Π. Ρηγόπουλος: «Η Μέμα δεν συμβιβάστηκε ποτέ με το ψεύτικο»

Αποκαλυπτικός ο δημοσιογράφος και συγγραφέας: Όταν «σκάβω» στο παρελθόν, δεν ψάχνω απλώς ιστορίες. Ψάχνω τα ίχνη των ανθρώπων που πέρασαν, αγάπησαν, έλαμψαν, πληγώθηκαν και κάποτε σιώπησαν

Π. Ρηγόπουλος: «Η Μέμα δεν συμβιβάστηκε ποτέ με το ψεύτικο»

Γοητευτική πρωταγωνίστρια του θεάτρου και του κινηματογράφου τη δεκαετία του ’60-αρχές ’70, η πατρινή ηθοποιός Μέμα Σταθοπούλου διέγραψε μια λαμπερή, αλλά σύντομη καριέρα. Είκοσι επτά χρόνια μετά τον θάνατό της, ο δημοσιογράφος της «Π» Παναγιώτης Ρηγόπουλος ρίχνει φως στη ζωή και τη διαδρομή της μέσα από το νέο του βιβλίο «Η Ελληνίδα Μπριζίτ Μπαρντό – Η άγνωστη ζωή της Μέμας Σταθοπούλου» (εκδ. 24 Γράμματα). Με αφορμή την κυκλοφορία αλλά και την παρουσίασή του την Τετάρτη 27 Μαΐου (ώρα 19:30) στο «Επίκεντρο+», ο συγγραφέας μάς μιλάει για την πολυετή έρευνά του και τις δυσκολίες της, για τις άγνωστες πτυχές της προσωπικότητας της σταρ, για το χρέος της δημοσιογραφίας και της γραφής «να μην αφήνει τη λήθη να κερδίζει τόσο εύκολα».

Μετά το πρώτο σου βιβλίο «Καρναβαλική Πάτρα», αυτή τη φορά καταπιάνεσαι με τη ζωή και την πορεία της πατρινής ηθοποιού Μέμας Σταθοπούλου. Τι σε ώθησε να γράψεις τη βιογραφία της;
Η Μέμα δεν ήταν μόνο μια όμορφη μορφή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, αλλά μια φωτεινή και ξεχασμένη παρουσία. Ολοι θυμούνταν το πρόσωπό της, λίγοι όμως γνώριζαν την αληθινή της διαδρομή. Το βιβλίο επιχειρεί να αποδώσει ένα χρέος της Πάτρας σε μια δική της σταρ, που δεν αναγνωρίστηκε όσο άξιζε. Παράλληλα, φωτίζει μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, όπου ζωή και εικόνα συχνά γίνονταν ένα, γεννώντας μύθους και προσωπικές ιστορίες.

– Πόσο χρόνο απαίτησε η έρευνα και η συλλογή υλικού και ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες στην όλη διαδικασία;
Η έρευνα κράτησε πολλά χρόνια. Από το 1993 συλλέγω συνεντεύξεις, από ηθοποιούς που συνεργάστηκαν μαζί της. Σήμερα οι περισσότεροι έχουν εκδημήσει. Εμειναν όμως οι μαρτυρίες τους. Δεν ήταν μια τυπική συλλογή στοιχείων. Ηταν μία περιπλάνηση μέσα από κιτρινισμένα περιοδικά, παλαιοπωλεία της Αθήνας, συλλέκτες από όλη την Ελλάδα, άγνωστες ιστορίες, παλιά δημοσιεύματα, αφίσες και φωτογραφίες ταινιών, αφηγήσεις δεκάδων ανθρώπων που τη γνώρισαν. Ακόμα και αθλητικά αρχεία «ξεσκονίσαμε», αφού αναδεικνύουμε τη Μέμα και ως πρωταθλήτρια της ομάδας στίβου της Παναχαϊκής.
Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η σιωπή. Γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι θυμούνται, αλλά διστάζουν να μιλήσουν. Και εκεί χρειάζεται ευαισθησία, όχι δημοσιογραφική επιμονή. Επρεπε να κερδίσω εμπιστοσύνη για να φτάσω όχι μόνο στα γεγονότα, αλλά και στα συναισθήματα πίσω από αυτά.

-Διεισδύοντας στο προσωπικό και καλλιτεχνικό σύμπαν της Μέμας Σταθοπούλου, τι σε εντυπωσίασε περισσότερο τόσο στην ηθοποιό όσο στον άνθρωπο;
Η αξιοπρέπειά της. Αυτό με συγκλόνισε περισσότερο. Ηταν μια γυναίκα που γνώρισε τη λάμψη, αλλά δεν μέθυσε ποτέ από αυτήν. Και όταν ήρθε η λήθη, δεν εκβίασε την επιστροφή της με φθηνό θόρυβο ή πικρία.
Πίσω από την κινηματογραφική ομορφιά υπήρχε μια βαθιά ευαίσθητη γυναίκα, με μοναξιές, φόβους, ανάγκη για αγάπη. Μου έκανε εντύπωση ότι δεν μιλούσε ποτέ σαν «σταρ». Μιλούσε σαν άνθρωπος που ήθελε απλώς να αγαπηθεί αληθινά.

– Είχες την ευκαιρία να τη συναντήσεις και να συνομιλήσετε το 1993, στο πλαίσιο της εκπομπής σου στο Achaia Channel. Πώς θυμάσαι τη συνάντησή σας και τι αποκόμισες από την ίδια;
Τη θυμάμαι σαν μια συνάντηση με μια γυναίκα που κουβαλούσε ταυτόχρονα γοητεία και θλίψη. Είχε εκείνο το σπάνιο βλέμμα των ανθρώπων που έχουν ζήσει πολλά και δεν αισθάνονται την ανάγκη να τα φωνάξουν. Στη διάρκεια της κουβέντας μας κατάλαβα ότι πίσω από τις φωτογραφίες και τους τίτλους υπήρχε μια αθόρυβη δύναμη. Εφυγα από εκείνη τη συνάντηση με την αίσθηση πως είχα γνωρίσει έναν άνθρωπο που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με το ψεύτικο. Και αυτό έμεινε μέσα μου για χρόνια.

