Όταν τα 13χρονα γίνονται «μέλη κυκλώματος», κάτι έχουμε ήδη χάσει
Η υπόθεση με τα κυκλώματα ναρκωτικών στα βόρεια προάστια δεν είναι μόνο αστυνομική είδηση. Όταν παιδιά 14, 15 και 16 ετών εμφανίζονται σε δικογραφίες ως κρίκοι διακίνησης και όταν γίνεται λόγος ακόμη και για προσπάθεια στρατολόγησης μαθητών 13 ετών, η κουβέντα δεν μπορεί να μείνει μόνο στις χειροπέδες.
Η υπόθεση με τα κυκλώματα ναρκωτικών στα βόρεια προάστια δεν είναι μόνο αστυνομική είδηση. Όταν παιδιά 14, 15 και 16 ετών εμφανίζονται σε δικογραφίες ως κρίκοι διακίνησης και όταν γίνεται λόγος ακόμη και για προσπάθεια στρατολόγησης μαθητών 13 ετών, η κουβέντα δεν μπορεί να μείνει μόνο στις χειροπέδες.
Η είδηση έχει όλα τα στοιχεία που την κάνουν να ξεχωρίζει μέσα στη ροή: ναρκωτικά, ανήλικοι, παιδικές χαρές, σχολεία, πλατείες, στάσεις λεωφορείων, συλλήψεις. Διαβάζεται γρήγορα, προκαλεί ένα σφίξιμο, ίσως και μια εύκολη αγανάκτηση. Μετά έρχεται η επόμενη είδηση.
Μόνο που εδώ κάτι μένει πίσω.
Όταν η Αστυνομία ανακοινώνει ότι σε κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών εμπλέκονται παιδιά 14, 15, 16 και 17 ετών, η υπόθεση δεν τελειώνει με την εξάρθρωση. Εκεί αρχίζει το πιο δύσκολο κομμάτι. Γιατί πριν ένα παιδί φτάσει να περιγράφεται ως «επιχειρησιακό μέλος», πριν βρεθεί να κάνει διακίνηση ή να στρατολογείται από μεγαλύτερους, έχει προηγηθεί μια διαδρομή. Και αυτή η διαδρομή σπάνια είναι αόρατη από την αρχή μέχρι το τέλος.
Κάπου υπήρξε μια αλλαγή στη συμπεριφορά. Κάπου εμφανίστηκαν λεφτά, παρέες, απουσίες, επιθετικότητα, φόβος, μυστικά. Κάπου ένα παιδί άρχισε να περνά περισσότερες ώρες σε μέρη όπου δεν θα έπρεπε να βρίσκεται μόνο του. Κάπου κάποιος ενήλικας ίσως ανησύχησε, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Κάπου κάποιος άλλος είδε και προσπέρασε.
Η εικόνα μαθητών που φέρονται να μπαίνουν σε τέτοια κυκλώματα δεν είναι μόνο υπόθεση παραβατικότητας. Είναι εικόνα εγκατάλειψης. Μια κοινωνία που ξαφνιάζεται όταν βλέπει παιδιά μέσα σε δικογραφίες, πρέπει πρώτα να αναρωτηθεί πόσο κοντά ήταν σε αυτά τα παιδιά πριν φτάσει η ώρα της Αστυνομίας.
Διαβάστε επίσης: Αττική: Ανήλικοι διακινούσαν ναρκωτικά σε μαθητές – Παιδικές χαρές, σχολεία και στάσεις τα «σημεία» τους
Το πιο βαρύ στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι μόνο η ηλικία των εμπλεκομένων. Είναι οι χώροι. Παιδικές χαρές. Πλατείες. Στάσεις λεωφορείων. Σχολικά συγκροτήματα. Δηλαδή, οι χώροι όπου υποτίθεται ότι κινείται η καθημερινότητα των παιδιών. Εκεί όπου ένα παιδί θα έπρεπε να περιμένει το λεωφορείο, να συναντά φίλους, να γυρίζει από το σχολείο, να παίζει, να περνά αδιάφορα τον χρόνο του. Όταν αυτοί οι χώροι γίνονται σημεία διακίνησης, το πρόβλημα έχει ήδη περάσει την πόρτα της γειτονιάς.
