Το κουτί με τα σοκολατάκια γέρασε αλλιώς: Γιατί ο Forrest Gump ακόμη διχάζει

Τριάντα χρόνια μετά, ο Forrest Gump, αυτό το αγαπημένο comfort classic δεν βλέπεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο

Το κουτί με τα σοκολατάκια γέρασε αλλιώς: Γιατί ο Forrest Gump ακόμη διχάζει

Στις 6 Ιουλίου 1994, ο Forrest Gump κάθισε στο παγκάκι του αμερικανικού σινεμά και άρχισε να λέει την ιστορία του. Από τότε, η ταινία έμεινε ως comfort classic, ως ατάκα, ως «Run, Forrest, run», ως κουτί με σοκολατάκια και ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ερμηνείες του Τομ Χανκς. Πίσω όμως από τη γλυκιά της επιφάνεια υπάρχει κάτι πιο ενδιαφέρον: ένα καλοφτιαγμένο αμερικανικό παραμύθι, όπου η Ιστορία περνά από πολέμους, σκάνδαλα, δολοφονίες, τηλεόραση και pop κουλτούρα, αλλά στο τέλος μοιάζει να χωρά σε μια απλή ιστορία για έναν «καλό άνθρωπο» που απλώς συνέχισε να τρέχει.

Το παγκάκι που έγινε κινηματογραφική μνήμη

Το Forrest Gump κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις 6 Ιουλίου 1994, σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Ζεμέκις, με σενάριο του Έρικ Ροθ, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Γουίνστον Γκρουμ. Στο καστ βρίσκονταν ο Τομ Χανκς, η Ρόμπιν Ράιτ και ο Γκάρι Σινίζ.

Η εικόνα είναι απλή: ένας άνδρας κάθεται σε ένα παγκάκι, κρατά ένα κουτί σοκολατάκια και μιλά σε αγνώστους. Από αυτή την αφετηρία, η ταινία ανοίγει ολόκληρη την Αμερική του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα: τον πόλεμο στο Βιετνάμ, το αντιπολεμικό κίνημα, τον Νίξον, το Watergate, την τηλεόραση, τη μουσική, τον αθλητισμό, την επιχειρηματική επιτυχία, το πένθος, την επιδημία του AIDS.

Κι όμως, όλα περνούν μέσα από το βλέμμα ενός ανθρώπου που δεν αναλύει. Ο Forrest δεν εξηγεί την Ιστορία. Περνά από μέσα της, σαν κάποιος που βρέθηκε κατά λάθος σε όλα τα μεγάλα πλάνα.

Διαβάστε επίσης: Το BookTok πήρε το τηλεκοντρόλ: Οι έρωτες των best seller έγιναν το νέο κόλλημα στις πλατφόρμες

Η αφέλεια που έγινε υπερδύναμη

Ο Forrest Gump δεν είναι ο κλασικός κινηματογραφικός ήρωας. Δεν καταλαβαίνει πάντα τι συμβαίνει γύρω του, δεν μπαίνει στα γεγονότα με φιλοδοξία, δεν διεκδικεί ρόλο στην Ιστορία. Κι όμως, η ταινία τον τοποθετεί ξανά και ξανά δίπλα σε ιστορικές στιγμές, σαν να λέει ότι η αθωότητα μπορεί να επιβιώσει εκεί όπου οι πιο έξυπνοι μπλέκονται, φθείρονται ή καταστρέφονται.

Αυτό είναι και το πιο πονηρό σημείο της ταινίας. Ο Forrest δεν νικά επειδή καταλαβαίνει τον κόσμο. Νικά επειδή δεν μπαίνει ποτέ πλήρως στον κυνισμό του. Τρέχει, πολεμά, αγαπά, χάνει, δουλεύει, περιμένει, φροντίζει. Η απλότητά του γίνεται ασπίδα.

Σε άλλη ταινία, αυτό θα μπορούσε να μοιάζει αφελές. Εδώ έγινε συνταγή τεράστιας επιτυχίας.

Το comfort movie που έκρυβε πολλά κάτω από το χαλί

Το Forrest Gump συχνά αντιμετωπίζεται σαν ταινία παρηγοριάς. Το βλέπεις, συγκινείσαι, θυμάσαι τη μουσική, τον Χανκς, τη Jenny, το παγκάκι, το τρέξιμο, το παιδί, το φτερό που αιωρείται. Έχει όλα τα υλικά του comfort classic.

