Τελικά, πόση ζωή πρέπει να κοστίζει η δουλειά;
Η φετινή Πρωτομαγιά δεν φέρνει ξανά στο προσκήνιο μόνο το ζήτημα των μισθών, αλλά και το πιο δύσκολο ερώτημα της εποχής: πόσο χώρο αφήνει τελικά η δουλειά για να ζήσει ο άνθρωπος. Αλλωστε, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι μόνο τι πληρώνεται, αλλά και τι χάνεται.

Κάθε Πρωτομαγιά στην Ελλάδα κινδυνεύουμε να πέσουμε στην ίδια παγίδα: να μιλήσουμε με σεβασμό για το παρελθόν, να επαναλάβουμε τα σωστά λόγια για τους αγώνες των εργαζομένων και, στο τέλος, να μη βάλουμε πραγματικά το χέρι στη σημερινή πληγή.
Και η σημερινή πληγή δεν είναι μόνο ο μισθός. Είναι και ο χρόνος. Γιατί ναι, το εισόδημα παραμένει το μεγάλο ζήτημα. Με ακριβή ζωή, πιεσμένα νοικοκυριά και εργαζόμενους που μετρούν κάθε ευρώ, δεν γίνεται να προσποιείται κανείς ότι το πρόβλημα είναι αλλού. Όμως η αλήθεια δεν τελειώνει εκεί. Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα έχει παγιωθεί ένα μοντέλο που ζητά από τον εργαζόμενο να δίνει διαρκώς όλο και περισσότερα, εννοώντας περισσότερες ώρες, αντοχές, διαθεσιμότητα, νεύρα, προσωπική ζωή, και πολύ συχνά να παίρνει πίσω όλο και λιγότερα.
Αυτό είναι το σημείο όπου η φετινή Πρωτομαγιά θα πρέπει να έρθει και να ασχοληθεί. Δεν είναι ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι μόνο ημέρα μνήμης αλλά να γίνει η αφορμή για να μπει ξανά στο τραπέζι η πιο δύσκολη, αλλά και πιο αναγκαία κουβέντα: πόσο δουλεύουμε, πώς δουλεύουμε και, τελικά, τι ζωή μας αφήνει η δουλειά που κάνουμε.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ΓΣΕΕ, προκηρύσσοντας την 24ωρη απεργία της 1ης Μαΐου, έβαλε στο κάδρο όχι μόνο την ιστορική μνήμη, αλλά και «τον αγώνα για το αύριο» της εργασίας. Και δεν είναι επίσης τυχαίο ότι μέσα σε αυτό το κλίμα άνοιξε δημόσια η συζήτηση για εβδομάδα 32 ή 35 ωρών, χωρίς μείωση αποδοχών.
Ας το πούμε απλά: η επόμενη μεγάλη συζήτηση για την εργασία δεν γίνεται να αφορά μόνο το πόσο πληρώνεσαι. Πρέπει να αφορά και το αν προλαβαίνεις να ζήσεις.
Γιατί αυτό είναι που λείπει από πάρα πολλούς ανθρώπους. Όχι μόνο το εισόδημα, αλλά η αίσθηση ότι η μέρα τους τούς ανήκει έστω λίγο. Ότι δεν ξυπνούν μόνο για να τρέξουν και δεν πέφτουν το βράδυ μόνο για να ξανασηκωθούν εξαντλημένοι. Ότι υπάρχει χώρος για οικογένεια, για προσωπική ζωή, για ξεκούραση, για σχέδια, για κάτι παραπάνω από μια μόνιμη διαχείριση υποχρεώσεων.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, έχουμε μάθει να βλέπουμε την εξάντληση περίπου σαν απόδειξη σοβαρότητας. Αν τρέχεις ασταμάτητα, αν δεν προλαβαίνεις να ανασάνεις, αν είσαι συνέχεια διαθέσιμος, τότε θεωρείσαι «κανονικός» εργαζόμενος. Σαν να είναι η φθορά πιστοποιητικό εργατικότητας. Σαν να είναι ύποπτο να ζητάς χρόνο για τον εαυτό σου ή να λες ότι αυτή η καθημερινότητα δεν βγαίνει. Κι όμως, δεν είναι φυσιολογικό.
Δεν είναι φυσιολογικό να δουλεύεις πολλές ώρες και να μη φτάνουν τα χρήματα, δεν είναι φυσιολογικό να μη βλέπεις το παιδί σου όσο θα έπρεπε, δεν είναι φυσιολογικό να μην έχεις ενέργεια ούτε για τα στοιχειώδη, δεν είναι φυσιολογικό να θεωρείται η ψυχική και σωματική εξουθένωση μέρος της επαγγελματικής «ωρίμανσης».
Κάπου εδώ αρχίζει η κουβέντα για τη μείωση του χρόνου εργασίας. Και αυτή η κουβέντα, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε, δεν είναι ούτε σύνθημα για αφίσες ούτε εύκολη λύση πασπαρτού. Η τετραήμερη εργασία ή η εβδομάδα 35 ωρών δεν είναι μαγικό κουμπί. Δεν λύνουν μόνες τους ούτε τη χαμηλή παραγωγικότητα, ούτε τις στρεβλώσεις της αγοράς, ούτε τα προβλήματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ούτε τη χρόνια ελληνική αδυναμία να οργανώσουμε σοβαρά την εργασία.