Η διακίνηση σε ανήλικους δεν είναι ένα μακρινό, σκοτεινό σενάριο που συμβαίνει κάπου αλλού. Δεν χρειάζεται πάντα εγκαταλελειμμένα κτίρια, νύχτα, υπόγεια και εικόνες από αστυνομική ταινία. Μπορεί να συμβαίνει δίπλα στο σχολείο, στη γωνία, στο παγκάκι, σε μια πλατεία που όλοι γνωρίζουν, σε ένα σημείο από όπου περνούν γονείς, μαθητές, περαστικοί.
Αυτό είναι που τρομάζει περισσότερο. Η κανονικότητα του χώρου. Η αίσθηση ότι όλα γίνονται μέσα στο φως της καθημερινότητας, όχι απαραίτητα στα κρυφά με τον τρόπο που φανταζόμαστε.
Κανένα παιδί δεν γεννιέται μέλος κυκλώματος. Κανένα 13χρονο δεν ξυπνά ένα πρωί και αποφασίζει ότι αυτός είναι ο δρόμος του. Κάποιος το πλησιάζει. Κάποιος του υπόσχεται κάτι. Κάποιος το κάνει να νιώσει δυνατό, χρήσιμο, απαραίτητο, προστατευμένο ή φοβισμένο. Κάποιος μεγαλύτερος καταλαβαίνει γρήγορα ποιο παιδί είναι πιο ευάλωτο.
Γιατί τα παιδιά στρατολογούνται ακριβώς επειδή είναι παιδιά. Επειδή εντυπωσιάζονται. Επειδή φοβούνται. Επειδή θέλουν να ανήκουν κάπου. Επειδή η αναγνώριση, ακόμη και από τη λάθος παρέα, μπορεί σε μια δύσκολη ηλικία να μοιάζει με επιβεβαίωση. Επειδή ένας μεγαλύτερος που τους δίνει ρόλο μπορεί να γίνει, για λίγο, πιο πειστικός από έναν ενήλικα που απλώς τους κάνει παρατήρηση.
Και μετά έρχεται η λέξη «κύκλωμα» και τους καταπίνει όλους. Τους μεγαλύτερους που οργανώνουν, τους μικρότερους που χρησιμοποιούνται, τους γονείς που δεν πρόλαβαν ή δεν κατάλαβαν, τα σχολεία που συχνά δεν έχουν τα εργαλεία, τη γειτονιά που έμαθε να μη μπλέκει.
Η εύκολη αντίδραση είναι να πούμε «πού είναι οι γονείς;». Μερικές φορές αυτή η ερώτηση πρέπει να γίνει. Όμως δεν αρκεί. Υπάρχουν οικογένειες που δεν μπορούν να διαβάσουν εγκαίρως τα σημάδια. Υπάρχουν γονείς εξαντλημένοι, απόντες, ανεπαρκείς, φοβισμένοι, μόνοι τους. Υπάρχουν και γονείς που πράγματι δεν θέλησαν να δουν. Καμία απάντηση δεν χωράει σε μία φράση.
Η σύλληψη είναι αναγκαία όταν υπάρχει διακίνηση. Η έρευνα είναι αναγκαία. Οι δικογραφίες είναι αναγκαίες. Κανείς δεν μπορεί να προσποιηθεί ότι όταν ναρκωτικά φτάνουν σε μαθητές, η απάντηση μπορεί να είναι απλώς μια κοινωνιολογική κουβέντα.
Αλλά η αστυνομική επιχείρηση έρχεται στο τέλος. Έρχεται όταν τα πράγματα έχουν ήδη προχωρήσει πολύ. Όταν έχουν γίνει επαφές, διαδρομές, πωλήσεις, απειλές, χρέη, βία, φόβος. Όταν ένα παιδί έχει ήδη μπει σε έναν μηχανισμό που το χρησιμοποιεί και, στην πρώτη στραβή, θα το αφήσει μόνο του απέναντι στον νόμο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι γίνεται πριν. Ποιος παρακολουθεί τις μικρές μετατοπίσεις στη ζωή ενός παιδιού; Ποιος μιλά με τα παιδιά με τρόπο που να τα αφορά πραγματικά; Ποιος στηρίζει το σχολείο όταν βλέπει κάτι να στραβώνει; Ποιος δίνει στις οικογένειες βοήθεια πριν η υπόθεση γίνει αστυνομική ανακοίνωση;
Δεν αρκεί να λέμε ότι «η νεολαία χάλασε». Αυτή είναι η πιο τεμπέλικη φράση κάθε εποχής. Η νεολαία δεν χαλάει μόνη της σε κάποιο κενό. Μεγαλώνει μέσα σε σπίτια, σχολεία, γειτονιές, οθόνες, παρέες, οικονομικές πιέσεις, σιωπές και παραλείψεις ενηλίκων.
