«Σκότωσες τη μάνα που σε γέννησε»-«Δεν είμαι δολοφόνος, έχω βιώσει bullying», ένταση στην απολογία του ο μητροκτόνος της Λάρισας
Η εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του

Στον Βόλο στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο ξεκίνησε σήμερα η δίκη του 22χρονου που κατηγορείται για τη δολοφονία της μητέρας του στη Λάρισα τον Μάιο του 2025. Ο νεαρός εμφανίστηκε μετανιωμένος ενώπιον του δικαστηρίου υποστηρίζοντας πως «δεν είμαι δολοφόνος» και πως είχε υποστεί bullying.
Ηράκλειο: Χειροπέδες σε έναν 40χρονο για βεγγαλικά
Κατά την σημερινή ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συγγενείς, γείτονες της οικογένειας, καθώς και οι αστυνομικοί που πήγαν πρώτοι στο σπίτι. Στη συνέχεια ακολούθησε η απολογία του καθ’ ομολογία δολοφόνου και του ξαδέλφου του, ο οποίος κατηγορείται πως τον βοήθησε να βγάλουν τη σορό από το σπίτι, όπως και αγόρευση της εισαγγελέως που πρότεινε να κριθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι, όπως κατηγορούνται, σύμφωνα με το gegonota.news.
«Δεν είμαι δολοφόνος, αγαπάω όλους τους ανθρώπους»
«Θέλω να πω ότι δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν είμαι δολοφόνος, αγαπάω όλους τους ανθρώπους, δεν έχω πειράξει ποτέ μου κανέναν δεν έχω ασκήσει βία σε κανέναν, δεν έχω μαλώσει με κανέναν στα παιδικά μου χρόνια. Έχω βιώσει bullying, δεν μπορούσα να βρω κοπέλα γιατί έχω κιλά», είπε στην αρχή της απολογίας του.
Στη συνέχεια περιέγραψε τα όσα συνέβησαν την ημέρα της δολοφονίας: «Εκείνο το βράδυ, γύρω στις 23:30, βγήκα έξω μόνος μου και κάθισα σε καφετέρια στο κέντρο της Λάρισας. Συνήθιζα να βγαίνω μόνος μου. Περίπου δύο ώρες αργότερα πήγα σε άλλο μαγαζί. Συνολικά ήπια περίπου μισό μπουκάλι βότκα και τρία ποτήρια ουίσκι. Έφυγα περίπου στις 2 με 3 τα ξημερώματα και γύρισα περπατώντας σπίτι, δεν ήθελα να πληρώσω χρήματα για ταξί. Όπως επέστρεφα, είδα έναν άνδρα να πουλάει ναρκωτικά στην πλατεία και πήρα και εγώ ένα τσιγάρο με 10 ευρώ. Κάθισα σε πάρκο κοντά στο σπίτι μου και το κάπνισα. Άρχισα να ζαλίζομαι πολύ, πονούσε το κεφάλι μου, είχα ταχυκαρδία. Κάθισα περίπου για μία ώρα εκεί πέρα. Μετά γύρισα στο σπίτι, περίπου στις 5 παρά. Άνοιξα με τα κλειδιά μου, μπήκα μέσα και είδα τη μητέρα μου να πίνει τον πρωινό της καφέ, ήταν η ώρα που ξυπνούσε για να πάει για δουλειά. Με είδε στην κατάσταση που ήμουν, μαλώσαμε, με ρώτησε τι ήπια, άρχισε να με βρίζει, να με λέει “μπεκρή” και “άχρηστο”, πως δεν εργάζομαι και δεν συνεισφέρω στα οικονομικά της οικογένειας και σπαταλάω χρήματα. Ήμουν σε άλλο κόσμο, δεν καταλάβαινα τι έκανα. Πήρα το μαχαίρι που ήταν πάνω στο πάγκο της κουζίνας και την χτύπησα με αυτό. Δεν θυμάμαι αν αντέδρασε, νομίζω φώναξε βοήθεια, αλλά δεν θυμάμαι».
