική ιεραρχία και κίνηση που έχει εξαρχής κατεύθυνση. Εκείνος που βρίσκεται στην κορυφή μπορεί να κυριαρχεί, να θριαμβεύει ή να απειλεί. Εκείνος που ανεβαίνει δοκιμάζεται. Όποιος κατεβαίνει μπορεί να δραπετεύει, να μεταμορφώνεται ή να χάνει τον έλεγχο.
Η συγγένεια ανάμεσα στις πατρινές κλίμακες και στις μεγάλες σκάλες του κινηματογράφου δεν είναι γεωγραφική. Είναι σκηνοθετική. Η Αγίου Νικολάου συνομιλεί με τη μνημειακή κάθοδο του «Θωρηκτού Ποτέμκιν», η Γεροκωστοπούλου με τον απελευθερωτικό χορό του «Τζόκερ», η Τριών Ναυάρχων με τη νικηφόρα ανάβαση του «Ρόκι» και η Πατρέως με τη σκοτεινή πτώση του «Εξορκιστή».
Διαβάστε επίσης: Η Πάτρα που «βλέπει» η τεχνητή νοημοσύνη: Όσα αναγνωρίζει, μπερδεύει και επινοεί ΕΙΚΟΝΕΣ
Η σκάλα ως έτοιμη κινηματογραφική σκηνή
Σε έναν επίπεδο δρόμο, ο ήρωας μπορεί να κινηθεί σχεδόν ουδέτερα. Η σκάλα τού επιβάλλει ρυθμό και στάση σώματος. Τον κουράζει, τον εκθέτει, τον ψηλώνει ή τον μικραίνει μέσα στο κάδρο. Ένα πλατύσκαλο προσφέρει φυσική παύση· μια απότομη κλίση προαναγγέλλει κίνδυνο· μια κορυφή δημιουργεί την προσδοκία της κατάκτησης.
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ επέστρεψε πολλές φορές σε αυτή τη γεωμετρία. Στο «Notorious» η μεγάλη σκάλα γίνεται χώρος παρατήρησης και έκθεσης. Στο «Vertigo» η σπειροειδής ανάβαση στο καμπαναριό μετατρέπει τον φόβο του ύψους σε χωρική παγίδα. Στο «Psycho» η επίθεση στον ντετέκτιβ Άρμπογκαστ ολοκληρώνεται με μια απότομη πτώση που καταργεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κάθε αίσθηση ασφάλειας.
Οι τέσσερις κεντρικές ταινίες του δικού μας κινηματογραφικού περιπάτου δείχνουν ακόμη καθαρότερα πόσο διαφορετικές ιστορίες μπορεί να αφηγηθεί η ίδια αρχιτεκτονική μορφή.
Αγίου Νικολάου – Η μνημειακή κάθοδος του «Θωρηκτού Ποτέμκιν»… αντίστροφα
Το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αϊζενστάιν, η βωβή ταινία του 1925 που δραματοποιεί την εξέγερση των ναυτών του ρωσικού πολεμικού πλοίου το 1905, μετέτρεψε τη σκάλα της Οδησσού σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες της ιστορίας του κινηματογράφου.
Οι στρατιώτες του τσαρικού καθεστώτος κατεβαίνουν σε αυστηρό σχηματισμό. Απέναντί τους, οι πολίτες τρέχουν, πέφτουν και παγιδεύονται. Μπότες, πρόσωπα, όπλα, τρομαγμένα βλέμματα και το καρότσι που κυλά στα σκαλοπάτια δεν παρουσιάζονται ως μία συνεχής καταγραφή. Ο Αϊζενστάιν τεμαχίζει τη δράση σε διαδοχικά πλάνα και επιμηκύνει τον χρόνο, ώσπου η σκάλα μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ.

Η περίφημη σφαγή δεν συνέβη ιστορικά με τον τρόπο που παρουσιάζεται στην ταινία. Η κινηματογραφική επινόηση, ωστόσο, αποδείχθηκε ισχυρότερη από την κυριολεκτική μνήμη του γεγονότος. Η βαρύτητα συνεργάζεται με την εξουσία: οι ένοπλοι κατεβαίνουν με μηχανική ακρίβεια, ενώ το πλήθος δεν βρίσκει έξοδο.