Η υπόθεση στα βόρεια προάστια έχει και μια άλλη άβολη πλευρά. Συχνά έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ορισμένες περιοχές είναι προστατευμένες επειδή έχουν μεγαλύτερα σπίτια, καλύτερα σχολεία, πιο τακτοποιημένους δρόμους, λιγότερη ορατή φτώχεια. Η πραγματικότητα επιμένει να μας θυμίζει ότι τα παιδιά μπορούν να χαθούν και σε γειτονιές που απ’ έξω δείχνουν ήσυχες.
Η άνεση δεν σημαίνει πάντα προστασία. Η καλή εικόνα δεν σημαίνει πάντα φροντίδα. Η «καλή οικογένεια» δεν σημαίνει πάντα ουσιαστική παρουσία. Και η πλατεία μιας ακριβής περιοχής μπορεί να γίνει το ίδιο επικίνδυνη με οποιοδήποτε σκοτεινό στενό, αν γύρω της κανείς δεν κοιτάζει πραγματικά.
Αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο να παραδεχθούμε. Τα παιδιά δεν κινδυνεύουν μόνο εκεί όπου περιμένουμε να κινδυνεύουν. Κινδυνεύουν όπου υπάρχουν κενά. Κενά προσοχής, σχέσης, εμπιστοσύνης, πρόληψης, ελέγχου.
Όταν ένα παιδί 13 ετών εμφανίζεται ως πιθανός στόχος στρατολόγησης, η κοινωνία των ενηλίκων δεν μπορεί να κάνει πως απλώς έπεσε από τα σύννεφα. Κάτι δεν λειτούργησε. Ίσως πολλά πράγματα μαζί.
Δεν είναι πάντα εύκολο να προλάβεις το κακό. Είναι όμως πολύ βολικό να το βλέπεις μόνο όταν πια έχει αποκτήσει αστυνομικό αριθμό υπόθεσης. Μέχρι τότε, τα σημάδια συχνά υπάρχουν, αλλά δεν έχουν όνομα. Τα λέμε «δύσκολη ηλικία», «κακές παρέες», «εφηβεία», «αντιδραστικότητα», «περίεργη φάση». Κάποιες φορές είναι όντως αυτά. Κάποιες άλλες, είναι η αρχή μιας πολύ πιο επικίνδυνης διαδρομής.
Τα παιδιά χρειάζονται όρια, αλλά χρειάζονται και ανθρώπους που να μπορούν να τα ακούσουν πριν τα αναλάβει κάποιος άλλος. Χρειάζονται σχολεία που να μην είναι μόνο χώροι ύλης και απουσιών. Χρειάζονται γειτονιές που να μην κοιτάζουν αλλού. Χρειάζονται γονείς που να έχουν στήριξη όταν νιώθουν ότι χάνουν τον έλεγχο. Χρειάζονται ενήλικες που να μην εμφανίζονται μόνο για να τιμωρήσουν.
Η υπόθεση των κυκλωμάτων στα βόρεια προάστια είναι βαριά ακριβώς επειδή ακουμπά αυτό το σημείο. Τα ναρκωτικά είναι η μία πλευρά. Η άλλη είναι ότι κάποιοι είδαν σε ανήλικους όχι παιδιά, αλλά εργαλεία. Χέρια για διακίνηση. Πρόσωπα που μπορούν να περάσουν πιο εύκολα απαρατήρητα. Ηλικίες που μπορούν να χειραγωγηθούν. Όταν φτάνουμε να μιλάμε για 13χρονα που κάποιοι προσπάθησαν να βάλουν σε κύκλωμα, δεν έχουμε μπροστά μας μόνο μια υπόθεση εγκληματικότητας. Έχουμε μπροστά μας μια προειδοποίηση, η οποία μάλιστα δεν είναι γενική και αόριστη αλλά πολύ συγκεκριμένη.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