Μόνο που το υλικό της δεν είναι καθόλου ελαφρύ. Έχει πόλεμο, τραύμα, κακοποίηση, εξαρτήσεις, πολιτική βία, κοινωνική αναταραχή, θάνατο. Η ταινία παίρνει πολύ σκληρά πράγματα και τα περνά μέσα από έναν τόνο που τα κάνει ανεκτά για το μαζικό κοινό.

Αυτός είναι και ο λόγος που ακόμη διχάζει. Για κάποιους, είναι μια βαθιά συγκινητική ταινία για την καλοσύνη που αντέχει. Για άλλους, είναι μια υπερβολικά γυαλισμένη εκδοχή της αμερικανικής Ιστορίας, όπου τα πιο άβολα κομμάτια μαλακώνουν για να χωρέσουν σε ένα συγκινητικό παραμύθι.

Η Αμερική σε fast forward

Το μεγάλο κόλπο του Forrest Gump είναι ότι κάνει την Ιστορία να μοιάζει με μοντάζ. Ο ήρωας εμφανίζεται δίπλα σε προέδρους, τραγουδιστές, στρατιώτες, ακτιβιστές, επιχειρηματίες. Η χώρα αλλάζει μπροστά του, αλλά εκείνος μένει σχεδόν ίδιος.

Αυτό δίνει στην ταινία την περίεργη δύναμή της. Η Αμερική παρουσιάζεται σαν ένας θορυβώδης, βίαιος, μπερδεμένος κόσμος, και ο Forrest σαν ένα πρόσωπο που περνά μέσα από όλα χωρίς να λερώνεται εντελώς. Είναι σχεδόν απίθανο. Γι’ αυτό και λειτούργησε τόσο καλά.

Το κοινό δεν είδε μόνο έναν ήρωα. Είδε μια φαντασίωση: ότι μπορείς να ζήσεις μέσα σε μια χαοτική εποχή και να μη χάσεις τον πυρήνα σου. Ότι η καλοσύνη, η επιμονή και η πίστη σε λίγους ανθρώπους αρκούν για να σε περάσουν απέναντι.

Πολύ ωραίο για ταινία. Πολύ πιο δύσκολο στην πραγματική ζωή.

Το box office, τα Όσκαρ και η μηχανή της επιτυχίας

Η ταινία δεν έγινε απλώς αγαπημένη. Έγινε τεράστιο εμπορικό και βραβειακό γεγονός. Παγκοσμίως έφτασε τα 678 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με το Box Office Mojo.

Στα Όσκαρ του 1995 κέρδισε έξι βραβεία, ανάμεσά τους Καλύτερης Ταινίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Τομ Χανκς, Σκηνοθεσίας για τον Ρόμπερτ Ζεμέκις και Διασκευασμένου Σεναρίου για τον Έρικ Ροθ.

Αυτό το βραβειακό πέρασμα έχει τη δική του pop ιστορία, γιατί το Forrest Gump επικράτησε σε μια χρονιά όπου υπήρχαν και άλλες ταινίες με τεράστιο αποτύπωμα, όπως το Pulp Fiction και το The Shawshank Redemption. Με τα χρόνια, αυτή η επιλογή έγινε από μόνη της αντικείμενο συζήτησης: ήταν η σωστή νίκη ή το Όσκαρ προτίμησε το πιο συγκινητικό, ασφαλές αμερικανικό παραμύθι;

Η απάντηση αλλάζει ανάλογα με το ποιον ρωτάς. Και αυτό κρατά την ταινία ζωντανή.

Ο Tom Hanks πριν γίνει εθνικός καθησυχαστής

Ο Τομ Χανκς είχε ήδη κερδίσει Όσκαρ για το Philadelphia και με το Forrest Gump έγινε ο πρώτος ηθοποιός μετά τον Σπένσερ Τρέισι που πήρε δύο συνεχόμενα Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.

Η ερμηνεία του έχει καθοριστικό ρόλο στο γιατί η ταινία αγαπήθηκε τόσο. Θα μπορούσε εύκολα να γίνει καρικατούρα. Αν το βλέμμα ήταν λάθος, αν η φωνή ήταν υπερβολική, αν η αθωότητα έβγαινε ψεύτικη, όλο το οικοδόμημα θα κατέρρεε. Ο Χανκς όμως έδωσε στον Forrest κάτι που το κοινό εμπιστεύτηκε: καθαρότητα χωρίς αγιοσύνη, συγκίνηση χωρίς πολλά στολίδια.