Αλλά άλλο αυτό και άλλο να απορρίπτουμε τη συζήτηση πριν καν ξεκινήσει. Γιατί αυτή είναι η ελληνική μας συνήθεια: μόλις ανοίξει κάτι που αμφισβητεί το παλιό μοντέλο, σπεύδουμε να το βαφτίσουμε «ανεφάρμοστο», «πολυτέλεια», «πράγματα που γίνονται αλλού». Σαν να είναι η Ελλάδα καταδικασμένη να κυκλοφορεί πάντα με χαμηλότερες απαιτήσεις από τον εαυτό της. Σαν να πρέπει μονίμως να βολεύεται με το πιο κουρασμένο, το πιο φτωχό και το πιο χαμηλό όριο του τι θεωρείται αποδεκτό.
Η αλήθεια είναι ότι η μείωση του χρόνου εργασίας δεν μπορεί να συζητηθεί σοβαρά αν δεν μιλήσεις ταυτόχρονα για παραγωγικότητα, εκπαίδευση, τεχνολογία, οργάνωση της εργασίας, ελέγχους, εργασιακά δικαιώματα, επενδύσεις και πραγματική αναβάθμιση της οικονομίας. Αλλιώς μένει ένα ωραίο σύνθημα. Και αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα: να μη μείνει σύνθημα. Να γίνει πραγματική πολιτική συζήτηση.
Όμως, ακόμη κι έτσι, το γεγονός ότι η συζήτηση άνοιξε έχει αξία από μόνο του. Γιατί μας αναγκάζει να κοιτάξουμε ένα πράγμα που για χρόνια κάναμε ότι δεν βλέπουμε: ότι το ελληνικό μοντέλο εργασίας δεν εξαντλεί μόνο το σώμα αλλά ροκανίζει και τη δυνατότητα του ανθρώπου να φτιάξει ζωή.
Αυτό φαίνεται περισσότερο στους νεότερους. Σε ανθρώπους που δεν αρκούνται πια στο «να έχεις μια δουλειά και να λες ευχαριστώ». Και καλά κάνουν. Γιατί δεν γίνεται να μιλάμε σοβαρά για δημογραφικό, για φυγή νέων στο εξωτερικό, για αδυναμία δημιουργίας οικογένειας, για ψυχική κόπωση, και ταυτόχρονα να μη μιλάμε για τον τρόπο με τον οποίο είναι χτισμένη η εργασία. Δεν γίνεται να λες σε έναν νέο άνθρωπο να επενδύσει στο μέλλον του, όταν όλο το σύστημα του λέει στην πράξη να είναι συνεχώς διαθέσιμος, διαρκώς αγχωμένος και μόνιμα εξαντλημένος.
Η Πρωτομαγιά, αν θέλει να είναι αληθινά ζωντανή, πρέπει να ακουμπά εκεί ακριβώς. Στο ότι η εργασία δεν μπορεί να μετριέται μόνο με ώρες παρουσίας και με τη λογική «να βγει η βάρδια, να βγει ο μήνας, να βγει η δουλειά». Πρέπει να μετριέται και με όρους ποιότητας ζωής. Με όρους αξιοπρέπειας. Με όρους πραγματικής δυνατότητας να υπάρχει άνθρωπος πίσω από τον εργαζόμενο.
Αυτό είναι και το πιο κρίσιμο: ο εργαζόμενος δεν είναι μόνο εργαζόμενος. Είναι γονιός, σύντροφος, παιδί, φίλος, άνθρωπος με ανάγκη για ησυχία, για φροντίδα, για ελεύθερο χρόνο, για ζωή έξω από την απόδοση. Και μια κοινωνία που το ξεχνά αυτό, στο τέλος γίνεται πιο φτωχή συνολικά. Όχι μόνο οικονομικά. Ηθικά, ψυχικά, πολιτισμικά.
Δεν λέω, λοιπόν, ότι από αύριο το πρωί η Ελλάδα θα περάσει μαζικά σε τετραήμερη εργασία. Ούτε ότι αρκεί μια πρόταση για να αλλάξει η πραγματικότητα. Λέω κάτι πιο απλό και πιο ουσιαστικό: ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε αυτή τη συζήτηση σαν κάτι εξωτικό. Να πάψουμε να θεωρούμε σχεδόν προκλητικό το να ζητά ένας άνθρωπος καλύτερη ζωή και όχι απλώς καλύτερη επιβίωση.
Αυτό είναι, τελικά, το πιο σύγχρονο νόημα της Πρωτομαγιάς, όχι μόνο να διεκδικείς να αμείβεσαι πιο δίκαια, αλλά να διεκδικείς και να μη σου τρώει η δουλειά ολόκληρη τη ζωή. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, εκεί κρίνεται το πραγματικό μέτρο μιας κοινωνίας: όχι μόνο στο αν έχει εργασία, αλλά στο αν αυτή η εργασία αφήνει χώρο να υπάρξει και άνθρωπος.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News