«Προσπάθησα να βρω τρόπους να καθαρίσω το σπίτι»
Μετά το έγκλημα, ο 22χρονος περιέγραψε ενώπιον του δικαστηρίου: «Προσπάθησα να βρω τρόπους να καθαρίσω το σπίτι. Μετά άρχισα να κλαίω όταν συνειδητοποίησα τι έκανα, δεν ήξερα τι να κάνω. Λίγη ώρα μετά με πήρε τηλέφωνο ο πατέρας μου να πάμε για καφέ. Αφού έφυγα από τον καφέ, τηλεφώνησα στον ξάδερφό μου να έρθει να με βοηθήσει να πετάξουμε κάποια χαλιά. Όταν ο ξάδερφός μου έφθασε στο σπίτι, κατάλαβε ότι κάτι τρέχει από την μυρωδιά. Όταν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί άρχισε να φωνάζει, να με ρωτάει τι έκανα. “Δεν θυμάμαι”, του απάντησα. Ήταν σοκαρισμένος. Προσπάθησε να φύγει, ήθελε να πάρει τηλέφωνο την αστυνομία αλλά τον απείλησα πως, αν την ειδοποιήσει, θα τον μπλέξω στον φόνο».
«Πλέον έχω τάσεις αυτοκτονίας, ακόμη δεν έχω συνειδητοποιήσει αυτό που έχω κάνει, θέλω να βάλω τέλος στον εαυτό μου. Την αγαπούσα τη μητέρα μου και με αγαπούσε. Δεν καταλάβαινα τι έκανα με αυτά που έχω πιει. Υπόσχομαι προς την κοινωνία ότι θα είμαι άλλος άνθρωπος. Έχω κόψει το αλκοόλ. Τον τελευταίο καιρό πριν το έγκλημα έπινα, έπινα πολύ, σε σημείο που δεν καταλάβαινα τι γινόταν μετά. Στις φυλακές έχω ζήσει κακοποίηση, έχω σημάδια από τσιγάρα πάνω μου. Θέλω μόνο να συνεχίσω τη ζωή μου», κατέθεσε.
«Σκότωσες τη μάνα που σε γέννησε»
Ο ξάδερφος του, ο οποίος κατηγορείται για υπόθαλψη εγκληματία, κατέθεσε στο δικαστήριο πως, στο θέαμα της νεκρής 52χρονης και υπό το κράτος της απειλής του 22χρονου πως θα τον μπλέξει στην δολοφονία, τρομοκρατήθηκε.
«Μου τηλεφώνησε ο ξάδερφος μου να πάμε για καφέ. Εγώ μόλις είχα γυρίσει από την δουλειά και ήμουν πολύ κουρασμένος. Επέμενε πάρα πολύ και έτσι δέχτηκα να πάμε αλλά για πολύ λίγο. Μετά όμως μου ζήτησε να περάσω από το σπίτι του πρώτα για να τον βοηθήσω να πετάξουμε κάποια χαλιά που του είχε αφήσει η μητέρα του πριν φύγει για την δουλειά για να τα πετάξει στα σκουπίδια. Όταν μπήκαμε στο σπίτι, είχε μία παράξενη μυρωδιά που μου ανακάτευε το στομάχι. Λίγες στιγμές μετά είδα το χαλί. Όταν αντιλήφθηκα τι είχε συμβεί, του είπα “τι έκανες εκεί ρε μ… σκότωσες τη μάνα που σε γέννησε, που σε είχε 9 μήνες στην κοιλιά της;”. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που άκουγα και έβλεπα. Του είπα θα καλέσω την αστυνομία και με απείλησε πως αν το κάνω θα με μπλέξει στον φόνο. Τρομοκρατήθηκα», κατέθεσε.