Από εκεί και μετά, ο Χανκς άρχισε να γίνεται κάτι παραπάνω από σταρ. Έγινε ο άνθρωπος που το αμερικανικό σινεμά καλεί όταν θέλει να νιώσει ότι υπάρχει ακόμη αξιοπρέπεια στο κάδρο.

Η ταινία που έγινε ατάκα πριν τα memes

Το Forrest Gump έζησε πολύ πέρα από την αίθουσα. Έγινε ατάκα, αναφορά, παρωδία, τηλεοπτικό υλικό, οικογενειακή ανάμνηση, meme πριν ακόμη τα memes γίνουν καθημερινή γλώσσα. Το «Run, Forrest, run» πέρασε στην pop κουλτούρα σαν έτοιμη φράση για κάθε στιγμή που κάποιος πρέπει απλώς να φύγει, να τρέξει, να γλιτώσει ή να επιμείνει.

Το κουτί με τα σοκολατάκια έγινε επίσης κάτι μεγαλύτερο από αντικείμενο της ταινίας. Έγινε τρόπος να μιλάμε για την τύχη, την απρόβλεπτη ζωή, τα πράγματα που δεν ξέρεις τι γεύση θα έχουν μέχρι να τα ανοίξεις.

Αυτό είναι το σπάνιο με τις πραγματικά pop ταινίες: δεν μένουν μόνο ως έργα. Γίνονται φράσεις που χρησιμοποιούν άνθρωποι που μπορεί να μην θυμούνται καν όλες τις σκηνές.

Γιατί σήμερα φαίνεται αλλιώς

Τρεις δεκαετίες μετά, το Forrest Gump δεν βλέπεται ακριβώς όπως το 1994. Το κοινό είναι πιο καχύποπτο με τις μεγάλες εθνικές αφηγήσεις. Οι ταινίες που λειαίνουν την Ιστορία για να φτιάξουν συναίσθημα περνούν πια από πιο αυστηρό βλέμμα. Η Jenny, ο τρόπος που γράφεται η ζωή της, η πολιτική ανάγνωση της ταινίας, η σχέση της με την αμερικανική νοσταλγία, όλα συζητιούνται διαφορετικά.

Αυτό όμως δεν μειώνει απαραίτητα την ταινία. Την κάνει πιο ενδιαφέρουσα.

Γιατί οι ταινίες που αντέχουν δεν είναι πάντα εκείνες που μένουν αψεγάδιαστες. Είναι εκείνες που μπορούν να ξαναδιαβαστούν, να προκαλέσουν συζήτηση, να αγαπηθούν και να αμφισβητηθούν ταυτόχρονα.

Το φτερό, το παγκάκι και η παγίδα της απλότητας

Το Forrest Gump μπήκε το 2011 στο National Film Registry της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, κάτι που σημαίνει ότι θεωρήθηκε πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντική ταινία για διατήρηση.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Λίγες ταινίες των 90s συμπύκνωσαν τόσο αποτελεσματικά τη σχέση του Χόλιγουντ με τη μνήμη, την Ιστορία, τη συγκίνηση και την αμερικανική αυτοεικόνα.

Το Forrest Gump μοιάζει απλό. Αυτή είναι η παγίδα του. Κάτω από την απλότητα υπάρχει ένας ολόκληρος μηχανισμός νοσταλγίας, μουσικής, μοντάζ, ιστορικών στιγμών, μεγάλων συναισθημάτων και ατάκων που κόλλησαν στο μυαλό του κοινού.

Στις 6 Ιουλίου 1994, η ταινία ξεκίνησε σαν ιστορία ενός ανθρώπου σε ένα παγκάκι.

Στην πορεία έγινε κάτι μεγαλύτερο: ένα κουτί σοκολατάκια γεμάτο Αμερική, συγκίνηση, αθωότητα, παρεξήγηση και pop μνήμη.

Και όπως συμβαίνει συχνά με τα πιο επιτυχημένα παραμύθια, όσο πιο γλυκά σερβίρεται, τόσο περισσότερο αξίζει να κοιτάξεις τι έχει μέσα.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125