Από τις τέσσερις πατρινές κλίμακες, η Αγίου Νικολάου είναι η μόνη που μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτή τη μνημειακότητα. Η μεγάλη ευθεία, το πλάτος και η καθαρή προοπτική της μπορούν να χωρέσουν νοητά ένα πλήθος και να οργανώσουν μια μαζική κίνηση. Από ψηλά, τα σώματα μικραίνουν και η πόλη ανοίγεται μέχρι τη θάλασσα. Από χαμηλά, η κορυφή απομακρύνεται και η ανάβαση μοιάζει με δοκιμασία. Η δύναμή της δεν περιορίζεται στην πορεία ενός ανθρώπου· μπορεί να μετατρέψει πολλούς ανθρώπους σε μία ενιαία εικόνα. Μόνο που εδώ η κάθοδος μετατρέπεται σε άνοδο.
Γεροκωστοπούλου – Ο «Τζόκερ» κατεβαίνει ως άλλος άνθρωπος
Στον «Τζόκερ» του 2019, η σκάλα καταγράφει δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Ο Άρθουρ Φλεκ την ανεβαίνει αρχικά σκυφτός και εξαντλημένος, επιστρέφοντας σε μια καθημερινότητα που τον συνθλίβει. Κάθε σκαλοπάτι μοιάζει να προσθέτει βάρος σε εκείνο που ήδη κουβαλά.
Αργότερα εμφανίζεται στην κορυφή με βαμμένο πρόσωπο και κόκκινο κοστούμι. Αυτή τη φορά δεν ανεβαίνει. Χορεύει προς τα κάτω με τα χέρια ανοικτά, έχοντας ολοκληρώσει τη μεταμόρφωσή του σε Τζόκερ. Η κάθοδος, κίνηση που συνδέεται συνήθως με την πτώση, παρουσιάζεται ως έκρηξη ελευθερίας — μιας ελευθερίας σκοτεινής, βίαιης και επικίνδυνης.

Τα σκαλοπάτια του Χάιμπριτζ στο Μπρονξ μετατράπηκαν μετά την ταινία σε παγκόσμιο σημείο κινηματογραφικού τουρισμού. Επισκέπτες άρχισαν να αναπαριστούν τον χορό για τα κοινωνικά δίκτυα, φορτώνοντας μια πραγματική διαδρομή της γειτονιάς με την ταυτότητα που της έδωσε η οθόνη.
Η Γεροκωστοπούλου ταιριάζει σε αυτή την ιστορία λόγω χαρακτήρα. Είναι μια σκάλα κατοικημένη και βιωμένη, ανάμεσα σε σπίτια, φυτά, φωτιστικά και διαδοχικά επίπεδα. Δεν στέκεται σαν απομονωμένο μνημείο· αποτελεί μέρος της καθημερινότητας και σημείο όπου ο περαστικός γίνεται ορατός στους άλλους. Εκεί ο μοναχικός χορός του «Τζόκερ» βρίσκει το κατάλληλο πατρινό σκηνικό: ένας άνθρωπος καταλαμβάνει για λίγα λεπτά τον δημόσιο χώρο και τον μετατρέπει σε προσωπική σκηνή.
Τριών Ναυάρχων – Η προσωπική κατάκτηση του «Ρόκι»
Ο «Ρόκι» του 1976 έδωσε στη σκάλα την πιο αισιόδοξη ίσως σημασία της. Ο Ρόκι Μπαλμπόα τρέχει στους δρόμους της Φιλαδέλφειας και ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του Μουσείου Τέχνης. Όταν φτάνει στην κορυφή και σηκώνει τα χέρια, δεν έχει ακόμη κερδίσει τον μεγάλο αγώνα. Έχει, όμως, νικήσει την προηγούμενη εκδοχή του εαυτού του.

Η σκηνή έχει δύναμη επειδή η ταινία έχει ήδη δείξει την κόπωση και την αποτυχία. Η κορυφή δεν χαρίζεται στον ήρωα. Κατακτάται βήμα προς βήμα, μέχρι η πόλη να απλωθεί πίσω του και η ατομική προσπάθεια να αποκτήσει δημόσια μορφή. Τα υψωμένα χέρια συμπυκνώνουν την πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τη θέση του μέσα στον κόσμο.