Το χαλί και η κλήση στην αστυνομία
Όπως έγινε γνωστό κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, τους δύο νεαρούς εντόπισαν γείτονες της περιοχής, οι όποιοι τους είδαν να κουβαλούν ένα μεγάλο χαλί. Ένας εκ των γειτόνων κάλεσε την αστυνομία υποψιασμένος πως στο χαλί υπήρχε ανθρώπινο σώμα, οι φόβοι του όμως επιβεβαιώθηκαν όταν παρατήρησε ότι από την άκρη του χαλιού φαινόταν ανθρώπινα δάχτυλα ποδιού.
«Μεθοδευμένες οι ενέργειες του δολοφόνου»
Η εισαγγελέας της έδρας ξεκίνησε την αγόρευσή της με μία αναδρομή στην παιδική ηλικία του κατηγορουμένου. Όπως ανέφερε, ο 22χρονος, από 3,5 ετών έμεινε χωρίς την μητέρα του μετά τον χωρισμό των γονέων του και την ανάθεση της επιμέλειας στον πατέρα του. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με την ίδια, ποτέ δεν έγινε δυνατή η δημιουργία μίας στενής σχέσης μαζί της.
Μεγαλώνοντας, συνέχισε η εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος αποφάσισε να ζήσει με την μητέρα του χωρίς όμως η σχέση τους να έχει δομηθεί, και αυτά τα ελλείμματα που υπήρχαν δεν καθιστούσαν ικανή την σχέση τους να ανθίσει. Ταυτόχρονα, η μητέρα του είχε οικονομικές απαιτήσεις από εκείνον χωρίς ο 22χρονος να μπορεί να βρει σταθερή εργασία, και αυτό έφερνε συγκρούσεις. «Αυτό επηρέασε τον ψυχισμό του, όπως εντοπίζει και ο πραγματογνώμονας ψυχίατρος, χωρίς αυτό ωστόσο να είναι αρκετό για να μειώσει ή να άρει τον καταλογισμό της πράξης», ανέφερε.
Όσον αφορά στις πράξεις του 22χρονου μετά το έγκλημα, η εισαγγελέας είπε πως τα αντικείμενα της μητέρας του που επέλεξε να πετάξει ήταν «στοχευμένα», δηλαδή το κινητό της τηλέφωνο, την κάρτα εισόδου στο εργοστάσιο που εργαζόταν, την τραπεζική της κάρτα και τις φωτογραφίες της, θέλοντας να δημιουργήσει την εικόνα πως η μητέρα του έφυγε από το σπίτι. «Επέλεξε, με μεθοδευμένες ενέργειες, να πετάξει τα απολύτως βασικά προσωπικά αντικείμενα προκειμένου να αποφύγει οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη που θα μπορούσε να του αποδοθεί», τόνισε η εισαγγελέας.
Αναφερόμενη στα γεγονότα και τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, η εισαγγελέας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ο μητροκτόνος είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του και γι’αυτό συνέλεξε όλα τα αντικείμενα, τα πέταξε και καθάρισε τον τόπο του εγκλήματος. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε την απόρριψη των ισχυρισμών περί μειωμένου καταλογισμού και την ενοχή του όπως κατηγορείται.
Για τον δεύτερο κατηγορούμενο, πρότεινε επίσης την ενοχή του λέγοντας ότι, πράγματι αιφνιδιάστηκε όταν πήγε στο σπίτι και αντίκρισε την σορό. Ο εξάδελφός του τον ανάγκασε υπό το κράτος της απειλής να τον βοηθήσει, είχε όμως το χρονικό περιθώριο να αντιδράσει, όταν βγήκαν στον δρόμο και είδε τους γείτονες. Δεν επέλεξε να το κάνει, ούτε να καλέσει την αστυνομία, επέλεξε να τρέξει από την αστυνομία νομίζοντας πως θα ξεφύγει.
Η δίκη διεκόπη για την ερχόμενη Τρίτη 17 Μαρτίου και θα συνεχιστεί με τις αγορεύσεις των δικηγόρων και την απόφαση του δικαστηρίου.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News