Το «Λαχείο» της Σίρλεϊ Τζάκσον: Η πιο ήσυχη ιστορία τρόμου γράφτηκε σε μια πλατεία
Στις 26 Ιουνίου 1948, το New Yorker δημοσίευσε το «Λαχείο» της Σίρλεϊ Τζάκσον και δέχθηκε κύμα επιστολών από αναγνώστες που ζητούσαν εξηγήσεις. Το διήγημα τρόμαξε ακριβώς επειδή έβαλε τη βία μέσα σε μια απολύτως κανονική κοινότητα, χωρίς φαντάσματα, χωρίς τέρατα, χωρίς σκηνικό τρόμου.

Στο «Λαχείο» όλα αρχίζουν με μια εικόνα σχεδόν γνώριμη. Ένα χωριό μαζεύεται στην πλατεία, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν κουβέντες, οι οικογένειες στέκονται μαζί, τα παιδιά τριγυρίζουν, οι άντρες και οι γυναίκες παίρνουν τη θέση τους σε μια διαδικασία που φαίνεται παλιά, καθιερωμένη, αναμενόμενη. Καμία κραυγή δεν ανοίγει την ιστορία. Καμία απειλή δεν μπαίνει από έξω. Η Σίρλεϊ Τζάκσον αφήνει την καθημερινότητα να κάνει όλη τη δουλειά.
Το διήγημα δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου 1948 στο New Yorker και προκάλεσε από τις πιο έντονες αντιδράσεις που είχε δεχθεί το περιοδικό. Στα ελληνικά κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις “Μεταίχμιο” υπό τον τίτλο “Λοταρία”. Αναγνώστες έγραψαν θυμωμένοι, άλλοι μπερδεμένοι, άλλοι ζητώντας να μάθουν τι ακριβώς ήθελε να πει η συγγραφέας. Η ενόχληση είχε λόγο. Η ιστορία δεν έδινε εύκολη παρηγοριά. Δεν έστηνε έναν «κακό» απέναντι σε αθώους ανθρώπους. Έβαζε μια ολόκληρη κοινότητα να συμμετέχει σε κάτι φρικτό, με την ηρεμία μιας συνήθειας που κανείς δεν σταματά πια να εξετάσει.
Η πλατεία που γίνεται μηχανισμός
Η επιλογή της πλατείας έχει βάρος. Είναι ο πιο δημόσιος χώρος ενός χωριού, το σημείο όπου η κοινότητα βλέπει τον εαυτό της συγκεντρωμένο. Εκεί όπου κανονικά χωρούν γιορτές, ανακοινώσεις, συναντήσεις και μικρές τελετές της καθημερινής ζωής, η Τζάκσον τοποθετεί μια πράξη που παγώνει τον αναγνώστη.
Το πιο ενοχλητικό στοιχείο βρίσκεται στον τρόπο συμμετοχής. Κανείς δεν μοιάζει να κινείται με έξαρση. Κανείς δεν χρειάζεται να πείσει τους υπόλοιπους. Η διαδικασία προχωρά επειδή γνωρίζουν ήδη τα βήματα. Το κουτί, τα χαρτιά, τα ονόματα, οι οικογένειες, η αναμονή. Όλα έχουν τη σειρά τους.
Η βία, όταν μοιράζεται σε πολλά χέρια, χάνει το πρόσωπό της. Κάθε άνθρωπος κάνει ένα μικρό μέρος. Η συλλογική πράξη σπάει σε επιμέρους κινήσεις, τόσο συνηθισμένες ώστε η ευθύνη μοιάζει να απλώνεται και να αραιώνει. Εκεί χτυπά το διήγημα. Στη στιγμή που η κοινότητα γίνεται μηχανισμός και οι άνθρωποι μέσα της εκτελούν αυτό που παρέλαβαν.
Η παράδοση ως βολική αναισθησία
Το «Λαχείο» μιλά για την πιο επικίνδυνη μορφή παράδοσης: εκείνη που έχει χάσει το νόημά της, όμως εξακολουθεί να απαιτεί υπακοή. Κάτι γίνεται κάθε χρόνο. Κάποιοι το έκαναν πριν από εμάς. Κάποιοι θα το κάνουν μετά. Η διάρκεια δίνει κύρος ακόμη και σε πράγματα που θα κατέρρεαν αν τα κοιτούσε κανείς χωρίς φόβο.