Οι σκάλες της Τριών Ναυάρχων προσφέρουν την πατρινή εκδοχή αυτής της ανάβασης. Τα διαδοχικά τμήματα, τα πλατύσκαλα και η ανοικτή σχέση τους με τον δρόμο κάνουν την κίνηση ευανάγνωστη. Η διαδρομή δεν επιβάλλεται με τη μνημειακότητα της Αγίου Νικολάου. Χτίζεται σε στάδια, επιτρέποντας στον άνθρωπο να μετρήσει την προσπάθειά του, να σταματήσει και να συνεχίσει. Εδώ η σκάλα δεν γίνεται απειλή ή παγίδα, αλλά ένα εμπόδιο που μπορεί να ξεπεραστεί.
Πατρέως – Η πτώση του «Εξορκιστή» και ο χώρος χωρίς διαφυγή
Στον «Εξορκιστή» του 1973, η σκάλα χάνει κάθε υπόσχεση ανόδου. Τα 74 πέτρινα σκαλοπάτια που συνδέουν τις οδούς Prospect και M στο Τζορτζτάουν της Ουάσιγκτον υπήρχαν πολύ πριν από την ταινία. Μετά τη θανατηφόρα πτώση του πατέρα Καρράς, όμως, απέκτησαν ένα όνομα που επισκίασε την προηγούμενη ταυτότητά τους: έγιναν τα «Exorcist Steps».

Η σκηνή αντλεί τη δύναμή της από την ίδια την κατασκευή. Οι τοίχοι περιορίζουν το βλέμμα, η πέτρα σκληραίνει τον χώρο και η μεγάλη κλίση μετατρέπει την κάθοδο σε ανεξέλεγκτη πτώση. Η σκάλα παύει να λειτουργεί ως πέρασμα ανάμεσα σε δύο επίπεδα και γίνεται ένας στενός διάδρομος χωρίς δυνατότητα διαφυγής.
Η Πατρέως διαθέτει το καταλληλότερο πατρινό κάδρο για αυτή τη σκοτεινή δραματουργία. Η κατά μέτωπο άνοδος, η πέτρινη φθορά, τα πλευρικά στηρίγματα και το κλειστότερο οπτικό πεδίο δημιουργούν μια αίσθηση εγκλωβισμού. Το βλέμμα οδηγείται προς τα επάνω, αλλά η κορυφή δεν προσφέρει την ανοικτή θέα της Αγίου Νικολάου. Η σκάλα μοιάζει να κρατά τον άνθρωπο μέσα στη διαδρομή της. Στον κινηματογραφικό παραλληλισμό με τον «Εξορκιστή», η κίνηση δεν υπόσχεται θρίαμβο· κουβαλά την πιθανότητα της πτώσης.
Η πόλη δεν είναι φόντο
Οι ιστορικές κλίμακες της Πάτρας έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία και αποτελούν στοιχεία του πολεοδομικού ιστού που συνδέει την Άνω με την Κάτω Πόλη. Παράλληλα, λειτουργούν ως σημεία συνάντησης και χώροι πολιτιστικών δράσεων. Η πιο σταθερή παράστασή τους, όμως, επαναλαμβάνεται καθημερινά χωρίς πρόγραμμα: άνθρωποι ανεβαίνουν, κατεβαίνουν, σταματούν για να πάρουν ανάσα, συναντιούνται ή στρέφονται προς τη θέα.
Οι κινηματογραφικές αντιστοιχίσεις δεν επιχειρούν να μεταμφιέσουν την Πάτρα σε Οδησσό, Νέα Υόρκη, Φιλαδέλφεια ή Ουάσιγκτον. Αποκαλύπτουν κάτι που βρίσκεται ήδη μπροστά μας: η αρχιτεκτονική κατευθύνει το σώμα, το σώμα δημιουργεί την κίνηση και η κίνηση γεννά μια ιστορία.
Στην Αγίου Νικολάου, τη Γεροκωστοπούλου, την Πατρέως και την Τριών Ναυάρχων, η πόλη δεν προσφέρει απλώς το φόντο. Ορίζει τον ρυθμό, επιβάλλει την κατεύθυνση και μοιράζει τους ρόλους. Κάθε περαστικός γίνεται για λίγα λεπτά ο ήρωας μιας διαδρομής, ακόμη κι αν το μοναδικό του κοινό είναι όσοι ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν από την αντίθετη πλευρά.
Το σινεμά χρειάζεται μια σκάλα για να δείξει ότι ένας άνθρωπος αλλάζει θέση μέσα στον κόσμο. Η Πάτρα έχει τέσσερις.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