-Εχοντας κάνει μια αναδρομή στην εποχή και την καριέρα της, πού αποδίδεις τον χαρακτηρισμό «παρεξηγημένη»;
Στο ότι την είδαν περισσότερο ως εικόνα και λιγότερο ως προσωπικότητα. Η ομορφιά της λειτούργησε σαν καθρέφτης που έκρυψε το βάθος της. Στην Ελλάδα συχνά βάζουμε εύκολες ταμπέλες. Η «ωραία γυναίκα», η «σταρ», η «σύντροφος κάποιου». Η Μέμα δεν συμβιβάστηκε με αυτές τις επιφανειακές αναγνώσεις, αλλά δεν της δόθηκε ο χώρος που πραγματικά άξιζε ως ηθοποιός και ως άνθρωπος.

-Πιστεύεις ότι η σχέση της με τον ηθοποιό Θάνο Λειβαδίτη αλλά και η εντυπωσιακή της εμφάνιση την εγκλώβισαν καλλιτεχνικά;
Ναι, σε μεγάλο βαθμό. Αν και ήταν ο άνθρωπος που της άνοιξε την πόρτα του κινηματογράφου, στην ουσία την εγκλώβισε καλλιτεχνικά. Αθελά του. Αλλά την αγάπησε βαθιά. Ηταν ένας πραγματικός κύριος, μορφωμένος, με καλλιτεχνική παιδεία. Η σχέση της με τον Θάνο τροφοδότησε έναν μύθο γύρω από το όνομά της, όμως πολλές φορές ο μύθος καταπίνει τον άνθρωπο. Νομίζω ότι η Μέμα πάλεψε να αποδείξει πως δεν ήταν απλώς μια όμορφη παρουσία δίπλα σε έναν διάσημο άνδρα, αλλά μια αυτόνομη καλλιτεχνική προσωπικότητα. Και το κατάφερε.

-Επέλεξε, μετά από περίπου 9 χρόνια στον κινηματογράφο και το θέατρο, να αποχωρήσει για να αφοσιωθεί στην οικογένειά της κι όταν θέλησε να επιστρέψει, συνάντησε γυρισμένες πλάτες. Της κόστισε, θεωρείς;
Αν και δεν το μετάνιωσε, της κόστισε βαθιά. Κυρίως υπαρξιακά. Γιατί ένας άνθρωπος που έχει αγαπήσει την Τέχνη δεν μπορεί εύκολα να συμφιλιωθεί με την απόρριψη. Ο χώρος του θεάματος είναι συχνά αμείλικτος. Ξεχνά γρήγορα. Και, ειδικά τότε, μια γυναίκα που έκανε παύση για την οικογένεια θεωρούνταν σχεδόν «τελειωμένη» καλλιτεχνικά. Αυτό κουβαλούσε μέσα της ως σιωπηλή πληγή, ειδικά όταν την αγνόησε το ΔΗΠΕΘΕ της πόλης της.

-Μέσα από το βιβλίο σου, πέρα από τη Μέμα, φωτίζεις και όλο το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της εποχής. Μπήκες στη διαδικασία να συγκρίνεις το τότε με το σήμερα;
Αναπόφευκτα μπήκα στη διαδικασία της σύγκρισης. Το τότε είχε περισσότερη αθωότητα και μυστήριο, ενώ το σήμερα έχει ταχύτητα και τεχνολογία, συχνά όμως χωρίς διάρκεια και ουσία. Το σινεμά τότε ήταν κοινωνικό γεγονός. Ο κόσμος έβγαινε από το σπίτι, φορούσε τα καλά του και ζούσε την προβολή σαν τελετουργία. Ακόμη και ένα κινηματογραφικό συνεργείο να εμφανιζόταν στον δρόμο, γινόταν πανζουρλισμός. Σήμερα όλα περνούν σχεδόν αδιάφορα και οι περισσότεροι βλέπουν ταινίες σε μια οθόνη, στο σπίτι τους, φορώντας… πιτζάμες. Και μόνο αυτή η εικόνα δείχνει πόσο έχει αλλάξει η σχέση μας με το σινεμά.

-Σου αρέσει να «σκάβεις» στο παρελθόν και να φέρνεις στο φως ευρήματα. Τι σημαίνουν για σένα αυτές οι «ανασκαφές»; Είναι μια μορφή νοσταλγίας ή κάτι βαθύτερο;
Δεν είναι νοσταλγία. Είναι ανάγκη μνήμης. Και ειδικά για την ιστορία της Πάτρας, στην οποία επικεντρώνονται και τα δύο έργα μου, καθώς και το επόμενο που ήδη έχω ξεκινήσει.
Και αυτό, γιατί πιστεύω ότι οι κοινωνίες που ξεχνούν τους ανθρώπους τους, χάνουν σταδιακά και την ψυχή τους. Οταν «σκάβω» στο παρελθόν, δεν ψάχνω απλώς ιστορίες. Ψάχνω τα ίχνη των ανθρώπων που πέρασαν, αγάπησαν, έλαμψαν, πληγώθηκαν και κάποτε σιώπησαν.
Ισως, τελικά, αυτό να είναι και το χρέος της δημοσιογραφίας αλλά και της γραφής: να μην αφήνει τη λήθη να κερδίζει τόσο εύκολα.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125