Η Σίρλεϊ Τζάκσον δεν χρειάζεται να εξηγήσει πολλά. Αφήνει τους ανθρώπους του χωριού να μιλούν και να κινούνται σαν να βρίσκονται σε μια απολύτως φυσιολογική μέρα. Αυτή η ψυχραιμία κάνει την ιστορία πιο βαριά. Η αγριότητα δεν παρουσιάζεται ως παρέκκλιση. Έχει μπει στο ημερολόγιο.
Γι’ αυτό το διήγημα ταξιδεύει τόσο εύκολα από εποχή σε εποχή. Κάθε κοινωνία έχει τις δικές της πρακτικές που προστατεύονται από τη φράση «έτσι γίνεται». Σιωπές που κρατούν επειδή βολεύουν. Αποκλεισμούς που εμφανίζονται ως τάξη. Μικρές βαρβαρότητες που κληρονομούνται μαζί με τους κανόνες της ομάδας.
Διαβάστε επίσης: Βιβλία για την παραλία: Τι να βάλεις φέτος στην τσάντα των διακοπών
Γιατί ενόχλησε τόσο τους αναγνώστες
Οι πρώτοι αναγνώστες του «Λαχείου» δεν αντέδρασαν μόνο στην ανατροπή του τέλους. Αντέδρασαν στην αίσθηση ότι η ιστορία δεν τους άφηνε έξω από το κάδρο. Το χωριό της Τζάκσον μοιάζει αρκετά οικείο ώστε να μην μπορεί κανείς να το απορρίψει ως παράλογο κατασκεύασμα. Οι άνθρωποί του δεν μιλούν σαν τέρατα. Μιλούν σαν γείτονες.
Αυτή είναι η λεπτή του απειλή. Η φρίκη δεν φορά θεατρικό πρόσωπο. Στέκεται ανάμεσα σε ανθρώπους που γνωρίζονται, που έχουν οικογένειες, που θυμούνται τη διαδικασία, που ανησυχούν περισσότερο για την τήρηση της σειράς παρά για το νόημα αυτού που γίνεται.
Η Τζάκσον πέτυχε κάτι σπάνιο: έγραψε μια ιστορία τρόμου με το φως της μέρας. Η πλατεία, οι κουβέντες, η κανονική διάταξη των σωμάτων, η αργή αποκάλυψη της τελετής, όλα δουλεύουν χωρίς υπερβολή. Ο τρόμος δεν πετάγεται μπροστά στον αναγνώστη. Τον πλησιάζει σιγά σιγά, μέχρι να καταλάβει ότι βρισκόταν εκεί από την πρώτη παράγραφο.
Το διήγημα που γερνά αργά
Σχεδόν ογδόντα χρόνια μετά, το «Λαχείο» συνεχίζει να διαβάζεται, να διδάσκεται και να προκαλεί συζήτηση επειδή δεν εξαντλείται στο μυστικό του τέλους. Η ουσία του βρίσκεται αλλού: στην ικανότητα μιας ομάδας να κάνει κάτι αδιανόητο να μοιάζει τακτοποιημένο, νόμιμο, σχεδόν αυτονόητο.
Κάθε νέα ανάγνωση βρίσκει άλλο σημείο να σταθεί. Άλλος βλέπει την τυφλή δύναμη της παράδοσης. Άλλος την κοινωνική συνενοχή. Άλλος τον φόβο του ανθρώπου να αποχωρήσει από την ομάδα. Άλλος την ευκολία με την οποία η βία αποκτά τελετουργική μορφή και περνά από γενιά σε γενιά χωρίς να ζητά πια εξήγηση.
Η Σίρλεϊ Τζάκσον έγραψε λίγες σελίδες και άφησε πίσω της μια από τις πιο ανθεκτικές εικόνες της λογοτεχνίας: μια κοινότητα σε πλατεία, ένα κουτί, χαρτιά, ονόματα, άνθρωποι που περιμένουν τη σειρά τους. Όλα καθαρά, όλα τακτοποιημένα, όλα απολύτως τρομακτικά.
Το «Λαχείο» επιμένει επειδή ξέρει κάτι δυσάρεστο για τις κοινωνίες: καμία αγριότητα δεν χρειάζεται να φωνάζει για να επιβιώσει. Αρκεί να επαναλαμβάνεται αρκετά χρόνια, να αποκτήσει διαδικασία, να μοιράσει την ευθύνη και να φορέσει το ήρεμο πρόσωπο της παράδοσης.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News